Κάθε φορά που βρίσκομαι στην Αλβανία (όπως αυτές τις ημέρες), μου συμβαίνει να

ακούω από τους φίλους μου την ίδια παρατήρηση: «Ξέρεις ότι κάποιες φορές μιλάς

αλβανικά με ελληνική προφορά;». Το ξέρω, αλλά δεν το ελέγχω. Μου βγαίνει

αυθόρμητα και το συνειδητοποιώ με κάποια καθυστέρηση. Έτσι, κάποιες φορές τα

αλβανικά μου «ελληνίζουν». Στην Ελλάδα μού συμβαίνει το ίδιο πράγμα, αλλά

αντίστροφα. Οι Έλληνες φίλοι μου κάποιες φορές παρατηρούν ότι προφέρω τα

ελληνικά με μια «ελαφριά ξένη προφορά». Από αυτή την άποψη, τα ελληνικά μου

πού και πού «αλβανίζουν». Απ’ ό,τι φαίνεται λοιπόν, είμαι ένας άνθρωπος που

έχει απολέσει την απόλυτη γλωσσική «καθαρότητα». Και όχι μόνο γλωσσική…

Τις προάλλες, κάποιος Αλβανός δημοσιογράφος με κάλεσε στην εκπομπή του στο

ραδιόφωνο και ανάμεσα στα άλλα με ρώτησε εάν νιώθω να ανήκω περισσότερο στην

αλβανική ή στην ελληνική κουλτούρα. «Και στα δυο» – απάντησα. «Πολιτισμικά

είμαι μάλλον ένας μιγάς και θα όριζα τον εαυτό μου ως Αλβανο-Έλληνα ή ως

Ελληνο-Αλβανό». Είδα τότε να σκιαγραφείται ένα είδος διακριτικής αμηχανίας στο

πρόσωπο του δημοσιογράφου και ίσως κατάλαβα το γιατί. Θα προτιμούσε μάλλον να

του πω ότι έχω κρατήσει «καθαρή» την ταυτότητά μου, ότι δεν έχω αλλάξει ούτε

γραμμάριο: ότι μάλιστα στην ξενιτιά έχω γίνει ακόμα πιο «Αλβανός» απ’ ό,τι

ήμουν στην Αλβανία. Αυτά δεν μας «μαθαίνει», άλλωστε, το βαλκανικό (και όχι

μόνο το αλβανικό) αφήγημα περί εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας; Τους

μετανάστες μας, έχουμε μάθει να τους θεωρούμε ως «εθνικές κοινότητες» παρά ως

διαπολιτισμικές υπάρξεις, ως ομογενείς παρά ως «πολιτισμικά μιγάδες» –

Ελληνο-Αλβανούς, Αλβανο-Γερμανούς, Ελληνο-Γερμανούς κ.λπ. Γιατί «πολιτισμικά

μιγάς» για τη «Βαλκανική» μας αντίληψη σημαίνει κάπως νοθευμένος, κάπως «ούτε

από εκεί ούτε από εδώ». Πώς να κάνεις, άλλωστε, στον «μιγά» την αγαπημένη

«βαλκανική ερώτηση»: «Με ποιον είσαι, με «εμάς» ή με «αυτούς»;». Ή ακόμα

περαιτέρω: «Με ποιον θα πολεμούσες, εάν γινόταν πόλεμος;» – όπως ρωτούσαν

ακόμα και νυν βουλευτές τον Οδυσσέα Τσενάι…

Μας έχουν μάθει λοιπόν ότι οι πολιτισμικές ταυτότητες είναι «αιώνιες ουσίες»

που κουβαλάμε στο αίμα μας εκ γενετής και που δεν επηρεάζονται από την επαφή.

Ειδικά όταν η επαφή και η ανταλλαγή εννοούν τον άλλο Βαλκάνιο (αυτόν δηλαδή

που «ερεθίζει» την απειλή της ομοιότητας, την οποία έχεις απωθήσει στο «εθνικό

ασυνείδητο»), τότε ισούνται με «κίνδυνο αλλοίωσης». Ο Μαξ Βέμπερ μιλούσε για

ταυτότητες που μοιάζουν με «σιδερένια κλουβιά» και μια ταυτότητα που δεν

επηρεάζεται και δεν αλλάζει – ιδιαίτερα στις συνθήκες της μετανάστευσης –

μοιάζει ακριβώς με ένα «σιδερένιο κλουβί»…

Ουκ ολίγες φορές συναντώ μετανάστες γονείς που ανάμεσα στα άλλα ανησυχούν ότι

τα παιδιά τους χάνουν την ταυτότητα και τις «ρίζες» τους. Προσωπικά δεν

ανησυχώ και τόσο. Γιατί πιστεύω ότι αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα,

και οι γονείς παρερμηνεύουν, είναι το γεγονός ότι τα παιδιά αλλάζουν. Τα

παιδιά αντιμετωπίζουν άλλες προκλήσεις, έχουν άλλες απαιτήσεις από το

καινούργιο περιβάλλον όπου βρίσκονται. Δεν νιώθουν «ξεριζωμένοι» – σε

τελευταία ανάλυση ο άνθρωπος δεν είναι δέντρο αλλά ένας ζωντανός οργανισμός με

λογική και ελεύθερη θέληση – και διεκδικούν περισσότερο το δικαίωμα στην

ισότητα παρά στη διαφορετικότητα. Και καλά κάνουν. Θα ανησυχούσα, εάν τα

παιδιά παρέμεναν «πολιτισμικά φωτοαντίγραφα» των γονέων τους. Γιατί δεν

υπάρχει μεγαλύτερη υπαρξιακή και πολιτισμική αποτυχία, για έναν άνθρωπο που

έχει μεταναστεύσει, από το να παραμένει «το ίδιο», όπως ήταν ή όπως θέλουν οι

γονείς του να είναι. Όπως είναι επίσης αποτυχία για έναν πολιτισμό να δέχεται

μετανάστες, καινούργιους ανθρώπους και πολιτισμούς, και να μείνει τελείως

ανεπηρέαστος, θεωρώντας την αλλαγή ως απειλή…

Ο Γκαζμέντ Καπλάνι είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος