ΤΟ 1957 ΗΤΑΝ Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΩΝ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ.
ΠΩΣ ΠΕΡΑΣΑΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ ΤΙΜΑΜΕ
ΤΑ ΕΚΑΤΟΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΗΣ
ΤΟΥ. ΕΠΕΙΔΗ ΚΑΘΕ ΤΟΣΟ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΕΠΕΤΕΙΟΙ
ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕ
ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΟΥ ΖΩΗ, ΘΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
ΠΟΥ ΠΙΟ ΕΥΚΟΛΑ, ΩΣ ΕΠΟΧΗ ΓΕΝΙΚΗΣ
ΧΑΛΑΡΩΣΗΣ, ΕΥΝΟΕΙ ΤΕΤΟΙΕΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ, ΓΥΡΙΖΩ
ΠΙΣΩ ΚΑΙ ΜΕΤΡΩ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΩ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΛΑΘΗ
ΚΑΙ ΜΙΚΡΕΣ ΔΟΞΕΣ, ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΛΟΞΕΣ, ΤΡΙΚΛΟΠΟΔΙΕΣ
ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΚΑΙ ΑΦΕΛΕΙΕΣ, ΜΑΤΑΙΩΣΕΙΣ,
ΑΝΑΣΤΟΛΕΣ ΚΑΙ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΑ ΡΙΣΚΑ
Εκείνο τον Μάρτη του ΄57, το έχω καταθέσει και παλιότερα, φοιτητής δευτεροετής της Φιλοσοφικής Αθηνών, επιφορτίστηκα από την τότε ΔΕΣΠΑ (Διοικούσα Επιτροπή Συλλόγων Πανεπιστημίου Αθηνών) και τον πρόεδρό της Απόστολο Κακλαμάνη να εκφωνήσω στον εξαίσιο χώρο του κινηματοθεάτρου της Πανεπιστημιακής Λέσχης «Ίριδα» (αυτό το εγκαταλειμμένο σήμερα διαμάντι της Αρ Νουβό) τον πανηγυρικό για να τιμηθεί ο μεγάλος Ζακύνθιος.

Η τελετή έγινε (προλόγισε ο Κακλαμάνης και εκ μέρους της Φιλοσοφικής με παρουσίασε ο αείμνηστος φίλος Ανδρέας Λεντάκης) παρουσία και των πρυτανικών αρχών και των καθηγητών πολλών Σχολών του Πανεπιστημίου. Έως τη στιγμή που άρχισα να διαβάζω τον λόγο μου. Τότε σύσσωμο το πρυτανικό σώμα και όλοι οι καθηγητές της Φιλοσοφικής πλην ενός

Εκείνη την εποχή το Ωδείο Αθηνών ήταν μια κυψέλη νέων μελισσών που έμελλε να δώσουν πολύ μέλι στον τόπο

απεχώρησαν αγανακτισμένοι. Έμεινε μόνο ο Γεώργιος Ζώρας, καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας. Την επομένη με κάλεσε με θυροκολλημένη στο σπουδαστήριο της Γλωσσολογίας ανακοίνωση ο κοσμήτωρ Γεώργιος Κουρμούλης για να με απειλήσει με δεινά επειδή τόλμησα να μιλήσω για τον Σολωμό σε χυδαία γλώσσα!!!

Στις εξετάσεις του Ιουνίου γράφοντας μόνο ένα θέμα από τα τρία (περί κυπριακής δημώδους ποιήσεως) στο μάθημα του Ζώρα βαθμολογήθηκα με εννέα και ο καθηγητής με κάλεσε να με προτρέψει να προτιμήσω το Φιλολογικό Τμήμα, διότι είχε εκτιμήσει την επίδοσή μου. Εγώ όμως δείλιασα να τολμήσω. Με μουτζουρωμένα χαρτιά και με πατέρα πρώην εξόριστο που έθρεφε γυναίκα και τρεις γιους (τότε, θυμίζω, πληρώναμε και δίδακτρα και όλα τα βιβλία μας), δεν θέλησα να χτυπήσω τη γροθιά στο αγκάθι. Εξάλλου, τότε, με γοήτευε και η Αρχαιολογία και η Ιστορία. Έκανα βέβαια κάτι αλαζονικό που το πλήρωσα. Όταν γράφτηκα στο Αρχαιολογικό- Ιστορικό (μετά τα δύο κοινά χρόνια επιλέγαμε ένα από τα δύο Τμήματα) και έκπληκτος με φώναξε ο Ζώρας να με επιπλήξει («σας έκανα την τιμή να σας επιλέξω για βοηθό μου κ.τ.λ.») ως δικαιολογία τού είπα με περίσσιο θράσος: «Κύριε καθηγητά, αφού με επιλέξατε ως ικανό να ασχοληθώ με τα Νέα Ελληνικά, αυτό σημαίνει πως έχω γερές βάσεις. Καλό δεν είναι να μάθω ό,τι δεν ξέρω καλά, Αρχαιολογία και Ιστορία;». Με πέταξε έξω. Σε τρεις μήνες μού το πλήρωσε. Τον Σεπτέμβριο του 1957 απεφάσισα να παρακολουθήσω μαθήματα Δραματικής Τέχνης. Είχα γοητευθεί από τον Δάσκαλο Δημήτρη Ροντήρη που είχε κληθεί το 1955, όταν είχε εκδιωχθεί από το Εθνικό για να τον διαδεχθεί ο Χουρμούζης, από τον Μαρινάτο να διδάξει τραγωδία. Τότε τον πλησίασα, του είχα εκφράσει την επιθυμία μου και μου είχε πει: «Θα έρθεις ύστερα από δύο χρόνια και θα υποσχεθείς πως θα τελειώσεις τη Φιλοσοφική».

Για να μη βάλω τον πατέρα μου σε έξοδα δοκίμασα να δώσω εισαγωγικές εξετάσεις στη Δραματική του Εθνικού, όπου η φοίτηση είναι δωρεάν. Ο Ροντήρης δίδασκε στο Ωδείο Αθηνών, στη δική του μητέρα σχολή, αφού εκεί μαθήτευσε στον μεγάλο Θωμά Οικονόμου. Έως το 1951 δίδασκε μαζί του και ο Βεάκης.

Όταν προσήλθα στις εξετάσεις του Εθνικού, μέσα στο μισοσκόταδο της αίθουσας με είσοδο την οδό Μενάνδρου (όπου τώρα η Νέα Σκηνή) διέκρινα τον Τερζάκη, τον Χορν, τον Κωτσόπουλο και τον Βόκοβιτς- οικείες φυσιογνωμίες από την Επίδαυρο και τις παραστάσεις που έβλεπα. Μόλις ανήγγειλα τι πρόκειται να τους παρουσιάσω ακούστηκε από το βάθος μια γνωστή φωνή να λέει «όσο βρίσκομαι εγώ σ΄ αυτήν τη Σχολή ο κύριος Γεωργουσόπουλος θα ζει σε ναρκοπέδιο». Ήταν ο Γεώργιος Ζώρας που δίδασκε Ελληνική Λογοτεχνία. Κοκκίνισα από θυμό, είπα «ευχαριστώ» και αποχώρησα. Οι εξετάσεις στο Ωδείο Αθηνών έγιναν ενώπιον του Ροντήρη, του Σιδέρη και του διευθυντή του Ωδείου, μεγάλου πιανίστα, Σπύρου Φαραντάτου. Ο Ροντήρης, φανατικός σολωμικός, μόλις άκουσε πως είχα επιλέξει από την ποίηση να απαγγείλω το «Όνειρο» του Σολωμού, δεν άκουσε καν τον θεατρικό μονόλογο που είχα μόνος μου μελετήσει, τον μονόλογο του Πολυμήστορα από την «Εκάβη» του Ευριπίδη, επηρεασμένος από τη συνταρακτική ερμηνεία του Κωτσόπουλου δίπλα στην Παξινού (σκηνοθεσία Μινωτή) που είχα δει στην εναρκτήρια παράσταση του Φεστιβάλ της Επιδαύρου.

Στη Σχολή βρήκα τη Μάρω Κοντού, τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου, τον Στέλιο Παπαδάκη (αργότερα σκηνοθέτη στο Εθνικό- ανάστημα του Σολομού). Συσπουδαστές μου ο Τάκης Εμμανουήλ (που ευδοκίμησε κυρίως στον ελληνικό και ξένο κινηματογράφο), η Έφη Παπαθεοδώρου (που έκανε δύο χρόνια τώρα μια δεύτερη δημοφιλή καριέρα ως Θεοπούλα), ο Βασίλης Λιόγκαρης (θαυμάσιος πεζογράφος με μυθιστορήματα που μνημείωσαν την προσφυγιά της Καλλιθέας) και δύο φίλοι που έφυγαν τόσο νωρίς για το Αλλού: ο θαυμάσιος ηθοποιός και σεναριογράφος Γιάννης Κανδήλας και ο Φώντας Κονδύλης, πεζογράφος και μεταφραστής.

Εκείνη την εποχή το Ωδείο Αθηνών ήταν μια Κυψέλη νέων μελισσών που έμελλε να δώσουν πολύ μέλι στον τόπο. Δίπλα ακριβώς στην αίθουσα της Δραματικής ήταν το γραφείο και το σπουδαστήριο του Γεωργίου Σκλάβου, ενός από τους μείζονες συνθέτες της Εθνικής Σχολής. Συχνά διέσχιζε τον κήπο ο πολύς Φιλοκτήτης Οικονομίδης, διευθυντής και πρώτος μαέστρος της Κρατικής Ορχήστρας, ο Θεόδωρος Βαβαγιάννης, ένας γλυκύτατος σβέλτος άνθρωπος που χόρευε διευθύνοντας Μπετόβεν. Ο Φαραντάτος, αυστηρός και αμείλικτος δάσκαλος πιάνου, ο Βολονίνης, σολίστας της Κρατικής, πρώτο βιολί. Και ο ιδιοφυής Σπύρος Περιστέρης, αρχιψάλτης της Μητρόπολης.

Μαζί μας σπούδαζαν μουσική ο Ξαρχάκος, βιολί τότε ο Μούτσης, τραγούδι η Γιοβάννα και σύνθεση ο Μαρκόπουλος, βιολί ο Κώστας Καβάκος (ο πατέρας του Λεωνίδα), βιολοντσέλο ο Κώστας Κύρου, αργότερα κορυφαίοι στην Κρατική Ορχήστρα. Θυμάμαι που ο Ροντήρης έφερε κάποτε στην τάξη τον Μαρκόπουλο που ο Φαραντάτος τον κλείδωνε σε μια αίθουσα για ώρες ώστε να λύσει ένα πρόβλημα- θέμα φούγκας για να μας βεβαιώσει πόσες ώρες εργαζόταν. Θυμάμαι τότε ο Μαρκόπουλος έμενε σε ένα δωμάτιο στο σπίτι του Μποστ και είχε συγκροτήσει μια ορχήστρα δωματίου με Ξαρχάκο, Λεοντή, Κύρου, Καβάκο, Μούτση που βέβαια δεν φτούρησε. Δεν λέγεται η ζήλεια όλων μας όταν φώναξε στο Εθνικό ο Σολομός τον Μαρκόπουλο και δεκαεννιάχρονος έγραψε τη μουσική για τα «Λάθη μιας νύχτας» του Γκόλντσμιθ.