Ο Σαλίφ Κεϊτά, ο «Caruso της Αφρικής» όπως τον έχουν αποκαλέσει, κατέχει

περίοπτη θέση στη σειρά των σύγχρονων τροβαδούρων της Μαύρης Ηπείρου, που

πλούτισαν την παραδοσιακή εκφορά του δικού τους μουσικού λόγου με αποχρώσεις

λάτιν, ροκ, φανκ, τζαζ, κάνοντας τη μουσική της Αφρικής οικείο άκουσμα

Τον αποκάλεσαν «Caruso της Αφρικής». Πέρα όμως από τέτοιου είδους μηχανιστικές

συγκρίσεις που, συχνά, επιχειρεί το δισκογραφικό marketing, η τέχνη του Salif

Keita δεν μπορεί να αξιολογηθεί, αν δεν ενταχθεί στο κοινωνικό πλαίσιο που τη

γέννησε. Πλαίσιο που για εκείνον, όμως, αποτέλεσε μια επώδυνη πραγματικότητα,

με την οποία χρειάστηκε, πάρα πολλές φορές, να συγκρουσθεί και μάλιστα με

μεγάλο προσωπικό κόστος.

Ένας Νέγρος με λευκό δέρμα. Ένας Αλμπίνος. Μια ιδιαιτερότητα που οι

προκαταλήψεις κάνουν, ακόμα και σήμερα, τις αφρικανικές κοινωνίες να βλέπουν

με απέχθεια: οι Αλμπίνοι στη Δυτική Αφρική, αν δεν θυσιαστούν για το καλό της

σοδειάς, έχουν δικαίωμα να ζουν μόνο στο περιθώριο της κοινωνίας, ακόμα και αν

αποτελούν, όπως ο Salif Keita, ένα κλαδί ενός βασιλικού γενεαλογικού δέντρου,

που οι ρίζες του φτάνουν στον δέκατο τρίτο αιώνα. Ένας αριστοκράτης παρίας,

λοιπόν, που οι παιδικές προικισμένες του φωνητικές χορδές, δεν χρησιμεύουν

παρά για να διώχνουν τις μαϊμούδες από τα χωράφια τα βράδια.

Ο μόνος άνθρωπος που θα αποδεχθεί την ιδιαιτερότητά του είναι η μητέρα

του, την ίδια στιγμή που ο πατέρας του, για οκτώ ολόκληρα χρόνια, δεν θα του

απευθύνει τον λόγο και οι συμμαθητές του στο σχολείο θα τον υποδέχονται… διά

λιθοβολισμού. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η αριστοκρατική του καταγωγή,

σύμφωνα με την παράδοση των Mandingas, τού απαγορεύει να τραγουδάει μπροστά

στους κοινούς θνητούς. Για το τραγούδι, για τη συνέχεια της παράδοσης διά

μέσου του προφορικού λόγου, είναι επιφορτισμένοι οι griots. Εκείνος, όμως

ουσιαστικά, υπήρξε πάντοτε ένας griot και λιγότερο ένας αριστοκράτης. Όταν

νεαρός θα εγκαταλείψει το χωριό του για την πρωτεύουσα, το Bamako, ούτε καν

φαντάζεται ότι πρόκειται για την αφετηρία μιας μεγάλης καριέρας.

Εκεί, από το τέλος του ’60 μέχρι και την αρχή του ’70, η φωνή τού Salif Keita

θα συνδεθεί με δύο από τις πιο σημαντικές μπάντες στην ιστορία της σύγχρονης

δυτικοαφρικανικής μουσικής, τη Rail Band of Bamako και τη Les Ambassadeures,

που θα δημιουργήσει λίγο αργότερα με τον Kante Manfilia, οι ηχογραφήσεις της

οποίας θα γίνουν το διαβατήριο για μια διεθνή αναγνώριση. Στο τέλος του ’70,

στο Παρίσι, αλλά και περιοδεύοντας έκτοτε σε ολόκληρο τον κόσμο, ο Salif Keita

θα γίνει ένας από τους μουσικούς λόγους της σύγχρονης αφρικανικής

πραγματικότητας.

Ο Λόγος που εδώ και 25 χρόνια αρθρώνουν οι σύγχρονοι griots, αυτοί που

παίρνουν τις αποστάσεις τους από τις παγιωμένες σημασίες της παράδοσης, που

δεν τραγουδούν, πλέον, τη γενεαλογία των οικογενειών, που δεν διστάζουν πολλές

φορές να συγκρουσθούν με τις παραδοσιακές αξίες και να πληρώσουν το κόστος

αυτής της σύγκρουσης. Είναι εκείνοι που τραγουδούν την εποχή τους: για τα

ναρκωτικά, τη μετανάστευση, την εξαθλίωση, τον ρατσισμό, τους πολέμους ανάμεσα

στις φυλές, τον εφησυχασμό του δυτικού ανθρώπου που αντιλαμβάνεται την Αφρική

αποκλειστικά σαν έναν ακόμα μακρινό τόπο τού εξωτισμού, που η μουσική του

καταναλώνεται ως «τυμπανοκρουσία» και «ξέφρενος χορός». Οι σύγχρονοι αυτοί

τροβαδούροι της Μαύρης Ηπείρου, ανάμεσα στους οποίους ο Salif Keita κατέχει

μια περίοπτη θέση, είναι εκείνοι που πλούτισαν την παραδοσιακή εκφορά του

δικού τους μουσικού λόγου με τις αποχρώσεις της λάτιν μουσικής, του ροκ, του

funk και της jazz, κάνοντας τη μουσική της Αφρικής ένα οικείο άκουσμα και την

Αφρική ένα αναπόσπαστο κομμάτι του δικού μας Κόσμου.

ORCHESTRA ΒΑΟΒΑΒ

Με δύναμη από τη Σενεγάλη…

Η Orchestra Baobab

Η Orchestra Baobab υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα σχήματα που σημάδεψαν την

ιστορία της σύγχρονης σενεγαλέζικης μουσικής. Από τη σύστασή της στην αρχή της

δεκαετίας του ’70 και τις πρώτες της εμφανίσεις στα κλαμπ του Dakar, η

ορχήστρα αφήνει να φανεί καθαρά η επιρροή που άσκησε πάνω της η

αφροκουβανέζικη μουσική. Όχι μόνο στις μεγάλες πόλεις της Σενεγάλης αλλά και

σε άλλες χώρες της Μαύρης Ηπείρου η μείξη της παραδοσιακής αφρικανικής

μουσικής με τα αφροκουβανέζικα μουσικά χρώματα λειτούργησαν σαν δίοδος προς

την αναζήτηση και την επεξεργασία των αφρικανικών νεωτερισμών. Στη Σενεγάλη η

μείξη αυτή θα οδηγήσει, στο μέσον του ’80, στον προσδιορισμό μιας σύγχρονης

μουσικής ταυτότητας. Ο Σενεγαλέζος, «super star» σήμερα, Youssou Ν’ Dour θα

μπορούσε να θεωρηθεί το «τελικό προϊόν» αυτής της διαδικασίας.

H Orchestra Baobab από την αρχή του ’70 μέχρι και το μέσον του ’80 εξέφρασε,

κατά κάποιον τρόπο, την αστικοποίηση στη Σενεγάλη αλλά και με την έξοδό της

στην Ευρώπη τους Σενεγαλέζους μετανάστες. Ο πρώτος κύκλος ζωής της ορχήστρας

κλείνει το 1987, όταν η αδυναμία της να εκσυγχρονιστεί την οδηγεί στη διάλυση.

Έχει αφήσει, όμως, πίσω της σημαντικά ηχητικά ντοκουμέντα, που συμβάλλουν στη

σύνθεση του πολύχρωμου παζλ της αφρικανικής μουσικής των τελευταίων είκοσι

χρόνων. Πέρυσι, η βρετανική δισκογραφική εταιρεία World Circuit κατάφερε να

πείσει τα μέλη της ορχήστρας να επανασυνδεθούν, δίνοντάς τους την ευκαιρία να

ηχογραφήσουν έναν «καινούργιο» δίσκο (specialists in all styles) και

εξασφαλίζοντάς τους μια διεθνή περιοδεία, ένας από τους σταθμούς της οποίας θα

είναι και η Αθήνα. Ακόμα και αν πρόκειται για μια αναδρομή, για εμάς που δεν

είχαμε την ευκαιρία να δούμε την Orchestra Baobab στις μεγάλες της ημέρες θα

είναι σίγουρα μια μοναδική εμπειρία.

INFO

Ο Salif Keita και η Orchestra Baobab, την Πέμπτη (12 Ιουνίου), στις 9.30 μ.μ.,

στο Θέατρο του Λυκαβηττού. Εισιτήρια: 40 ευρώ -προπωλούνται στα ταμεία του

Φεστιβάλ Αθηνών, τηλ. 210-7298.930.