Από τα ξύλα του περσικού στόλου που ηττήθηκε στη Σαλαμίνα από τον Θεμιστοκλή

το 480 π.Χ. κατασκευάστηκε το Ωδείον του Περικλέους, στους πρόποδες της

Ακρόπολης. Βρετανοί ερευνητές, που το «ανακατασκεύασαν» σε ηλεκτρονικούς

υπολογιστές, «είδαν» πως σχεδόν οι μισοί θεατές της πρώτης κλειστής αίθουσας

συναυλιών (εμβαδού 3,5 στρεμμάτων), στην Αθήνα του χρυσού αιώνα, δεν έβλεπαν

λόγω ενός δάσους από κίονες!

Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές του βρετανικού «αναγέννησαν» το Ωδείον του

Περικλέους (το Μέγαρο Μουσικής της Αθήνας του 5ου π.Χ. αιώνα) ως μια αίθουσα

τερατώδη, στην οποία το 40% των θεατών δεν μπορούσε να δει, λόγω ενός δάσους

από 81 κίονες. Είναι δυνατόν; Η ελληνική αρχαιολογία δύσκολα θα διαψεύσει το

συμπέρασμα ως αυθαίρετο, αφού η πρώτη μουσική αίθουσα στην ιστορία των

συναυλιών δεν έχει ανασκαφεί.

«Το Ωδείο του Περικλέους παραμένει κατά τα 3/4 τελείως άγνωστο παρ’ ότι

βρίσκεται κάτω από τον Παρθενώνα. Αυτό που έχει ανασκαφεί πριν από εβδομήντα

χρόνια είναι μόνο η περίμετρος του μνημείου», λέει ο αρχιτέκτων κ. Θάνος

Παπαθανασόπουλος, που μελέτησε το Ωδείο του Περικλέους για την διατριβή του

στην οποία υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα το Ωδείο του Περικλέους ήταν το

Τρόπαιο του Θεμιστοκλή για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας και ότι το δάσος των

κιόνων ήταν τα κατάλοιπα των πλοίων του περσικού στόλου, που μετατράπηκε σε

ωδείο από τον Περικλή.

Στο Πανεπιστήμιο Γουόργικ της Αγγλίας, το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών και

το ηλεκτρονικό εργαστήριο για την ανακατασκευή του Ωδείου του Περικλέους, που

θεωρείται το πρότυπο των σύγχρονων αμφιθεάτρων, χρησιμοποίησαν αρχαιολογικές

μαρτυρίες που αποκαλύπτουν ότι το μεγάλο τετράγωνο κτίριο ήταν μια υπόστυλη

αίθουσα με εννέα σειρές από εννέα κολόνες, συνολικά 81 κολόνες, που στήριζαν

την πολυγωνική οροφή που θεωρείται ότι έμοιαζε με την τεράστια Σκηνή του

Ξέρξη.

«Πράγματι ήταν ένα τεράστιο κτίριο από μάρμαρο, εμβαδού 3,5 περίπου

στρεμμάτων, που έχει τελείως εξαφανισθεί», υπογραμμίζει ο κ. Παπαθανασόπουλος.

Έχουν βρεθεί τέσσερις βάσεις κιόνων από φαιό μάρμαρο στη βορειοανατολική

γωνία, ενώ το υπόλοιπο κτίριο κάηκε κι έγινε ασβέστης, όπως αναφέρει ο

αρχαιολόγος που το ανέσκαψε το 1914-31 Παναγιώτης Καστριώτης, που βρήκε τα

ασβεστοκάμινα να λειτουργούν ακόμα την εποχή της ανασκαφής (που ολοκληρώθηκε

μετά τον θάνατό του από τον Ι. Τραυλό).

Γιατί δεν ολοκληρώθηκε η ανασκαφή;

«Γιατί τα τελευταία σπίτια που υπήρχαν πάνω από το Ωδείο του Περικλέους

απομακρύνθηκαν γύρω στο 1960, ενώ ακόμα και σήμερα το Ωδείο του Περικλέους

είναι θαμμένο σε βάθος 3-4 μ. κάτω από τον χώρο του εργαστηρίου κοπής των

λίθων που ετοιμάζονται τώρα για την αναστήλωση των αναλημματικών τοίχων του

Διονυσιακού Θεάτρου».

Όμως η ανάγκη για αποκατάσταση του Ωδείου δεν σταμάτησε μπροστά στην

εγκατάλειψη του μνημείου. Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου

Γουόργικ, με επικεφαλής τον καθηγητή Ρίτσαρντ Μπίτσαμ και η ομάδα του

Διαδικτυακού Εργαστηρίου, με επικεφαλής τον σχεδιαστή πολυμέσων του

Πανεπιστημίου Ντριου Μπέικερ, αποφάσισαν να προχωρήσουν στην τρισδιάστατη

ανάπλαση τριάντα σημαντικών θεατρικών χώρων της Ευρώπης, που ποικίλουν από το

Θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα ώς το Γλόουμπ Θίατερ του Λονδίνου, που είναι

μια ανάπλαση του σαιξπηρικού θεάτρου.

Ποιο είναι το σκεπτικό τέτοιων αναπαραστάσεων; «Τα τρισδιάστατα ψηφιακά

μοντέλα ιστορικών αλλά χαμένων αρχαίων χώρων εμφυσούν μια νέα ζωή στη μελέτη

και επιτρέπουν σε σπουδαστές και ερευνητές να περπατούν σε θέατρα που έχουν

εξαφανιστεί. Να βλέπουν συναρπαστικές λεπτομέρειες και να παράγουν

τρισδιάστατες εικόνες που μας βοηθούν να αποκτήσουμε μια εμπειρία της εποχής,

του χώρου και του φωτισμού, με τρόπο πολύ πιο συναρπαστικό απ’ ό,τι μια

διάλεξη ή η προβολή μιας σειράς διαφανειών», διατείνονται οι εμπνευστές του

προγράμματος, που υποστηρίζουν ότι χρησιμοποίησαν τις αρχαιολογικές

φιλολογικές και ιστορικές μαρτυρίες, παλιότερα σχέδια και σημειώσεις για να

σχεδιάσουν το μοντέλο του Ωδείου, του οποίου η στέγη σύμφωνα με τον Βιτρούβιο

έμοιαζε με την τεράστια σκηνή του Ξέρξη.

«Ναός» μουσικής και Παναθηναίων

Το Ωδείον του Περικλέους δεν ήταν προορισμένο για να βλέπουν οι θεατές

παραστάσεις, αλλά για τους μουσικούς αγώνες των Παναθηναίων και να ακούν

μουσική. Κάπου στο κέντρο της αίθουσας θα πρέπει να έλειπαν μερικές κολόνες,

ενώ το ζήτημα του φωτισμού αντιμετωπιζόταν από ένα οπαίο στην υπερυψωμένη

οροφή. Ήταν ένα εκπληκτικό κτίριο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε και για τις

συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου. Το Ωδείο, σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα κ.

Θανο Παπαθανασόπουλο, καταστράφηκε από τον Αριστίωνα, στρατηγό του Μιθριδάτη,

το 86 π.Χ. για να εμποδίσει τους Ρωμαίους υπό τον Σύλλα να χρησιμοποιήσουν τα

ξύλα για να φτιάξουν πολεμικές μηχανές και ξανακτίσθηκε με μάρμαρο από τον

βασιλιά της Καππαδοκίας Αριοβαρζάνη.