Τι είναι η 17 Νοέμβρη μετά τις συλλήψεις; Μια εγκληματική οργάνωση χτισμένη

πάνω σε δεσμούς αίματος και εντοπιότητας. Περιστρέφεται γύρω από ένα χωριό (το

Μόρφι Θεσπρωτίας), δύο οικογένειες (τους Ξηρούς και τους Σερίφηδες) και τον

Γιωτόπουλο. Η δομή της δεν μοιάζει σε καμία από τις τρομοκρατικές οργανώσεις

που ξέρουμε και δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό «τρομοκρατία made in Greece», που

της απένειμε η πρώην ειδική σύμβουλος του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, κ. Μαίρη

Μπόση.

Απαγωγή Χατζηγάκη. Το παράτολμο εγχείρημα της συμμορίας του Τζατζά, που

κατέληξε στην απαγωγή του γερουσιαστή, συγκλόνισε την Ελλάδα του Μεσοπολέμου

Όλες οι προσεγγίσεις της τρομοκρατίας στην Ελλάδα αναφέρονται στο φοιτητικό

κίνημα, το αντάρτικο πόλεων και τον αντιδικτατορικό αγώνα. Τέτοιες περγαμηνές

όμως από όλους όσους εμπλέκονται στην υπόθεση 17Ν μόνο ο Γιωτόπουλος έχει να

επιδείξει. Οι υπόλοιποι δεν ταιριάζουν στην εικόνα. Μεγάλωσαν στα κατηχητικά,

οι απόψεις τους είναι πολιτικά απλοϊκές, δεν έχουν παιδεία και ενημέρωση, και

η συμπεριφορά τους είναι αντίθετη σε κάθε κανόνα συνωμοτικότητας. Κάποιοι

έβγαλαν το συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να τρομοκράτησαν

την Ελλάδα. «Δεν μπορεί να είναι αυτή η 17Ν!».

Παρά ταύτα, είναι εντυπωσιακό ότι δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να πάρουν τα

όπλα εναντίον της έννομης τάξης, να τα βάλουν με την εξουσία. Σε καμία

απολογία δεν φαίνεται ότι χρειάστηκε να τους το πουν δύο φορές. Και ακριβώς ο

αντεξουσιασμός είναι το στοιχείο που εντάσσει τους Ξηρούς, τους Σερίφηδες, τον

Καρατσώλη και τον Κωστάρη σε μια πρόσφατη παράδοση που έχουμε ξεχάσει. Εκείνη

των βίαιων και ανυπότακτων συμμοριών που τρομοκρατούσαν τις περιοχές τους,

αμφισβητούσαν και ρεζίλευαν την κρατική εξουσία.

Από την Επανάσταση. Η δράση των ληστών στην Ελλάδα ξεκινά αμέσως μετά

την Επανάσταση. Η δεκαετία που ακολουθεί τη Μικρασιατική Καταστροφή, είναι η

πιο ταραγμένη και αιματηρή περίοδος, ιδιαίτερα στις «νέες χώρες» (Ήπειρος,

Θεσσαλία, Μακεδονία). Μόνον στα μέσα της δεκαετίας του ’30 θα απαλλαγεί η χώρα

από το «άγος της ληστοκρατίας» (Ελευθέριος Βενιζέλος). Αξίζει να σημειωθεί,

πως «ληστονόμος» ψηφίζεται ήδη από το 1924, ενώ το 1925 ο δικτάτορας Πάγκαλος

εκδίδει νομοθετικό διάταγμα που προβλέπει όχι μόνο αμνηστία αλλά και την

προβλεπόμενη επικήρυξη για όποιον ληστή φέρει κομμένο το κεφάλι κάποιου

συντρόφου του.

Η αλληλοεξόντωση ανάμεσά τους παίρνει τρομακτικές διαστάσεις, όπως μας

πληροφορεί ο συγγραφέας, δημοσιογράφος και εκδότης του σερραϊκού περιοδικού

«Γιατί» Βασίλης Τζανακάρης, στο βιβλίο του «Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα

σκοτώνουν».

Οι Ρετζαίοι από το Κακοσούλι. Με βάση αυτό το διάταγμα αμνηστεύονται το

1924 οι διαβόητοι αδελφοί Ρέτζου από το Κακοσούλι στον Νομό Πρεβέζης, καμιά

πενηνταριά χιλιόμετρα από το Μόρφιο. Επτά χρόνια, η συμμορία τους, χτισμένη σε

δεσμούς αίματος, κατατρομοκρατεί την Ήπειρο. 42 φόνους και πολλές απαγωγές για

λύτρα τούς καταλογίζουν οι εφημερίδες. Αξίζει να σημειωθεί πως οι Ρετζαίοι

ήταν απλοί άνθρωποι κτηνοτρόφοι. Από οικογένεια παπάδων, όπως οι Ξηροί.

Ορφανοί από πατέρα, που τον σκότωσαν συγχωριανοί του, όπως εκείνον του Παύλου

Σερίφη. Και τουλάχιστον μέχρι το 1917, χωρίς έφεση στο έγκλημα. Βγαίνουν στο

κλαρί μόνο όταν πληροφορούνται ποιος σκότωσε τον πατέρα τους. Θα επανέλθουν

στην παρανομία αργότερα, για να συλληφθούν στη Σερβία και να εκτελεστούν στην

Κέρκυρα, το 1930.

Η απαγωγή των Αβέρωφ. Αν οι Ρετζαίοι είναι τοπολογικά οι πιο κοντινοί

στο Μόρφιο, η συμμορία του Μήτρου Τζατζά ξεπερνά τη 17Ν σε αποκοτιά. Αυτός ο

Ρομπέν των Δασών του βουνού, από την Κρανιά του Ολύμπου, ξεκινά τη ληστρική

του ζωή σε μεγάλη ηλικία, επειδή ο στρατός δεν του δίνει άδεια να πάει να

θάψει τον αδελφό του. Λιποτακτεί και βγαίνει στο κλαρί.

Το πιο παράτολμο εγχείρημα του Τζατζά, που τον λατρεύουν οι χωρικοί επειδή

είναι αμείλικτος με τους ζωοκλέφτες, είναι η απόπειρα απαγωγής της οικογένειας

Αβέρωφ, το 1929. Οι Αβέρωφ αποφεύγουν την απαγωγή από σύμπτωση, όχι όμως και ο

γερουσιαστής Χατζηγάκης (πρόγονος του βουλευτή Σωτήρη Χατζηγάκη),

συγκλονίζοντας ολόκληρη την Ελλάδα. Παρόμοια αποκοτιά δείχνουν οι Σαρακατσάνοι

αδελφοί Κουμπή – που συνεργάζονται κατά διαστήματα με τον Τζατζά, απάγοντας

τους καφανταρικούς βουλευτές Μυλωνά και Μελά τον Αύγουστο του 1928, στη

διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Η απαγωγή αυτή θα πάρει πολιτικές

διαστάσεις, καθώς ο Μελάς κατηγορεί τον τοπικό αρχηγό των Φιλελευθέρων στα

Γιάννινα, Δημήτρη Μπότσαρη, και τον Βενιζελικό βουλευτή Αλκιβιάδη Λούλη για

ιδιαίτερες σχέσεις με τους Κουμπήδες και ηθική αυτουργία της απαγωγής.

Οι Γιαγάδες από τη Σάμο. Πολιτική διάσταση στην αντίθεσή τους με την

κρατική εξουσία θα δώσουν όμως μόνο οι αδελφοί Γιαγάδες από τον Μαραθόκαμπο

της Σάμου. Οι Γιαγάδες είναι η οικογένεια με το υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο

και την σοβαρότερη πολιτική συγκρότηση από όσες διώκονται για ληστεία εκείνη

την περίοδο. Πρωτοστατούν στην επανάσταση του 1912, έρχονται όμως σε αντίθεση

με τους Βενιζελικούς και τον Θεμιστοκλή Σοφούλη και βρίσκονται στην παρανομία.

Οργανώνουν τρία κινήματα με σκοπό την… αυτονομία της Σάμου και καταφέρνουν

να θέσουν τη νήσο υπό τον έλεγχό τους τον Ιούνιο του 1925, αφοπλίζοντας τις

δυνάμεις Ασφαλείας στο Βαθύ (40 φαντάροι και 20 χωροφύλακες). Εναντίον τους

κινητοποιείται ο ελληνικός Στόλος, που ανακαταλαμβάνει τη Σάμο έπειτα από

απόβαση και σκληρές μάχες. Η τελευταία απόπειρα των Γιαγάδων για ξεσηκωμό

εναντίον του ελληνικού κράτους γίνεται το 1927, φημολογείται μάλιστα ότι είχε

ιταλική υποστήριξη.

ΝΤΡΑΝΓΚΕΤΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΝΔΡΑΓΑΘΗΜΑ

Η μαφία της Καλαβρίας «φέρνει» περισσότερο προς 17Ν

“Όσο η πριονισμένη κάννη τραγουδά, ουρλιάζει και ξεψυχά ο προδότης”

Canto di Malavita. Τα τραγούδια της Ντρανγκέτα, της μαφίας της Καλαβρίας

Οι συμμορίες των ληστών δεν είναι μυστικές οργανώσεις. Η 17Ν είναι. Αφού δεν

μοιάζει σε τρομοκρατική οργάνωση, θα πρέπει να αναζητήσει κανείς ένα πρότυπο

που να της μοιάζει στις εγκληματικές οργανώσεις. Ό,τι φέρνει περισσότερο στη

17 Νοέμβρη, είναι η Ντρανγκέτα, η μαφία της Καλαβρίας.

Το όνομα είναι ελληνικό. Ρίζα της λέξης Ndrangheta είναι η λέξη ανδραγαθία και

στην καλαβρέζικη διάλεκτο σημαίνει «έντιμος και γενναίος άνδρας». Η μαφία της

Καλαβρίας γεννιέται μέσα στις ίδιες κοινωνικές συνθήκες που φουντώνει η

ληστεία στην Ελλάδα του μεσοπολέμου. Η ενσωμάτωση της επαρχίας στο νεότευκτο

ιταλικό κράτος απογοητεύει τους απλούς ανθρώπους, που γρήγορα διαπιστώνουν ότι

απλώς άλλαξαν αφεντικά. Ο Αντόνιο Γκράμσι θα μελετήσει στη δεκαετία του ’20

την αντίδραση που εκδηλώνεται στον Νότο από τις λαϊκές δυνάμεις, τον

αντιεξουσιαστικό χαρακτήρα, την προγραμματική αντίθεση με αυτό που είναι η

έννομη τάξη. Διαπιστώνει το φαινόμενο της αποσύνθεσης και σταδιακής

υποκατάστασης της κρατικής εξουσίας από τις εγκληματικές οργανώσεις.

Δεσμοί αίματος.Πρώτη ύλη για την Ντρανγκέντα είναι οι Μπριγκαντίστι, οι

ένοπλοι του Μπριγκάντε, οπλαρχηγού του Γκαριμπάλντι. Στο άρθρο του, «Ο

Γκαριμπάλντι στην Καλαβρία», ο Ένγκελς τους αναγνωρίζει έναν αποφασιστικό ρόλο

στη συντριβή των δυνάμεων των Βουρβόνων. Μετά νίκη, οι ένοπλοι γυρίζουν στα

χωριά τους, για να διαπιστώσουν ότι οι μεγαλοχωρικοί έχουν προσεταιριστεί το

κράτος για το οποίο αγωνίστηκαν και ζητούν ακόμα μεγαλύτερη πρόσοδο.

Οικογένεια με οικογένεια, χωριό με χωριό, οι «έντιμοι και γενναίοι» ξεκινούν

μια συνωμοτική αντίσταση. Όπως η 17Ν, η «Ντρανγκέτα βασίζεται στους δεσμούς

αίματος, τους γάμους και την εντοπιότητα. Κάθε κλάδος γίνεται γνωστός από το

όνομα της περιοχής του χωριού ή της οικογένειας.

Αλληλογνωριμία.Χαρακτηριστικό της Ντρανγκέτα είναι ότι τα μέλη της

προέρχονται από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Η οργάνωση δεν γνωρίζει την

ιεραρχία των «κάπο» με μορφή πυραμίδας όπως η Μαφία. Στην Ντρανγκέτα, όπως και

στη 17Ν όλα τα μέλη γνωρίζονται μεταξύ τους αφού συνήθως είναι συγγενείς.

Κρατάνε το στόμα τους κλειστό όταν συλληφθούν και για μην το ξεχνάνε, υπάρχουν

τα τραγούδια τους.

Ενδιαφέρον είναι ότι στο παρελθόν η Ντρανγκέτα υπήρξε ανοικτή στα

κοινωνικοεπαναστατικά προγράμματα των κομμουνιστών και των εργατικών

συνδικάτων. Υπάρχει ένας επικεφαλής και αυτός συνήθως είναι ο νονός της

οργάνωσης, που συνδέεται επίσης με δεσμούς εντοπιότητας ή αίματος με τα

υπόλοιπα μέλη. Η οργάνωση έχει σύμβολα και «υπογράφει» τις πράξεις της.

Πώς τους αντιμετώπιζαν.Η σικελική Μαφία ήταν μια «εταιρεία προστασίας»

των μεγαλοχωρικών που έφερναν σιγά σιγά στα χέρια τους τις εξουσίες των

φεουδαρχών. Πάντα το ιταλικό κράτος την αντιμετώπιζε σαν σοβαρό αντίπαλο, ενώ

υποτιμούσε τους απλούς χωρικούς της Ντρανγκέτα – κάτι η έλλειψη παιδείας και

πλούτου, κάτι τα τραγούδια τους, οι μαφιόζοι Καλαβρέζοι αντιμετωπίζονταν σαν

φολκλόρ. Σήμερα είναι η πιο ισχυρή μαφία της Ιταλίας με διεθνή πλοκάμια και

δεκάδες πολιτικές παρεμβάσεις (δολοφονίες και βομβιστικές επιθέσεις στο

ενεργητικό της).

Συμπέρασμα: Μην υποτιμάτε τους απλούς ανθρώπους!

ΦΩΤΗΣ ΓΙΑΓΚΟΥΛΑΣ

Ο διαβόητος αντιεξουσιαστής του Μεσοπολέμου

Φώτης Γιαγκούλας. Ο πιο διάσημος λήσταρχος του Μεσοπολέμου δολοφονούσε τους

αξιωματικούς της Χωροφυλακής εν ψυχρώ Οι φωτογραφίες από το βιβλίο του Βασίλη

Ι. Τζανακάρη «Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» (Εκδόσεις

Καστανιώτη 2002)

Ο πλέον διάσημος ληστής και ό,τι πιο κοντά στο πρότυπο του τρομοκράτη-εκδικητή

είναι ο διαβόητος Φώτης Γιαγκούλας, γόνος ευκατάστατης οικογένειας χωρικών.

Σύμφωνα με τη ρομαντική εκδοχή, ο Γιαγκούλας βγήκε στο κλαρί επειδή σκότωσε

έναν ενωμοτάρχη που ενοχλούσε μία εξαδέλφη του. Παρά τις απαγωγές και τις

ληστείες, ο Γιαγκούλας δεν έδειχνε τόσο ενδιαφέρον για το χρήμα όσο στο να

προκαλέσει και να τραυματίσει την κρατική εξουσία. Ειδικευόταν στις εκτελέσεις

κρατικών αξιωματούχων εν ψυχρώ. Θύματα από το χέρι του πέφτουν οι

ανθυπομοίραρχοι Αποστόλου και Γρηγοράτος. Το 1925 η συμμορία του θα σφάξει τον

πρόεδρο της κοινότητας Τσαπουρνιάς Αθανάσιο Πάικο μπροστά στα μάτια των

συγχωριανών του, ενώ ο ίδιος τον βρίζει χαφιέ της εξουσίας.

Στην περίοδο μετά το 1922, σε μια Ελλάδα δίχως οράματα που μαστίζεται από τη

φτώχεια της προσφυγιάς και την ανεπάρκεια του κράτους, η αντίσταση των ληστών

στην κρατική εξουσία δεν άφηνε ασυγκίνητη μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, που

τους θεωρούσε σπλάχνο από τα σπλάχνα της: Πολεμούσαν την αδικία, ταπείνωναν

τους ισχυρούς, τρομοκρατούσαν τους «φραγκάτους», για να χρησιμοποιήσει κανείς

μια φράση του Βασίλη Ξηρού. Το θράσος και τα κατορθώματά τους είχαν γίνει θρύλος.