Ολοι γνωρίζουν ότι η Μπιάνκα Τζάγκερ είχε ποζάρει για τον «πάπα» της ποπ αρτ.
Το έργο όμως δεν έχει εμφανιστεί πουθενά μέχρι σήμερα.
Nέα Υόρκη, αρχές της δεκαετίας του ΄80: Κάθε βράδυ, ο «πάπας» της ποπ αρτ Αντι Γουόρχολ αναλαμβάνει να «συνδέσει» την αντεργκράουντ πλευρά της Νέας Υόρκης των καλλιτεχνών με την αριστοκρατική, κακομαθημένη και σνομπ συνοικία του Upper Εast Side. Πολύ συχνά, αυτός ο ταριχευτής της «καλής κοινωνίας» περνάει πέντε διαδοχικές βραδιές δίχως ανάπαυση, δίχως μπουκιά στο στόμα του. Τον ρόλο του φαγητού αλλά και του ποτού υποκαθιστούν οι ανορεξιογόνες αμφεταμίνες Οbetrol. Μιλά ελάχιστα, με φωνή ανεπαίσθητη, ειδικά μέσα στο χάος της μουσικής και της βαβούρας. Με την πλατινέ περούκα του εσκεμμένα τοποθετημένη λοξά, ακούει οτιδήποτε λέγεται γύρω του. Εχει μόλις πατήσει τα 50, κι όμως κάθε πρωί φωνάζει την πιστή του βοηθό Πατ Χάκετ και με ύφος ψυχρό της υπαγορεύει ιστορίες γύρω από την ανθρώπινη φύση, διηγήσεις πάνω σε γεγονότα και κουτσομπολιά της νύχτας που έχει προηγηθεί. Ετσι άλλωστε θα γεννηθούν το 1989, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, «Τα ημερολόγια του Αντι Γουόρχολ».

Με «όπλο» μια Ρolaroid, ο Γουόρχολ καιροφυλακτούσε: κατέγραφε τον κόσμο γύρω του, φωτογραφίζοντας «τους πλούσιους, τους διάσημους και τους όμορφους», την «ιερή» τριλογία του «ζωγράφου των ειδώλων». Ενας άνθρωπος εμμονικά ουδέτερος, δίχως ιδιωτική ζωή, ούτε σαφή σεξουαλικό προσανατολισμό, που ξεσκέπαζε φίλους και σχέσεις μέσα από το απόμακρο, διαπεραστικό του βλέμμα, δίχως φτιασιδώματα. Τα «τυχαία» του στιγμιότυπα, όπως και οι Ρolaroids του, αποτυπωμένα όλα σαν σουρεαλιστικά σκετσάκια, θα εξελίσσονταν σε πίνακες φαινομενικά ανάλαφρους, στο βάθος όμως έντονα οξείς, που σήμερα συνιστούν πραγματικούς θησαυρούς, έχοντας βρει τη θέση τους στα μεγαλύτερα μουσεία και στις σπουδαιότερες συλλογές του κόσμου. Πάντα μαζί με την αφοσιωμένη Πατ Χάκετ, ο Γουόρχολ τροφοδότησε και όπλισε το λεύκωμα «Αndy Warhol΄s Ρarty Βook», έργο που επίσης έκανε την εμφάνισή του μετά θάνατον, στα 1988. «Είναι όλοι τους εδώ!», καμάρωνε ο Αλέν Κιέφ, επιμελητής της έκθεσης «Ο μεγάλος κόσμος του Αντι Γουόρχολ» το 2009 στο Grand Ρalais του Παρισιού. Ολοι, όπως ο εξεγερμένος Μπομπ Ντίλαν, ο ακκιζόμενος Στινγκ, η τεθλιμμένη χήρα Γιόκο Ονο και οι ΖΖ Τop, οι τεξανοί ροκ σταρ με τις μακριές γενειάδες. Εκεί ήταν επίσης η Ντόλι Πάρτον, βασίλισσα της κάντρι και του παραγεμισμένου ντεκολτέ· ο Ρόμπερτ Μάπλθορπ, γνωστός ως Μιχαήλ Αγγελος του φωτογραφικού φακού· η Τζένα ντε Ροσνέ, απόλυτη θεά του γουίντ σέρφινγκ· ο Μάικλ Τζάκσον, ακόμα μελαψός και λυσσαλέος. Διασημότητες του χθες και του αύριο: Μια μαύρη πάνθηρας που λεγόταν Γκρέις Τζόουνς, η άφθαρτη σκύλα της σαπουνόπερας Τζόαν Κόλινς, η μπανάλ στάρλετ Ντέμι Μουρ και η Μπέτι Ντέιβις με τη σχεδόν τρομακτική της λάμψη στη ζωή και την οθόνη. Αλλά και εικαστικοί καλλιτέχνες, όπως ο Γάλλος Αρμάν και μια σειρά από πρίγκιπες του Μανχάταν: Τζούλιαν Σνάμπελ, Κιθ Χέρινγκ, Φραντσέσκο Κλεμέντε, Πίτερ ΜακΝτέρμοτ… α, και η Μπιάνκα Τζάγκερ.

Γεννήθηκε ως Μπιάνκα Πέρεζ Μόρα Μασίας στις 2 Μαΐου του 1945 στην πρωτεύουσα της Νικαράγουας, Μανάγκουα. Πέρα από την εξωτική ομορφιά της, η Μπιάνκα Τζάγκερ εξελίχθηκε σε μια άκρως σκεπτόμενη γυναίκα. Ως κόρη μεγαλέμπορου, είχε την ευκαιρία μιας προνομιακής, συγκριτικά με τον μέσο όρο, εκπαίδευσης στη γενέτειρά της, τουλάχιστον μέχρι το διαζύγιο των γονιών της το 1955. Στη συνέχεια μεγάλωσε δίπλα στη μητέρα της, μαχόμενη πολιτικό της Νικαράγουας που αντιτάχθηκε στη δικτατορία της δυναστείας των Σομόζα. Με την ενηλικίωσή της, η Μπιάνκα κατάφερε ν΄ αποσπάσει μια υποτροφία για σπουδές στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού. Ο χαριτωμένος και κομψός τρόπος που μιλούσε τα γαλλικά ήταν ένα από τα στοιχεία που θα γοήτευαν τον Μικ Τζάγκερ, όταν οι δυο τους συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1970 στο πάρτι που ακολούθησε ύστερα από μια συναυλία των Ρόλινγκ Στόουνς στο Παρίσι. Για την ημέρα του γάμου τους, στις 12 Μαΐου του 1971 στο Σεν Τροπέ, η Μπιάνκα, ενστικτωδώς γαλαντόμα και μεγαλόπρεπη, αψήφησε τα καθιερωμένα επιλέγοντας ένα ολόλευκο ταγιέρ του Yves Saint Laurent, με ατημέλητο άνοιγμα που αναδείκνυε την ολόλιγνη σιλουέτα της.

Την αμέσως επόμενη χρονιά γνωρίστηκε με τον Αντι Γουόρχολ: «Ηταν το 1972 στο Μόντοκ, το προάστιο της Νέας Υόρκης, όπου είχαμε πάει να περάσουμε ένα Σαββατοκύριακο στο σπίτι της Λι Ράτζιβιλ (σ.σ. αδελφής της Τζάκι Κένεντι)», μας εξιστορούσε πέρυσι η Μπιάνκα Τζάγκερ. «Είχαμε νοικιάσει το σπίτι με τον Μικ. Ηταν σε μια υπέροχη, απόμερη τοποθεσία δίπλα στη θάλασσα, που άρεσε πάρα πολύ και στον Αντι. Αμέσως γίναμε φίλοι, ο Αντι είχε μια παιδικότητα κι έναν αυθορμητισμό στα όρια της αφέλειας, στοιχεία που τον ωθούσαν στο να θέλει να τα ανακαλύψει όλα, να τα κάνει όλα, να τα πει όλα, πέρα από τετριμμένες συμβατικότητες. Δεν τον ένοιαζε καθόλου να φαίνεται αδιάκριτος, άσχετος ή παιδαριώδης. Στην ουσία, οι ερωτήσεις του δεν ήταν ούτε άσχετες ούτε παιδαριώδεις, ίσως μόνο λίγο αδιάκριτες, αφού δεν ντρεπόταν να λέει αυτό που είχε στο μυαλό του. Μαζί μου ο Αντι μοιράστηκε το πάθος του για τον Γιόζεφ Μπόις, που εκτιμούσε περισσότερο απ΄ όλους, και τον Φράνσις Μπέικον, στον οποίο τον συνάρπαζε η αυτοκυριαρχία στην τολμηρή χρήση των χρωμάτων του. Πήγαμε μάλιστα οι δυο μας να τους συναντήσουμε στα εργαστήριά τους στη Γερμανία και στο Λονδίνο αντίστοιχα».

Ωρα για στοπ καρέ: Μια από τις διασημότερες φωτογραφίες του Γουόρχολ απεικονίζει μια Μπιάνκα Τζάγκερ- πλάσμα της νύχτας ν΄ ανασηκώνει τον λευκό, λεπτοκαμωμένο ώμο της, προσποιούμενη ότι ετοιμάζεται να ξυρίσει τη μασχάλη της. Αναλύοντας την εικόνα, ο Αλέν Κιέφ, συγγραφέας του δοκιμίου «Warhol a son image» (Εκδ. Flammarion), επισημαίνει: «Η Μπιάνκα ερμηνεύει τον εκρηκτικό του χαρακτήρα που διαχέεται από την αίσθηση της πρόκλησης: το ανασηκωμένο μπράτσο, η ανοιχτή μασχάλη είναι στοιχεία πολύ ερωτικά και ταυτόχρονα πολύ προβοκατόρικα. Μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για τα χρόνια στα οποία ο Γουόρχολ εξέδιδε το περιοδικό “Ιnterview”, κινούμενος ανάμεσα στην “υψηλή” κοινωνία της εποχής, πηγαινοερχόμενος από τους αντεργκράουντ κύκλους στα πάρτι όπου το χρήμα έρρεε ασταμάτητα. Συνολικά ο Γουόρχολ ζωγράφισε περίπου 500 με 600 προσωπογραφίες, ενώ τράβηξε αμέτρητες Polaroids. «Τουλάχιστον 100 από τις φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν την Μπιάνκα Τζάγκερ», υπογραμμίζει ο φίλος της Ταντέους Ρόπακ, ένας αυστριακός γκαλερίστας, ο οποίος κάθε καλοκαίρι στο Ζάλτσμπουργκ συναντά αυτή την εξαιρετική συνομιλήτρια και μαζί ανταλλάσσουν απόψεις γύρω από την όπερα, την πολιτική, την ιστορία της τέχνης. «Γνώρισα την Μπιάνκα μέσω του Γουόρχολ. Ηταν η μούσα του, ασύλληπτα όμορφη και χαρισματική», επισημαίνει ο Ρόπακ.

Στα 1985, μόλις στα 23 του χρόνια, ο άπειρος ακόμη τότε Ρόπακ διοργάνωσε μια έκθεση-πρεμιέρα του Γουόρχολ στο Ζάλτσμπουργκ- και γενικότερα στην Αυστρία. «Λίγο αργότερα, την ξαναείδα στα γενέθλιά του στο “Νell΄s”, το καλύτερο κλαμπ της εποχής που είχε πάρει τη σκυτάλη από το “Studio 54”. Η Μπιάνκα ήταν εκεί, στο στοιχείο της, ανάμεσα σε καλλιτέχνες: Μπασκιά, Κιθ Χέρινγκ, Κλεμέντε, Σνάμπελ, Πίτερ Χάλεϊ, Αλεξ Κατζ… Ο Γουόρχολ καθόταν σε μια γωνία, δεν χόρευε, μιλούσε ελάχιστα. Αυτό που άκουγες ακόμα κι εκατό φορές να επαναλαμβάνει μέσα σε μια βραδιά ήταν η φράση “Οh, this is interesting!” («Ω, ενδιαφέρον!»), που του έδινε το έναυσμα να σκαρώνει μετά παράξενες, σχεδόν αστείες ερωτήσεις, όπως “ποιος σας μαγείρεψε σήμερα;”». Ο Γουόρχολ φωτογράφιζε και τους λιγότερο όμορφους, ειδικά εφόσον ήταν πλούσιοι και διατεθειμένοι να του παραγγείλουν μια προσωπογραφία, την οποία το “Factory”, το λαμπερό και φρενήρες στούντιο που είχε ο ίδιος ιδρύσει, αναλάμβανε να διεκπεραιώσει σε μια τιμή περίπου στα 30.000 δολάρια. Ετσι, χάρη στην τέχνη της χρωματογραφίας του Γουόρχολ, ακόμη και οι πιο παχουλοί αγγλοσάξονες- προτεστάντες χρηματιστές εισέρχονταν σε μια διαφορετική διάσταση, αποκτώντας έναν κόκκο αιωνιότητας, με γοητεία αντιστρόφως ανάλογη των τραπεζικών τους λογαριασμών. Η τέχνη του Γουόρχολ μεγεθύνει τα άτομα, ιδιαίτερα μάλιστα εκείνα που διαθέτουν έμφυτο το πρωτόγονο αυτό χαρακτηριστικό, που ονομάστηκε «σεξαπίλ». Χαρίζει απλόχερα στις γυναίκες μια ροδαλή σάρκα, ένα τετριμμένο τίποτα, ισορροπώντας κάπου ανάμεσα στο νεκρικό μακιγιάζ και την αισθητική του ντελικατέσεν. Η Ντέμπι Χάρι ενθρονίζεται στο κάδρο του, όπως και οι Λάιζα Μινέλι, Γκρέις Τζόουνς, Παλόμα Πικάσο.

Κι όμως, από τη λίστα απουσιάζει το όνομα της μούσας του: η Μπιάνκα Τζάγκερ. Γιατί άραγε; Οπως μας απάντησε η ίδια, «προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄80, ο Αντι θέλησε να φτιάξει το πορτρέτο μου, ένα πορτρέτο απέριττο, σχεδόν αυστηρό. Πόζαρα λοιπόν στο “Factory”, μπροστά στην Ρolaroid του, φορώντας ένα λευκό Τ-shirt, αγέλαστη, με τα μαλλιά μου λυτά. Και η αλήθεια είναι ότι εκείνος έφτιαξε πραγματικά έναν πίνακα, τον οποίο δεν έτυχε να αγοράσω, ενώ αγνοώ παντελώς τα ίχνη του. Ο φίλος μου Ταντέους Ρόπακ ήταν εκείνος που ανακάλυψε μια μεταξοτυπία του Αντι, ένα ταμπλό στο οποίο διακρίνονταν πολλά πρόσωπα, όπως ο Τρούμαν Καπότε, η Λιζ Τέιλορ, ο Μικ Τζάγκερ, ο Τζακ Νίκολσον, η Λάιζα Μινέλι, ο Χάλστον, ο Αντι κι εγώ. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν πίνακα μέσα σ΄ έναν άλλον πίνακα». Ο Γουόρχολ συνήθιζε να φτιάχνει τέσσερα ταμπλό με το ίδιο θέμα, από τα οποία κρατούσε το ένα για το μοντέλο, ενώ τα υπόλοιπα τρία προορίζονταν για εμπορική χρήση. Ηταν ένας κανόνας που σχεδόν ποτέ δεν ξεχνούσε: θα επανεμφανιστεί, άραγε, η προσωπογραφία της Μπιάνκα στο πλαίσιο της έκδοσης του πλήρους καταλόγου των έργων του, στον τόμο που θα αφορά στη δεκαετία του ΄80; Εφόσον πάντως δεν συμβεί κάτι συνταρακτικό, το μυστήριο αναμένεται να διαρκέσει για καιρό ακόμη, μια και η διαδικασία σύνταξης του καταλόγου βρίσκεται ακόμη στα χρόνια του ΄60.