«Η τζαζ είναι σημαντική στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης, γιατί ανέπτυξε

έναν εναλλακτικό τρόπο να κάνεις τέχνη, διαφορετικό από την υψηλή κουλτούρα

της αβάν γκαρντ», λέει ο Έρικ Χόμπσμπαουμ για την αγαπημένη του μουσική

«Έχασα για πάντα την καρδιά μου με την μπάντα του Duke Ellington την εποχή της

μεγάλης της δόξας, όταν την άκουσα να παίζει σε ένα λεγόμενο Breakfast dance

σε μια αίθουσα χορού στα προάστια του Λονδίνου, μπροστά σε ένα ανίδεο και

εντελώς άσχετο κοινό, όπου αυτό που έβλεπε μπροστά της η ορχήστρα ήταν μια

λικνιζόμενη μάζα χορευτών. Όσοι δεν έχουν ποτέ τους ακούσει τον Ellington να

παίζει σε κάποιον χορό ή, ακόμα καλύτερα, σε κάποιο δείπνο σοφιστικέ κόσμου

της νύχτας, όπου το πραγματικό χειροκρότημα συνίστατο στο σταμάτημα των

συζητήσεων στα τραπέζια, δεν μπορεί να καταλάβει πώς ήταν να παίζει η

μεγαλύτερη μπάντα στην ιστορία της τζαζ μέσα στο φυσικό της περιβάλλον».

Είναι ένα κομμάτι από το δοκίμιο του Βρετανού ιστορικού φιλοσόφου Έρικ

Χόμπσμπαουμ για τον Duke Ellington, ένα από τα έξι που περιλαμβάνονται στο

βιβλίο του «Ξεχωριστοί άνθρωποι – αντίσταση, εξέγερση και τζαζ» που κυκλοφορεί

από τις Εκδόσεις Θεμέλιο (ιστορική βιβλιοθήκη) σε μετάφραση Παρασκευά Μάταλα

και που δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς από το 1986 μέχρι και το 1994, είτε σαν

βιβλιοκριτικές είτε σαν εισαγωγικά σημειώματα, καθώς και μια νεκρολογία για

την Billy Holiday δημοσιευμένη το 1959. Ο Χόμπσμπαουμ είναι πρώτα ένας

τζαζόφιλος και μετά ένας ιστορικός αναλυτής του τζαζ φαινομένου και εκεί ίσως

έγκειται η γοητεία που αποπνέουν αυτά τα κείμενα, όπου η συναισθηματική

εμπλοκή συμβιώνει με μια νηφάλια κοινωνιολογική προσέγγιση.

Τα κείμενα αυτά του Χόμπσμπαουμ για την τζαζ, που συγκατοικούν στο ίδιο

σύγγραμμα με κείμενά του για τη «Δημιουργία της εργατικής τάξης», για τον

«Σοσιαλισμό και την αβάν γκαρντ», για τις «Βικτωριανές αξίες», για την

«Επανάσταση και το σεξ» ή για τον «Μάη του ’68» αποτελούν μια ουσιαστική

συμβολή στην προσπάθεια να τοποθετηθεί το φαινόμενο τζαζ στην ιστορία του

δυτικού πολιτισμού.

Η αξία τους δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι προέρχονται από έναν Ευρωπαίο

ιστορικό, κάτι άλλωστε που έχει αρχίσει να επιχειρείται εδώ και αρκετά χρόνια

(ας μην ξεχνάμε ότι μία από τις πλέον σημαντικές τζαζ ιστορίες υπογράφεται από

τον Γερμανό μελετητή J.Ε. Berendt και από τον ίδιο τον Χόμπσμπαουμ μέσα από

τις σελίδες του βιβλίου του «Η σκηνή της Τζαζ» (Εκδόσεις Εξάντας, μτφ. Τάκη

Τσήρου), αλλά κυρίως από την μεθοδολογική και κριτική προσέγγιση «μιας από τις

ελάχιστες τέχνες του εικοστού αιώνα που δεν χρωστάει τίποτα στην αστική

κουλτούρα».

Ο Ντιουκ Έλινγκτον, ένας από τους «Ξεχωριστούς άνθρωπους» του Έρικ

Χόμπσμπαουμ

Με εργαλείο μια ιστοριογραφική αναψηλάφηση της τζαζ (αφού πρόκειται για

κριτική τοποθέτηση σε βιβλία άλλων), χωρίς ποτέ να αποκρύπτει το πάθος του γι’

αυτή τη μουσική πίσω από τις «αποστασιοποιήσεις που οφείλει να παίρνει ο

ιστορικός» ο Χόμπσμπαουμ παρατηρεί την στυλιστική εξέλιξη του μουσικού αυτού

φαινομένου που αποτελεί την «σημαντικότερη προσφορά των ΗΠΑ στην παγκόσμια

κουλτούρα»: την τζαζ ως βιομηχανία, τη σχέση της με την ελαφρά μουσική, την

τζαζ και το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε, τη σχέση μουσικών

και κοινού με την τζαζ και βέβαια τη σχέση της με τις άλλες μορφές τέχνης.

«Η συζήτηση για την τζαζ», γράφει ο Έρικ Χόμπσμπαουμ, «πρέπει να ξεκινήσει,

όπως κάθε ιστορική ανάλυση που αφορά τις κοινωνίες του σύγχρονου καπιταλισμού

από την τεχνολογία και τις επιχειρήσεις: στην περίπτωσή μας από τις

επιχειρήσεις που υπηρετούν την ψυχαγωγία των όλο και πολυπληθέστερων κατώτερων

και μεσαίων στρωμάτων των πόλεων. (…) Η τζαζ είναι σημαντική στην ιστορία

της σύγχρονης τέχνης, γιατί ανέπτυξε έναν εναλλακτικό τρόπο να κάνεις τέχνη,

διαφορετικό από την υψηλή κουλτούρα της αβάν γκαρντ, η εξάντληση της οποίας

κατάντησε πολλές από τις σοβαρές τέχνες σε παρεπόμενα πανεπιστημιακών

προγραμμάτων, κερδοσκοπικών επενδύσεων ή φιλανθρωπίας. Γι’ αυτό είναι

ανησυχητική η τάση της τζαζ να μετατραπεί σε μια ακόμα πρωτοποριακή τέχνη».

Επτά δοκίμια του Έρικ Χόμπσμπαουμ για την τζαζ με αφορμή τον Duke

Ellington, τον Count Basie, τον Sidney Besset, την Billy Holiday, την χαμένη

μάχη της τζαζ με το ροκ στη δεκαετία του ’60 και ακόμα την άφιξη της

αφροαμερικανικής μουσικής στην Ευρώπη. Επτά κείμενα που επιχειρούν να

τοποθετήσουν την τζαζ στην ιστορία, στη δική μας ιστορία, στη διαδικασία της

πιο σημαντικής «υπερατλαντικής πολιτισμικής ανταλλαγής».

Κάτι που ερμήνευσε διαφορετικά ή δεν κατόρθωσε να αντιληφθεί ένας από τους

σπουδαίους εκπροσώπους της ευρωπαϊκής σκέψης, ο Theodor Adorno, για τις

απόψεις του οποίου ο Χόμπσμπαουμ είναι αιχμηρότατος όταν γράφει «ο Adorno

έγραψε μερικές από τις πιο ηλίθιες σελίδες που έχουν γραφτεί ποτέ για την

τζαζ. Ωστόσο, θα πρέπει να τις διαβάσουν όλοι όσοι θέλουν να εξερευνήσουν τη

σκοτεινή εκείνη ζώνη που συνδέει την κοινωνία με την καλλιτεχνική δημιουργία».

Εδώ να αναφέρουμε ότι μια εμπεριστατωμένη αντιπαράθεση στις απόψεις του Adorno

για την τζαζ έχει κάνει ο Φώτης Τερζάκης με ένα εξαιρετικό του κείμενο που

περιλαμβάνεται στο βιβλίο του με τίτλο «Τα ονόματα του Διονύσου, Προαναγγελίες

μιας διαρκώς ματαιούμενης έλευσης» (Εκδόσεις «Οξύ»).

INFO

Eric Hobsbawm

«Ξεχωριστοί άνθρωποι – αντίσταση, εξέγερση και τζαζ», Εκδ. Θεμέλιο, σελ. 406,

τιμή: 22,89 ευρώ

«Η σκηνή της Τζαζ», Εκδ. Εξάντας, σελ. 296, τιμή: 30,5 ευρώ