Στα δωμάτιά τους έχουν γραφτεί σελίδες σημαντικών στιγμών της χώρας. Οι πολυτελείς αίθουσές τους έχουν φιλοξενήσει δεκάδες επώνυμους της ελληνικής και παγκόσμιας πολιτικής, οικονομικής και καλλιτεχνικής σκηνής. Βίλες και επαύλεις έχουν τη δική τους ιστορία.

Αρχιτεκτονικά διαμάντια άλλων εποχών βρίσκονται σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Άλλα στέκουν σαν φαντάσματα του παρελθόντος, εγκαταλελειμμένα στη φθορά του χρόνου και έτοιμα να καταρρεύσουν, και άλλα αποτελούν παραδείγματα αξιοποίησης, καθώς έχουν συντηρηθεί και ανακαινιστεί.

Από το Παλατάκι στο Χαϊδάρι, τον Πύργο Δουκίσσης Πλακεντίας στην Πεντέλη, μέχρι τις βίλες Βαθιαδάκη και Δελαγκράτσια στη Σύρο, είναι αμέτρητα τα διάσημα κτίσματα.

«ΤΑ ΝΕΑ» αναβιώνουν σήμερα την ιστορία έξι από τις δεκάδες διάσημες κατοικίες.

Δείγματα του νεοκλασικισμού ή του εκλεκτικισμού, αποτελούν πολλές φορές την παρακαταθήκη που άφησαν στην Ελλάδα γνωστοί αρχιτέκτονες, όπως ο Τσίλερ.

Μπροστά στην εγκατάλειψη κάποιων από τα διάσημα κτίρια ή στα σχέδια στη θέση τους να διαμορφωθούν εμπορικά κέντρα, κάτοικοι και τοπικές αρχές αναλαμβάνουν συχνά δράση. Έτσι, για παράδειγμα, με εκδηλώσεις διαμαρτυρίας αλλά και προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας η Επιτροπή Κατοίκων για τη διάσωση της βίλας Ζωγράφου επιδιώκει να ανοίξει το κτήμα στους πολίτες και να παραμείνει χώρος πρασίνου. Επίσης, ο Δήμος Άνω Σύρου επιθυμεί να αναλάβει τη χρήση του κτήματος Νίκολας Κάλας.

Βίλα Καζούλη


Από αγαπημένος χώρος παραθερισμού βασιλιάδων και πολιτικών μετατρέπεται την περίοδο της Κατοχής σε γερμανικό φρουραρχείο. Στη συνέχεια για ένα διάστημα λειτουργεί ως κινηματογραφικό πλατό- εκεί γυρίστηκαν οι ταινίες «Υπολοχαγός Νατάσα» και «Γλυκιά Συμμορία». Ακολουθούν τα χρόνια της εγκατάλειψης. Τα τελευταία 8 χρόνια αποτελεί τη βάση του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης. Η έπαυλη χτίστηκε γύρω στο 1902 για λογαριασμό του Αιγυπτιώτη μεγαλέμπορου Νικολάου Καζούλη. Το 1915 περνάει στα χέρια της κόρης του Ιωάννας Καζούλη. Το διάστημα 1940-1944 η έπαυλη γίνεται γερμανικό φρουραρχείο και στη συνέχεια από 1945 έως το 1949 φρουραρχείο του ΕΛΑΣ. Την τριετία που ακολουθεί, στη βίλα στεγάζεται το νοσοκομείο ΚΑΤ, ε1955 διαμορφώνεται σε χώρο περίθαλψης σεισμοπαθών από τα Επτάνησα. Το 1964 η έπαυλη αγοράζεται από το ΙΚΑ (περίπου 11,5 δισ. δραχμές) αλλά εγκαταλείπεται και το 1976 χαρακτηρίζεται διατηρητέα. Το 1995 αγοράζεται από το ΥΠΕΧΩΔΕ έναντι 2,5 δισ. δραχμών. Από το 2001 στη βίλα στεγάζονται τα γραφεία του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης.

Βίλα Ζωγράφου


Σε αυτό το κτίριο έζησε ο ιδρυτής του σημερινού Δήμου Ζωγράφου. Ξεκινώντας από τα Καλάβρυτα όπου γεννήθηκε το 1844, ο Ιωάννης Ζωγράφος, καθηγητής Πανεπιστημίου, οικονομολόγος και βουλευτής με το κόμμα του Θεόδωρου Δηλιγιάννη, αγόρασε το 1902 μία μεγάλη έκταση από τη χήρα Βουρνάζου. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισε να πουλάει τμηματικά οικόπεδα της έκτασης και έτσι άρχισε να διαμορφώνεται ο οικισμός Ζωγράφου. Τα πρώτα σπίτια χτίστηκαν το 1919 και δέκα χρόνια μετά είχαν φτάσει τις 100 κατοικίες.

Το 1974 αποφασίστηκε να κηρυχθεί απαλλοτρίωση σε διάφορα τμήματα μεταξύ των οποίων και η βίλα Ζωγράφου, ενώ το 1978 οι απόγονοι του Ιωάννη Ζωγράφου αποφασίζουν να δωρίσουν στον δήμο μέρος της ιδιοκτησίας τους. Από το 2003, οπότε και χαρακτηρίστηκαν το κτήμα και η βίλα Ζωγράφου ως κοινόχρηστος χώρος πρασίνου με ομόφωνη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, αρχίζουν τα προβλήματα. Οι κληρονόμοι του κτήματος διαφωνούν με τη μετατροπή του σε χώρο πρασίνου και το 2006 ο δήμος συναινεί να αγοραστεί το 50% και στο υπόλοιπο να ανεγερθεί εμπορικό κέντρο 45.000

τ.μ. Τον Αύγουστο του 2007 υπογράφεται μάλιστα και σχετικό συμβόλαιο με την οικογένεια Ζωγράφου.

Κτήμα Καλαμάρη


Στη μαρμάρινη επιγραφή της κεντρικής εισόδου είναι χαραγμένο: 1857. Από τότε και για περίπου έναν αιώνα στα δωμάτια της διώροφης αυτής οικίας γράφτηκαν σελίδες της οικονομικής, πολιτικής και καλλιτεχνικής ιστορίας της χώρας.

Πρώτος ένοικος ο Σταμάτης Πρώιος, επιχειρηματίας και σημαντικός οικονομικός παράγοντας της Σύρου κατά τον 19ο αιώνα. Το κτήμα πέρασε μετά τον θάνατό του το 1866 στα χέρια της συζύγου του Καλλιόπης, η οποία το 1902 το δώρισε στον ανιψιό της Ιωάννη Καλαμάρη. Γόνος εύπορης οικογένειας, που διατηρούσε εργοστάσιο υφασμάτων στη Μυτιλήνη, έμεινε στο σπίτι αυτό μαζί με τη σύζυγό του Ρόζα, δισέγγονη του Μάρκου Μπότσαρη.

Τελευταίος ιδιοκτήτης υπήρξε ο γιος του, Νικόλαος Καλαμάρης ή Νίκολας Κάλας, όνομα που χρησιμοποίησε όταν βρέθηκε στο Παρίσι. «Τώρα βέβαια, για τα στρατολογικά γραφεία της πνευματικής μας ζωής, ο ποιητής Νικόλαος Κάλας έχει κηρυχθεί ανυπότακτος εδώ και πολλά χρόνια. Πότε ως Ράντος, πότε ως Σπιέρος, πότε ως Κάλας, κατάφερε με την αξιοπρέπεια και την ευκινησία θαυματοποιού, να ξεγλιστρήσει από την Αθήνα στο Παρίσι κι από το Παρίσι στη Νέα Υόρκη, συγχέοντας απελπιστικά τα ίχνη πίσω του», ανέφερε γι΄ αυτόν ο Οδυσσέας Ελύτης, που μαζί με τους Ανδρέα Εμπειρίκο, Νίκο Γκάτσο, Νίκο Εγγονόπουλο και Νάνο Βαλαωρίτη αποτέλεσαν την ομάδα των Ελλήνων υπερρεαλιστών.

Ποιητής, δοκιμιογράφος, πανεπιστημιακός και τεχνοκριτικός ο Νίκολας Κάλας βρέθηκε για κάποια χρόνια στο Παρίσι και μετά στη Νέα Υόρκη, όπου έπειτα από κάποια χρόνια πολιτογραφήθηκε Αμερικανός.

Η οικία Καλαμάρη ή Κάλας, αποτελεί την παλαιότερη νεοκλασική κατοικία που σώζεται στη Σύρο, αλλά κινδυνεύει να καταστραφεί. Οι καταπληκτικές οροφογραφίες, η εντυπωσιακή εσωτερική ξύλινη σκάλα καταρρέουν, ενώ εξαιτίας βανδαλισμών αφαιρέθηκαν σημαντικά στοιχεία του κτίσματος, όπως το μαρμάρινο τζάκι.

Από το 2001 πέρασε στα χέρια του Δημοσίου, ενώ το 2008 ανακηρύχθηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο και έργο τέχνης και τον Ιανουάριο του 2009 ανακοινώθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού η ένταξή του στον κατάλογο των νεώτερων μνημείων.

Ωστόσο παραμένει εγκαταλελειμμένη, αν και ο Δήμος Άνω Σύρου έχει ζητήσει να περάσει στη δικαιοδοσία του η χρήση του κτήματος Κάλας- όχι η ιδιοκτησία- ώστε να συντηρηθεί και αξιοποιηθεί ο χώρος. Αντιθέτως, μόλις τον περασμένο Μάρτιο απορρίφθηκε το αίτημα περί χρησικτησίας από τον κηπουρό του Ν. Καλαμάρη!

Έπαυλη Αλλατίνη


Έργο του Ιταλού αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι, η έπαυλη χτίστηκε το 1888 ως εξοχική κατοικία της οικογένειας Αλλατίνη, γνωστή για τις επιχειρηματικές και κοινωνικές της δραστηριότητες στη Θεσσαλονίκη.

Η οικογένεια είχε μετακομίσει το 1802 από το Λιβόρνο της Ιταλίας και ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη την εταιρεία Μοδιάνο και Αλλατίνι, η οποία δραστηριοποιείται στο εμπόριο δημηριακών και αλεύρων. Η οικογένεια Αλλατίνη θα επιστρέψει στις αρχές του 20ού αιώνα στην Ιταλία, αλλά η έπαυλη, που βρίσκεται στην παλιά περιοχή των Εξοχών Θεσσαλονίκης, θα συνδεθεί με τη μετέπειτα ιστορία της πόλης.

Έτσι, μετά την Επανάσταση των Νεότουρκων ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ εκθρονίζεται και τη θέση του παίρνει ο μετριοπαθής αδελφός του, Μεχμέτ Ε΄ Ρεσάτ. Ο Αμπντούλ Χαμίτ μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στην έπαυλη Αλλατίνη, όπου παρέμεινε φυλακισμένος από το 1909 μέχρι το 1912.

Ύστερα από 14 χρόνια, το 1926, στους χώρους της έπαυλης θα εγκατασταθεί το νεοϊδρυθέν τότε Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Στον πόλεμο του 1940 θα χρησιμοποιηθεί ως νοσοκομείο. Σήμερα, πλήρως συντηρημένη και ανακαινισμένη, αποτελεί έδρα της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης.

Βίλα Συγγρού


«Πέρασα εκεί μέσα από αληθινά πυκνά δάση, χαραγμένα με δρόμους για τις άμαξες, με κρυψώνες και διασταυρούμενα κλαδιά». Αυτή είναι η περιγραφή του Γάλλου πρέσβη της περιόδου 1880-1886, όταν μετέβη στο κτήμα Συγγρού. Μέσα σε αυτή την όαση χτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1880 ο πύργος της Ιφιγένειας και του Ανδρέα Συγγρού. Πολεμίστρες και πυργίσκοι πλαισιώνουν το κεντρικό κτίριο, που ήταν έργο του διάσημου αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλερ. Από την έπαυλη Συγγρού πέρασαν δεκάδες επισκέπτες της υψηλής κοινωνίας της Αθήνας, ενώ σύμφωνα με τον ιστορικό Κ. Παπαρηγόπουλο, εκεί ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αποφάσισε το 1892 την απόλυση της κυβέρνησης Δηλιγιάννη.

Ο Ανδρέας Συγγρός πέθανε το 1899 και η σύζυγός του Ιφιγένεια παραχώρησε στις αρχές του 20ού αιώνα το κτήμα στη Γεωργική Εταιρεία Αθηνών με σκοπό την εκπαίδευση εκεί γεωργών και κηπουρών. Εγκαταλελειμμένος επί σειρά ετών, ο πύργος υπέστη βανδαλισμούς ενώ χρησιμοποιήθηκε παράνομα και για γυρίσματα τηλεοπτικών σειρών. Το 2006 χαρακτηρίζεται διατηρητέο μνημείο, ενώ υπάρχει και μελέτη για τη δημιουργία κέντρου επιμόρφωσης και πρότυπης βιβλιοθήκης σε θέματα γεωργικού ενδιαφέροντος. Μόλις πριν από δύο χρόνια ολοκληρώθηκε επίσης η ανακαίνιση στο εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα, που βρίσκεται δυτικά του πύργου και αποτελεί ένα από τα σπάνια δείγματα νεογοτθικής αρχιτεκτονικής.

Κτήμα Τατοΐου


Οτσάρος Νικόλαος Β΄ της Ρωσίας και η Τζάκυ Κέννεντυ ήταν μερικοί μόνον από τους φιλοξενουμένους του πρώην βασιλικού κτήματος στο Τατόι που έζησε στιγμές μεγάλης δόξας.

Η βασιλική έπαυλη χτίστηκε στο διάστημα από το 1884 έως το 1886 σε μία έκταση 47.427 στρεμμάτων, μετά την αγορά τριών τσιφλικιών από τον Γεώργιο Α΄. Ναοί, αποθήκες, οινοποιείο, στάβλοι, ακόμη και βουτυροκομείο είναι μεταξύ των κτισμάτων που και περιβάλλουν την πρώην βασιλική κατοικία. Το 1916 μεγάλη πυρκαγιά καταστρέφει το μεγαλύτερο μέρος του κτήματος, το οποίο θα αποκατασταθεί μετά το 1925.

Σήμερα, τα 40 κτίρια που αποτελούν το πρώην βασιλικό κτήμα διατηρούνται ως εκ θαύματος. Εκτός από την εγκατάλειψη, ο σεισμός του 1999 επέφερε καίρια πλήγματα στα κτίρια. Πέρα όμως από ορισμένες μικροεπεμβάσεις, δεν έχουν προχωρήσει οι μελέτες αποκατάστασής τους, παρ΄ ότι από το 2003 το κτήμα έχει περιέλθει στην κυριότητα του Δημοσίου. Προ ημερών μάλιστα πάγωσε ξανά η ένταξη του έργου αποκατάστασης στο Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για την Εκτέλεση Αρχαιολογικών Έργων.