Εκείνη είναι Η Μαντόνα. Εκείνος είναι ο σκληροτράχηλος Άγγλος σκηνοθέτης δύο

ταινιών, που μόλις ολοκλήρωσε με τη συνδρομή της γυναίκας του μία τρίτη. Το

ριμέικ της ταινίας της Λίνα Βερτμίλερ «Swept Away… by an unusual destiny in

the blue sea of August» (Παρασυρμένοι… από μια ασυνήθιστη μοίρα στην γαλάζια

θάλασσα του Αυγούστου) έδωσε την αφορμή στο ζευγάρι να μετρήσει τις δυνάμεις

του σε επαγγελματικό, αλλά και συναισθηματικό επίπεδο. Γιατί πρόσφατα τα

δημοσιεύματα στον αγγλικό Τύπο είχαν αρχίσει να μιλάνε για τσακωμούς και

ξεσπιτώματα, επειδή ο Γκάι ως άνδρας είναι απόλυτος και επειδή η Μαντόνα δεν

έχει μάθει να υποχωρεί.

Η υπόθεσή τους λοιπόν οδήγησε σε μία κοινή συνέντευξη, για να δώσουν

εξηγήσεις, κυρίως προς τους θαυμαστές της κυρίας Ρίτσι. Οι οποίοι δεν θα

ήθελαν με τίποτα το είδωλό τους να δυστυχήσει εξαιτίας του ανθρώπου που την

έπεισε να εγκαταλείψει την Αμερική για χάρη μιας ήσυχης ζωής οικογενειακών

προδιαγραφών στην αγγλική εξοχή. Και όπως φαίνεται από την κουβέντα, η

Μαντόνα, η πιο ομιλητική του ζεύγους, ανέλαβε να υποστηρίξει τον άνδρα της

ζωής της και να του δώσει τα δίκια που χρειάζεται για να νιώσει ισότιμος

σύντροφος ενός παγκόσμιου μουσικού φαινομένου. Αποφάσισε λοιπόν ότι στο εξής

ονομάζεται κυρία Ρίτσι, ότι ο σκηνοθέτης έχει αρχικά τον πρώτο λόγο στο πλατό

και ότι αν χρειαστεί, για το καλό της σχέσης τους, θα κρατάει το στόμα της

κλειστό, επαινώντας τις χάρες του συζύγου της.

Η Μαντόνα έχει παραχωρήσει στον Γκάι Ρίτσι την άδεια να είναι ο σκηνοθέτης

της συζυγικής ζωής τους. Το ημέρωμα της κυρίας Ρίτσι βρίσκεται σε καλό δρόμο…

Συνάντηση με τη Μαντόνα και τον Γκάι στο σπίτι τους, στα προάστια του

Λονδίνου. Γύρω τους μερικές κιθάρες ακουμπισμένες στον τοίχο και ο αγαπημένος

πίνακας της Μαντόνα, «Η γέννησή μου» της Φρίντα Κάλο. Οι φωνές του δίχρονου

Ρόκο ενίοτε φτάνουν στο καθιστικό, αλλά η πεντάχρονη Λούρδη, πιο ήσυχη, δεν

ενοχλεί τη συνέντευξη.

«Υπάρχουν στοιχεία στην ταινία που θα έλεγα ότι αντανακλούν τις συνθήκες της

δικής μας σχέσης. Ο Γκάι πράγματι είναι φαλλοκράτης κι εγώ πολύ σκληρή. Συχνά

καταλήγουμε σε βίαιες εκρήξεις, όχι σωματικές, αλλά διανοητικές και

συναισθηματικές. Βέβαια υπάρχει μία μικρή λεπτομέρεια, ότι με έλκουν οι άνδρες

που με αντέχουν. Τώρα πια με έλκει μόνον αυτός ο άνδρας. Αλλά πριν γνωρίσω τον

Γκάι, η ιδέα που είχα για τον τέλειο άνδρα ήταν για κάποιον τύπο διανοούμενο

και ευφυή, ευγενικό και τρυφερό ταυτόχρονα, ο οποίος θα με άντεχε και θα

έδειχνε κατανόηση».

Η γνώμη του άνδρα της για το αν η φήμη της επηρεάζει την ερμηνεία της

ως ηθοποιού στο σινεμά είναι ενδεικτική του χαρακτήρα του. «Σκέφτηκα ότι το

κοινό θα δεχόταν να δει τη Μαντόνα ως Μαντόνα στην οθόνη, πριν γίνει κυρία

Ρίτσι. Γι’ αυτό διαφωνώ μερικές φορές μαζί της, επειδή θέλει να μεταφέρει στην

οθόνη αυτήν τη συμπεριφορά του ειδώλου. Και νομίζω ότι για να δεχτείς αυτό που

πραγματικά είναι η ίδια, πρέπει να γίνει ένας διαχωρισμός ώστε να την

αποδεχτεί περισσότερος κόσμος».

«Ο ρόλος της Εβίτα δούλεψε πολύ καλά για μένα, γιατί ήταν μία

εκπληκτική γυναίκα», συμπληρώνει η Μαντόνα. «Είναι πιο εύκολο για τον κόσμο να

με δεχτεί μέσα από τέτοιους ρόλους. Ενώ αν υποδυθώ το κορίτσι της διπλανής

πόρτας, θα δημιουργήσω αμηχανία στο κοινό. Αυτό συνέβη με το θεατρικό έργο που

έπαιξα στο Γουέστ Εντ, “Up for Grabs”. Η πρώτη πράξη ήταν γραμμένη σχεδόν για

μένα, γι’ αυτό και ο κόσμος με αποδεχόταν στον ρόλο. Αλλά στο γύρισμα της

δεύτερης πράξης δεν είχες πια την εντύπωση ότι είμαι εγώ. Υπήρχε δηλαδή μία

εξέλιξη που καλό είναι να συμβαίνει και στις κινηματογραφικές ταινίες».

Έπειτα από μία τέτοια συμπληρωματική δήλωση συγκατάβασης προς τη συζυγική

άποψη, η Μαντόνα μιλάει για το πώς οι δυο τους είχαν υπόψη να μην αφήσουν τα

γυρίσματα της ταινίας να δώσουν τροφή σε όσους περίμεναν τσακωμούς και

εκρήξεις μεταξύ τους.

«Ο Γκάι είναι ο σκηνοθέτης. Έχει τον τελικό λόγο. Αυτό το δέχομαι και έπρεπε

να το δεχτώ, τελεία. Έτσι ποτέ δεν υπήρχε ζήτημα αμφισβήτησης, αλλά σεβασμού.

Ποτέ δεν θα έδειχνα αγένεια και θα διαφωνούσα με κάποιον από τους σκηνοθέτες

μου. Κι αν είχα κάποιο πρόβλημα, θα το έλυνα κατ’ ιδίαν, στο τροχόσπιτό μου.

Όμως δεν είχαμε συσκέψεις στο τροχόσπιτο. Νομίζω ότι στη διάρκεια των πιο

συναισθηματικών και τρυφερών στιγμών είχα κάποιες δυσκολίες γιατί αισθανόμουν

ευάλωτη. Όμως επειδή οι άνθρωποι γύρω μας περίμεναν να τσακωθώ με τον Γκάι,

είχα υπόψη μου ότι έπρεπε να κρατήσω στάση πολεμιστή. Έτσι ήμουν η πρώτη που

πήγαινε στα γυρίσματα και η τελευταία που εγκατέλειπε το πλατό, για να μην

έχει κανείς να πει το παραμικρό. Και υπήρξαν στιγμές που αν ο Γκάι δεν ήταν

σύζυγός μου, θα είχα βάλει τα κλάματα. Όμως η δεδομένη κατάσταση δεν μου άφηνε

περιθώρια για τέτοια συμπεριφορά».

Επομένως οι Ρίτσι βρέθηκαν εκ των πραγμάτων σε μία κατάσταση που

προσπαθούσαν να αποδείξουν κάτι ο ένας στον άλλον. Η Μαντόνα ότι είναι

επαγγελματίας ηθοποιός και σέβεται τις βουλές του σκηνοθέτη και ο Γκάι ότι

ξέρει πολύ καλά τι θέλει να πει. «Θέλω να τον εντυπωσιάσω. Ίσως αυτό να

συμβαίνει όταν είσαι ερωτευμένος με κάποιον. Ή πάλι συμβαίνει όταν είσαι

ανώριμος και μάλλον αυτό είμαι εγώ», δηλώνει η Μαντόνα. Ενώ ο Γκάι απαντάει:

«Έχω αυτοπεποίθηση. Αλλά αν κάποιος έχει μία καλύτερη ιδέα από τη δική μου,

τον ακούω. Όμως και οι δυο μας συμφωνήσαμε ότι θα κάνουμε αυτό το πράγμα με

τον συγκεκριμένο τρόπο. Προσπαθώ να μην αφήσω να εισβάλει η ανασφάλεια ανάμεσά

μας. Είναι βέβαια περίεργο. Είναι υπερβολικά διάσημη. Αλλά το έχει ξεπεράσει

νομίζω εδώ και δεκαεννέα χρόνια, οπότε μπορεί να ακολουθήσει τον ρυθμό μου».

Μια ταινία δοκιμασία

Η ταινία «Swept Away» αποδείχτηκε δοκιμασία για τους Ρίτσι. Η Μαντόνα

έδειξε στον Γκάι το αρχικό φιλμ με τους Τζιανκάρλο Τζανίνι και τη Μαριάντζελα

Μελάτο, του εκμυστηρεύτηκε πως η ιστορία της πλούσιας κακομαθημένης Αμερικάνας

που βρέθηκε στο έλεος ενός Ιταλού ναύτη καταλήγοντας να κυλιέται μαζί του πάνω

στην άμμο ενός μεσογειακού νησιού, ήταν η αγαπημένη της ταινία. Έτσι του έβαλε

την ιδέα του ριμέικ, βρέθηκε και ο συμπρωταγωνιστής να είναι ο γιος του

ηθοποιού της πρωτότυπης ταινίας, Αντριάνο Τζανίνι, και εκείνη χωρίς

καθυστέρηση έγινε η Άμπερ μπροστά στην κάμερα του συζύγου της. Ίσως γιατί η

υπόθεση του φιλμ αντηχούσε κάτι από τη δική της σχέση με τον σκηνοθέτη…