ΑΣ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΝ ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΤΑ
ΨΕΜΑΤΑ, ΟΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ ΚΑΙ Η
ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ. ΓΙΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΕΨΑΝ.
ΦΟΒΑΜΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΠΩΣ ΠΕΡΑ
ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥΣ
ΨΕΥΤΕΣ, ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΙΚΟΙ
ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ
Ας αρχίσουμε από τα θεμελιώδη. Η ιστορική μας επιστήμη, η κοινωνιολογία και η δοκιμιογραφία μας έχει με σπουδαία έργα αποδείξει ότι για δύο πράγματα διακρίνεται ο νεοελληνικός λαός, την αφομοιωτική του ικανότητα και τον μαϊμουδισμό του. Το πρώτο αρετή σπάνια, το δεύτερο καρκίνωμα και χρόνιο χτικιό. Πριν από πολλά χρόνια, σε συνέδριο που έγινε στο Πάντειο (τα πρακτικά κυκλοφορούν από την «Εστία»), με εισηγήσεις κορυφαίων Ελλήνων ιστορικών, φιλοσόφων, αισθητικών, κριτικών και κοινωνιολόγων, η ταπεινότης μου (πριν καν βγάλουν γένια τα μειράκια που τώρα κορυβαντιούν) είχα υποστηρίξει τη θέση πως ο ελληνικός πολιτισμός είναι (και ήταν) πάντα μιγαδικός, μπάσταρδος και ότι αυτή είναι η δύναμή του. Από τον «Ερωτόκριτο» και τον «Σολωμό» έως τον συμβολισμό, τον υπερρεαλισμό και τον κυβισμό, οι Έλληνες δημιουργοί φιλτράριζαν και διύλιζαν τα ξένα ρεύματα, τα αφομοίωναν και τα προσάρμοζαν στον ψυχισμό τους και στη δεκτικότητα των μορφών που καλλιέργησαν δόκιμα.
Τα ίδια είχα υποστηρίξει σε συνέδριο με θέμα «Μοντερνισμός και παράδοση» στο ίδιο πάνελ με τον Ιάνη Ξενάκη, τον Κάλας, τον Σβορώνο. Όχι, δηλαδή, να μου βγαίνουν θρασύτατα οι αδιάβαστοι νάνοι!
Αντίθετα, κατάρα του πολιτισμού μας ήταν ο μαϊμουδισμός, ο πολιτισμικός μεταπρατισμός, η ξενομανία και η ξενολαγνεία. Πέρα από τους θεωρητικούς μας αναλυτές, τα ωραιότερα σατιρικά και χιουμοριστικά μας κείμενα και τα θεατρικά μας έργα από τον 19ο αιώνα έως την επιθεώρηση τον μαϊμουδισμό μας ξεμπροστιάζουν. Ο σπουδαίος Μιλτιάδης Χουρμούζης στο έργο του «Μαλακώφ» σατιρίζει τις μεγαλοαστές της Πόλης που παραγγέλλουν καπέλα, ενδύσεις, γάντια και βέλα στο Παρίσι, αλλά ασχολούνται με μάγια, ξόρκια, ξεματιάσματα και κατά δέσμας φλιτζάνι και τράπουλα ταρό για να εξολοθρεύσουν συγγενείς, εραστές και γειτόνισσες.
Όταν πρωτοβγήκε το περιοδικό «Διαβάζω» μοιραζόμαστε με τον Αλ. Αργυρίου το κεντρικό δοκίμιο. Είχα λοιπόν τότε γράψει πόσο πίσω είχαμε μείνει σε σημαντικές μεταφράσεις μεγάλων κειμένων της θεωρίας, της φιλοσοφίας, της επιστημολογίας. Και είχα ευθέως κατηγορήσει τους πανεπιστημιακούς μας ότι δεν θέλησαν να μεταφράσουν Έγελο, Καντ, Βέμπερ, Χάιντεγκερ, ακόμη και Ντεριντά, διότι απλώς θα ξεγυμνώνονταν στους αναγνώστες και φοιτητές τους, αφού αυτούς στα δικά τους συγγράμματα αντέγραφαν, μαϊμούδιζαν ή διασκεύαζαν. Μου τηλεφώνησε τότε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και μου είπε πως είχα απόλυτο δίκιο και αναλάμβανε και ο ίδιος τις ευθύνες του.
Ξενόφοβοι λοιπόν οι Έλληνες, οι πραματευτάδες των Βαλκανίων, οι μετανάστες όπου γης που συνυπήρξαν με αλλόδοξους, αλλόγλωσσους, οι μισοί επαναστάτες του ΄21 ήταν Αρβανίτες και οι μισοί Έλληνες αδελφοποιητοί με τους Τούρκους. Το γνωστό ελληνικό σύνδρομο «Βγάζω το μάτι του διπλανού μου και υπονομεύω τον γείτονα» δεν περιορίζεται ως γνωστόν στους ξένους, είναι ίδιον της φυλής.
Δεν υπήρξε καλλιτεχνική μόδα, τρόπος, ύφος, στυλ, θεματογραφία που να μην τη δανειστήκαμε και να μην την αντιγράψαμε. Αυτοί που φωνάζουν γιούχα στην Επίδαυρο έχουν έλλειψη Παιδείας; Να το δεχτώ. Αλλά κι αυτοί που ουρλιάζουν και γράφουν ουρλιάζοντας «μπράβο» είναι τσανακογλείφτες όποιου ξενισμού, γονυκλινείς προσκυνητές κάθε ξένου, σαν τις κυράτσες του Χουρμούζη, δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς καπέλα απ΄ το Παρίσι και χωρίς έξωμα από το Βερολίνο. Τι έξοχα τα σατίρισε όλα αυτά ο Στάικος πρόσφατα, όπου όλη η μεγαλοαστική Ελλάδα μάθαινε βαλς για να υποδεχτεί τον Όθωνα!
Αλλά αν τα μεγάλα θεατριζόμενα πλήθη που ξοδεύουν πολλά για να φτάσουν στην Επίδαυρο, όπως τα κατηγορούν οι ξεσκολισμένοι του μαϊμουδιστάν, αν πράγματι τους λείπει (που τους λείπει, πού να την πάρουν στη χωλή εγκύκλια εκπαίδευση;) Παιδεία, πώς θα την αποκτήσουν θεατρικά; Με τα πειραγμένα κείμενα, τα υπονομευμένα, τα ανασκολοπισμένα; Θα μυούσες έναν μουσικά αμόρφωτο λαό ξεκινώντας από Βέμπερν και Στοκχάουζεν;
Αυτοί που σήμερα ωρύονται ως νέοι μυήθηκαν στις παραστάσεις του Κουν, του Μινωτή, του Σολομού, του Ευαγγελάτου, του Γ. Μιχαηλίδη που τώρα φτύνουν μετά βδελυγμίας, ώστε να μπορούν, τρομάρα τους, να αποδομούν και να πειράζουν;
Διάβασα και το «επιχείρημα» πως κάποιοι, λέει, σήμερα θέλουν παραστάσεις τραγωδίας με χλαμύδες. Πάνε στράφι οι προσπάθειές μας στο Μουσείο της Επιδαύρου, αφού αγνοούν και τα αυτονόητα. Πού τα τελευταία τριάντα χρόνια είδαμε χλαμύδες και πέδιλα στην Επίδαυρο; Σχεδίασαν ποτέ αρχαϊκά κοστούμια ο Δ. Φωτόπουλος, ο Πάτσας, ο Ζιάκας, ο Μόραλης, ο Μυταράς, η Μανωλεδάκη, ο Μεντζικώφ, η Χρυσικοπούλου, ο Βέττας, η Πεζανού; Στη φετινή έκθεση με τα κοστούμια των «Περσών», πού είδαν χλαμύδες και τα ρέστα;
Αρχαϊκό κτίσμα στην Επίδαυρο έχει να παρουσιαστεί από τη δεκαετία του ΄60, στα τελευταία του Κλώνη. Στην Επίδαυρο είδαμε τις έξοχες μεταλλικές σφαίρες του γλύπτη Θόδωρου, τα ελάσματα του γλύπτη Τάκη, τα ξόανα του γλύπτη Γιάννη Παπά, το σκηνικό-αιδοίο του Μίτσελ στη «Μήδεια» των Βολανάκη-Μελίνας. Ο Ευαγγελάτος έπαιξε τον «Ρήσσο» με σκηνικά χαρακώματα και κοστούμια κομάντος και παραλλαγής. Τους «Επιτρέποντες» με κοστούμια κωμωδιών του Όσκαρ Ουάιλντ και ταινιών του Ορέστη Λάσκου. «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» με τους ρόλους ντυμένους σαν τον Ντισραέλι, τον Ταλλεϋράνδο και τον Μέτερνιχ και τον χορό αγγελάκια μπαρόκ. Ο Κουν με τον Φωτόπουλο έβγαλαν το χορό του Οιδίποδα με γάζες, σαν τους λεπρούς του Μεσαίωνα.
Γιατί όλα αυτά και άλλα τόσα δεν γιουχαΐστηκαν στην Επίδαυρο και μάλιστα 20 και 25 χρόνια πριν. Διότι, ω αφελείς, δεν πρόδιδαν τον Νουν των κειμένων, διότι ερμήνευαν, δεν ανέτρεπαν τις ιδέες και το ήθος των ηρώων και ό,τι λεγόταν στη σκηνή δεν το ακύρωνε η όψις ή η υποκριτική και η χειρονομία.