Σπίτι σ’ ένα βουνό, πολύ μακριά από την Αθήνα. Μεγάλη η παρέα. Ο οικοδεσπότης,

η οικοδέσποινα, μία ποιήτρια, ένας οικονομολόγος, μία ψυχολόγος, ένα ζευγάρι

μηχανικών, μία σκηνοθέτις κι εγώ. Είχαμε αρχίσει να τρώμε για μεσημέρι, όταν

χτύπησε η πόρτα και εμφανίσθηκε, κρατώντας στα χέρια του μια τούρτα, ένας

κοστουμαρισμένος κύριος, κορδωμένος και περιχαρής.

Τον γνωρίζαμε όλοι. Πολιτικό πρόσωπο, με υψηλή θέση, με δυνατότητες σημαντικών

αποφάσεων. Του είχα τηλεφωνήσει, κάποια μέρα, για μια συνάντηση στο γραφείο

του. Το θέμα, κλαδικό. Και επιστημονικό, θα έλεγα. Δεν «μου γύρισε» το

τηλεφώνημα. Ξανατηλεφώνησα, ύστερα από δυο μέρες, γιατί το ζήτημα ήταν

επείγον. Αγρόν ηγόρασε και πάλι. Τρίτη, τέταρτη, πέμπτη φορά, τίποτα. Τι να

κάνω; Παραιτήθηκα της προσπάθειας.

Κάθησε στο τραπέζι, απέναντί μου. Με υφάκι ανθρώπου που αισθάνεται «γιος τού

πάρ’ τα όλα». Δεν έχασα καιρό: «Γιατί δεν μού τηλεφωνήσατε;» τον ρώτησα. «Δεν

σας γύρευα ρουσφέτι. Μια συνάντηση ήθελα, ως εκπρόσωπος ενός συλλόγου». Άρχισε

να μου λέει παγερά και απολύτως απαξιωτικά διάφορα, για πολλές δουλειές,

τρεχάματα και προβλήματα. «Τα πήρα». «Θα σας πω κάτι», του είπα. «Σε έξι

μήνες, έναν χρόνο, δυο χρόνια το πολύ, σεις δεν θα έχετε τη θέση που κρατάτε

σήμερα. Και θα πάθετε, μοιραία, ζημιά…».

Ξεροκατάπιε, γιατί η ατμόσφαιρα είχε κάπως ηλεκτριστεί. Θέλησα να την

αποφορτίσω. Κάποτε, πρόσθεσα, επί δικτατορίας ο Λαδάς πήγε στην Ασφάλεια, στο

κελί του Μίκη και του ‘πιασε κουβέντα: «Μίκη, εσύ είσαι λαϊκός άνθρωπος, όπως

εμείς. Λαϊκά τραγούδια γράφεις. Κανονικά, θα έπρεπε να είσαι με το μέρος μας.

Με την Επανάσταση». Ο Θεοδωράκης τον κοίταξε από την κορυφή ώς τα νύχια και

του τόνισε: «Άκουσε, κύριε Λαδά, όταν τα τανκς της 21ης Απριλίου θα πουλιόνται

για παλιοσίδερα, εγώ θα είμαι ζωντανός. Τα τραγούδια μου θα εξακολουθεί να τα

λέει ολόκληρη η Ελλάδα».

Τέτοιες ιστορίες σκέφτομαι κάθε φορά που γίνεται κυβερνητικός ανασχηματισμός.

Κάποιοι υπουργοί – υπάρχουν και εξαιρέσεις – που «πούλαγαν μούρη» όσο είχαν

ένα μερίδιο εξουσίας, από τη μια μέρα στην άλλη, ύστερα από ένα πρωθυπουργικό

«όχι», καταρρέουν σαν άδεια σακιά. Το ίδιο και οι γενικοί γραμματείς τους

κ.λπ. Να ξέρατε πόσα τέτοια άδεια σακιά έχω γνωρίσει όλ’ αυτά τα χρόνια που

εργάζομαι στα «NEA»…