|
|
|
| Σε μία πόλη περιθωριακή (τη σημερινή Αθήνα…) δύο νέοι, που ενσαρκώνουν ο Θάνος Σαμαράς και η Αλεξία Καλτσίκη, ζουν τον καταδικασμένο έρωτά τους στο «Delivery» του Νίκου Παναγιωτόπουλου
|
«Αυτή η πόλη έχει αλλάξει και αιμορραγεί, άρα είναι ζωντανή» λέει ο
σκηνοθέτης. Και αυτή την αιμορραγία των σωμάτων και των ψυχών εκατοντάδων
χιλιάδων μεταναστών, άστεγων, ανθρώπων του δρόμου, επιθυμεί να καταγράψει στα
πλάνα της ενδέκατης ταινίας του που γυρίζει αυτό τον καιρό στην καρδιά του…
ερέβους: Ομόνοια, Πλατεία Βάθη, Σοφοκλέους, Ευριπίδου, Μεταξουργείο, Εξάρχεια.
Κι επειδή δεν πρόκειται για ντοκιμαντέρ, οι εκατοντάδες μετανάστες, πλανόδιοι
και γραφικές φιγούρες της πόλης, θα ερμηνευτούν από 500 κομπάρσους
σκηνοθετώντας και την παραμικρή τους κίνηση.
«Ο πρωταγωνιστής του “Delivery” είναι ένας έκπτωτος άγγελος (;) επαρχιώτης,
μαθητευόμενος άνθρωπος (;) στην περιθωριακή Αθήνα. Πέφτει από το πουθενά,
τιμωρεί αυτούς που θέλουν να τον πείσουν ότι είναι σάρκα εκ της σαρκός τους
και στο τέλος πετάει για το πουθενά…» εξηγεί και μας ιντριγκάρει ο Νίκος
Παναγιωτόπουλο για το τι είδος θα είναι η νέα ταινία του – το σενάριο το
έγραψε μαζί με τον Μισέλ Φάις. Δεν κρύβει, όμως, τον ενθουσιασμό του: «Αλλάζω
γραμμή πλεύσης με αυτό το φιλμ και νιώθω ότι θα είναι το καλύτερό μου.
Πρόκειται για καθαρή πολιτική ταινία με έναν καταδικασμένο έρωτα!».
Προς το παρόν – βρισκόμαστε σε νυχτερινό γύρισμα – βλέπουμε πώς δουλεύει ένας
από τους λίγους filmmaker του ελληνικού σινεμά κι είναι αυτό που θαυμάζουμε
πάνω απ’ όλα στις ταινίες του. Διαρκώς αεικίνητος, ελέγχει με πειθώ και
ευγένεια τους πάντες και τα πάντα, αλλάζει γωνίες λήψεις στο λεπτό, ξέρει απ’
έξω κι ανακατωτά τους φακούς για κάθε πλάνο, παίζει με τους φωτισμούς,
κοιτάζει συνεχώς από το βιζέρ της κάμερας, δίνει οδηγίες στους δεκάδες
κομπάρσους, διδάσκει τους ηθοποιούς του, ενώ γυρίζει πέντε κι έξι φορές το
κάθε πλάνο και τολμάει να το τραβήξει από διαφορετικές γωνίες… Και έχει
ζηλευτό τάιμινγκ με τον Κωστή Γκίκα, τον διευθυντή φωτογραφίας, που έχουν
γίνει ένα. Γι’ αυτό και αποδίδει το επόμενο «Μοτέρ, πάμε». Στο τριώροφο
ντίσκο, μπαρ, μπιλιαρδάδικο «Ακροπόλ» της οδού Λιοσίων, η ταράτσα του σε πάει
σε μέρη εξωτικά με την πισίνα, τις ντουσιέρες, τις ξαπλώστρες και την λουσάτη
χλιδή να βγάζει μάτι, η δε πλειονότητα των θαμώνων του είναι αλλοδαποί.
«Ο ήρωας της ταινίας ήρθε στην Αθήνα, όπως τα κουνούπια πετάνε πάνω στο
φως και καίγονται. Γίνεται delivery, γιατί είδε έναν αλλον πάνω σε μηχανάκι
και του φάνηκε σαν ιππότης! Αλλά δεν καταφέρνει να συνηθίσει, να αναπτύξει
άμυνες και, τελικά, τον τρώει η ίδια η πόλη» αναφέρει σ’ ένα διάλειμμα ο
29χρονος Θάνος Σαμαράς, που ερμηνεύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Κι έτσι που
μιλάμε και τον βλέπω στα μάτια, συμφωνώ με τον σκηνοθέτη του, ότι το βλέμμα
του θυμίζει τον Άντονι Πέρκινς στο «Ψυχώ» του Χίτσκοκ, αλλά και αυτό του Αλέν
Ντελόν στον «Δολοφόνο με το αγγελικό πρόσωπο», σκέφτομαι…
«Ενώ ο X θέλει να τα γνωρίσει όλα, γι’ αυτό ακούει και μιλάει ελάχιστα, η E
είναι κολλημένη στα ναρκωτικά και νομίζει ότι τα ξέρει όλα. Ο X, στην
προσπάθειά του να ενταχθεί, απογειώνεται, ενώ η E, στη δική της προσπάθεια της
να ενταχθεί, καταποντίζεται » διευκρινίζει η Αλεξία Καλτσίκη, που ερμηνεύει
την E και είναι, όντως, σαν Εσκιμώα, όπως είναι και το παρατσούκλι της στο
φιλμ. Μα, πάνω απ’ όλα το μυρίζεσαι ότι μετά τους Νίκο Κουρή – Αθηνά Μαξίμου
στο φιλμ «Αυτή η νύχτα μένει», ένα νέο πρωταγωνιστικό ζευγάρι γεννιέται.
«Άντε, και ύστερα από τον “Delivery”, να γυρίζεις δυο ταινίες τον
χρόνο», πετάγεται ο Γιάννης Σολδάτος, που έχει περάσει (ως φίλος) από τα
γυρίσματα, αναφερόμενος στα λεγόμενα του ίδιου του Παναγιωτόπουλου – «κάθε
χρόνο θέλω να γυρίζω και άλλη ταινία» – που εδώ και χρόνια το τηρεί!
Και δίπλα μου ο Βελισάριος Κοσιβάκης, ο καινούργιος διανομέας, αναφέρει ότι «η
ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου είναι η πρώτη παραγωγή στην οποία μπαίνει με
50 εκατομμύρια δραχμές η εταιρεία New Star. Θα ακολουθήσουν οι ταινίες του
Δήμου Αβδελιώδη με τον Θανάση Βέγγο, του Νίκου Νικολαΐδη και το ντοκιμαντέρ
του Γιάννη Σολδάτου με τη ζωή και το έργο του Θανάση Βέγγου».
H ωραία και η πιτσαρία…
|
| Τη μία ταινία μετά την άλλη γυρίζει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και παρέα με τους πρωταγωνιστές τους και την ενδυματολόγο – σύντροφό του Μαριάνα Σπανουδάκη ξεκίνησε τα γυρίσματα τού «Delivery». Της ενδέκατης ταινίας του, για την οποία με ενθουσιασμό λέει «θα είναι η καλύτερή μου»…
|
Ήρωας του «Delivery» είναι ένας 20χρονος Έλληνας επαρχιώτης, ο X, που φτάνει
στη πρωτεύουσα στον σταθμό των υπεραστικών της Λιοσίων. Κανείς δεν τον
περιμένει, κανέναν δε ξέρει και αρχίζει στα χαμένα ένα οδοιπορικό στην καρδιά
της σημερινής Αθήνας. Σε μία Βαβέλ ονομάτων – Σουλεϊμάν, Γκαγκάριν, Τοκετός,
Γιός του παπά, Νερουλάς, Πιτσαδόρος – μοναχικών ή εγκαταλελειμμένων ανθρώπων
με σπαράγματα ξένων γλωσσών, ήχων, μουσικών και φωνών αστέγων.
Πιάνει δουλειά ως delivery σε μια πιτσαρία της συμφοράς. Εκεί εργάζεται και η
ωραία E, μια ναρκομανής σε προχωρημένο στάδιο που τον ξετρελαίνει. «Έτσι που
όλος αυτός ο κόσμος και οι εκτοπισμένες φωνές του να τον εκτοπίζουν και να τον
μαγεύουν, να τον καθηλώνουν σαν παιδί που ακούει ”μαύρα” παραμύθια» εξηγεί ο
σκηνοθέτης. H Μαριάνα Σπανουδάκη, η σύντροφός του, επιβλέπει τα κοστούμια των
ηθοποιών που έχει αναλάβει, όπως και σε όλες τις ταινίες του, ενώ ο Διονύσης
Φωτόπουλος είναι ο σκηνογράφος και βοηθός του σκηνοθέτη ο Βαγγέλης Σεϊτανίδης.
«Είχα μια λύπη γι’ αυτό που λείπει…»
Ο Σταμάτης Κραουνάκης – «έχω δέσει τέλεια μαζί του», λέει ο σκηνοθέτης –
υπεύθυνος για την επιτυχία του «Αυτή η νύχτα μένει» (με τη Δήμητρα Παπίου)
έγραψε ξανά τη μουσική και τους στίχους στα δύο τραγούδια της νέας ταινίας
του. Το ομότιτλο λέει: «Με μία κιθάρα/ Σαν Τσε Γκεβάρα/ Και με παπούτσι
μυτερό/ Με το παλτό μου/ Απ’ το χωριό μου/ Την έκανα ένα βράδυ βροχερό. / Είχα
μια λύπη / Γι’ αυτό που λείπει/ Έτσι με πέτυχε η βροχή/ Κι από το τζάμι / Θολό
πλοκάμι / H πόλη μου ‘ταζε την αντιπαροχή. / Χάθηκα/ Σ’ ένα δρόμο που πήγαινα
πάντα/ Χάθηκα/ Αφού τα πάντα ρει/ Χάθηκα σε δυο μάτια που μου ‘ταζαν τα πάντα/
Χάθηκα/ Γράψε Delivery»…


