«Σήμερα τα της μνήμης θεωρούνται παλιά πράγματα. Σήμερα θεωρούμε πολιτισμό

την ανάπτυξη, το όνειρο δηλαδή των εργολάβων», λέει ο Χρήστος Μποκόρος, που

επιμένει στην μη-λήθη, την αλήθεια

«Το “αδιάβαστο δάσος – Βίνιανη 2004” είναι το δάσος που δεν το διάβασε παπάς –

δεν μπορείς να το διαβείς και δεν μπορείς ούτε να το διαβάσεις», λέει ο

ζωγράφος Χρήστος Μποκόρος, «αλλά αν περιπλανηθείς εν σιωπή μπορεί ν’ ακούσεις

το θρόισμα των απόντων». Σ’ αυτούς τους αμίλητους φλογερούς αγωνιστές που

έγιναν κάρβουνο καυτό και μαύρο, που «πονάει», είναι αφιερωμένη η επάνοδος του

ζωγράφου.

Εγκώμιο των νικημένων: Ύστερα από επτά χρόνια απουσίας από τις αίθουσες

εκθέσεων, ο ζωγράφος δεν επιστρέφει με φλογίτσες κεριά, πρόσφορα και κλαδιά

ελιάς, επιστρέφει δριμύτερος, με μια μεγάλη εικαστική εγκατάσταση. Όταν

βρεθούμε στα βουνά και στα δάση, αναπνέουμε καλύτερα, ακούμε καλύτερα,

βλέπουμε πιο καθαρά, γεμίζουμε ενέργεια, ξυπνά μέσα μας και μας κατακλύζει ένα

αίσθημα ελευθερίας.

– Τι είναι η Βίνιανη, τι έγινε στη Βίνιανη; «Σήμερα είναι ένα μικρό,

έρημο χωριό. Κάποτε ήταν η πρώτη πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας». Εκεί, στα

βουνά, ο Χρήστος Μποκόρος έχει το καταφύγιό του. Ένα σπιτάκι στον τόπο όπου

είχε την έδρα της η κυβέρνηση του βουνού. Αρχικά εκεί ήθελε να στήσει το

μνημείο στους ανώνυμους αγωνιστές της αντίστασης και της ελευθερίας.

Το ξύλινο τείχος από όρθια παλιά σανίδια που τέμνει στα δύο τον λευκό χώρο της

Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Ψηλά, τα σανίδια είναι μαύρα, σαν καμένα – ένας μαύρος

ουρανός. Στο μέσον σχηματίζουν έναν φράχτη, σε φυσικό χρώμα, και πιο χαμηλά,

σύρριζα στο πάτωμα, ανακαλύπτεις ζωγραφισμένα «με την τρίχα», με τον

απερίγραπτα λεπτό τρόπο του Μποκόρου, χιλιάδες πολύχρωμα, ταπεινά

αγριολούλουδα. Έναν κάμπο που «σκεπάζει» τα κόκαλα χιλιάδων ανώνυμων

αγωνιστών. Για να τον δεις καλά πρέπει να πέσεις στα γόνατα. Από τις

χαραμάδες, ανάμεσα στα σανίδια που αιωρούνται σαν σώματα απαγχονισμένων,

βγαίνει ένα φως.

Το δάσος «μοιάζει αδιαπέραστο», αρκεί όμως να σπρώξεις ένα σανίδι για να

διαπιστώσεις ότι κρέμεται ανάλαφρο σαν κουρτίνα, και να περάσεις απέναντι. Από

το σκοτάδι της αίθουσας στο άπλετο φως.

Ένα γυμνό, ακρωτηριασμένο κορμί, ακέφαλο, είναι ζωγραφισμένο αχνά πάνω

στα παλιά, χοντρά πανιά που κρέμονται σαν λάβαρα στον απέναντι τοίχο.

«Τον ξεγύμνωσαν», διαβάζουμε στον κατάλογο, «του κόψανε το κεφάλι. Του κόψανε

τα χέρια απ’ τους ώμους και τα πόδια απ’ τα γόνατα και κάτω. Τα κεφάλια τα

πάστωσαν με ρίγανη κι αλάτι για να μη μυρίζουν και τα περιφέρανε στα χωριά

συνοδεία οργάνων. Ύστερα τα κρεμάσανε στην πλατεία. Δημοσίευσαν και φωτογραφία

στις εφημερίδες. Νίκησαν». H περιγραφή ανακαλεί τον Άρη. Ποιον Άρη; «Της

Καλαμαριάς», μας επαναφέρει.

Τι σημαίνει μνημείο; «Μνήμη και μνημόσυνο μαζί». Και μνήμη τι σημαίνει; «Αυτό

που δεν χωράει στη λήθη και, για όποιον ξέρει ελληνικά, αυτό λέγεται αλήθεια.

Το αίμα νερό δεν γίνεται. Αυτά αρκούν για τους εχέφρονες. Οι άλλοι, αδαείς θα

μείνουν. Σήμερα όμως αυτά τα της μνήμης θεωρούνται παλιά πράγματα. Σήμερα

θεωρούμε πολιτισμό την ανάπτυξη, το όνειρο δηλαδή των εργολάβων».

«Συλλογική συμμετοχή επιδιώκω»

Οι ανώνυμοι έχουν την ουσία, λέει ο Χρήστος Μποκόρος. «Οι ανώνυμοι δεν

έχουν πρόσωπο ή μάλλον το πρόσωπό τους κοιτάει αλλού. Το βασικό που θέλω να πω

είναι ότι το μυστικό είναι κρυμμένο στην ίδια την εικόνα των έργων και, αν μας

είναι αναγκαίο, είναι αναγκαίο όχι για να το λέμε, αλλά για να το βλέπουμε,

γιατί οι εικόνες δεν λέγονται. Βλέπονται. Κι εγώ εικόνες φτιάχνω.

H τέχνη, αν δεν σου κόβει τα γόνατα και αν δεν σου δίνει φτερά, δεν έχει

νόημα. H τέχνη δεν είναι για να μιλάς γι’ αυτήν και να φαίνεσαι, είναι για ν’

αφήνεσαι σ’ αυτήν και κάποτε να χάνεσαι. Κι όποιος μπορεί, μακάρι να το κάνει.

Κι αυτό που εν τέλει μένει, το ίδιο το έργο δηλαδή, είναι ο μόνος αδιάψευστος

μάρτυρας και κριτής του ανθρώπου. Τη συλλογική συμμετοχή επιδιώκω. H τέχνη

είναι η κοινωνία ανθρώπων, η επικοινωνία όλων των ανθρώπων».

INFO

Χρήστος Μποκόρος, «Αδιάβαστο δάσος – Βίνιανη 2004» στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη

(Πλατεία Κολωνακίου 20, τηλ. 210-3608.278). Έως τις 4 Δεκεμβρίου.