Στο πλαίσιο της αποδοτικότερης διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της εντάσσεται

η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος να προχωρήσει στην πώληση είκοσι τόνων

χρυσού από τα συνολικά αποθέματά της ύψους 147 τόνων.

Ο χρυσός πουλήθηκε για να τοποθετηθούν τα 207 εκατ. ευρώ – που απέφερε η

πώληση – σε αποδοτικότερες επενδύσεις

Αυτό απαντά η Τράπεζα της Ελλάδος μετά τον θόρυβο που δημιουργήθηκε από την

πώληση χρυσού.

Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της Τραπέζης της Ελλάδος, το ποσό που

συγκεντρώθηκε από την πώληση και ανέρχεται σε 207 εκατ. ευρώ θα επενδυθεί «σε

ασφαλείς τοποθετήσεις που αποφέρουν αποδόσεις από 2% – 4% (όπως π.χ. ομόλογα

ευρωπαϊκών κυβερνήσεων) έναντι της σχεδόν μηδενικής απόδοσης των τοποθετήσεων

σε χρυσό και δεν τίθεται θέμα εκχώρησης του προϊόντος της ρευστοποίησης σε

οποιονδήποτε τρίτο, η οποία άλλωστε αποκλείεται και από την ισχύουσα

νομοθεσία».

H Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε να αναβαθμίσει ποιοτικά τα χρυσά νομίσματα και

πλακίδια που αγόραζε από το κοινό και να τα μετατρέψει σε ράβδους διεθνών

προδιαγραφών που είναι εμπορεύσιμες. Οι μετατροπές αυτές, που για ευνόητους

λόγους έγιναν με απόλυτη μυστικότητα και με τη συνδρομή της Ελληνικής

Αστυνομίας, ολοκληρώθηκαν εκτός Ελλάδος, σε οίκους που διέθεταν τις

απαραίτητες εγκαταστάσεις και ανάλογη εξειδίκευση. Στα τελευταία πέντε χρόνια

έγινε αναβάθμιση 81 τόνων χρυσού σε ράβδους. Το ένα τέταρτο από αυτήν την

ποσότητα (20 τόνοι) αποφασίσθηκε να πωληθεί προκειμένου να επενδυθεί σε

ασφαλείς τοποθετήσεις.

Οι υψηλότερες αποδόσεις από την τοποθέτηση του προϊόντος της πώλησης του

χρυσού, ύψους 207 εκατ. ευρώ, θα αποφέρουν επιπλέον έσοδα στην Τράπεζα, τα

οποία εκτιμάται ότι σε ετήσια βάση θα ανέλθουν περίπου σε 5 εκατ. ευρώ. Το

ποσό που αντιστοιχεί στη χρήση του 2003 θα προσμετρηθεί κατά τον υπολογισμό

των κερδών της χρήσης, τη διάθεση των οποίων θα αποφασίσει η Γενική Συνέλευση

των μετόχων την άνοιξη του 2004, όπως προβλέπει ο νόμος.