Ο «Δον Κιχώτης»…

… το πιο σημαντικό βιβλίο όλων των εποχών; Δεν θα μπορούσαμε να το

φανταστούμε. Όμως, έτσι αποφάσισαν 100 από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του

κόσμου σε έρευνα που έκανε Νορβηγική Λέσχη Βιβλίου. Ούτε ο Σαίξπηρ ούτε τα

Ομηρικά Έπη, σχολιάζει, μάλλον κάπως ενοχλημένο, το «Φιλολογικό Παράρτημα των

Τάιμς». Και αναρωτιέται πόση εμπιστοσύνη μπορεί να έχει κανείς σε κριτικούς

και συγγραφείς. Μπορεί όμως να κάνουν λάθος άνθρωποι σαν τον Σαλμάν Ρούσντι,

την Ντόρις Λέσινγκ, τη Ναντίν Γκόρντιμερ και τον Σίμους Χίνι; Δύσκολα.

Ο ενθουσιασμός…

… που εμπνέει αυτό το βιβλίο κρατάει κάπου τετρακόσια χρόνια τώρα. Ο «Δον

Κιχώτης» δεν φαινόταν να έχει εκείνα τα χαρίσματα που χρειάζεται ένα

ευθυμογράφημα για να γίνει κλασικό. Ή μήπως τα είχε; Τρεις απαντήσεις χωρούν

σε αυτό το ερώτημα. Η πρώτη έχει να κάνει με τον συμβολισμό του μύθου. Όπως

εκεί που οι δούλοι τους οποίους ελευθερώνουν ο ιππότης και ο Σάντσο κατόπιν

τούς παίρνουν στο κυνήγι. Φταίει το φίδι που τρέφεις στον κόρφο σου, αν

γυρίσει και σε δαγκώσει; Σε έναν κακό και μοχθηρό κόσμο δεν χωράνε ουτοπίες.

Διδάγματα πανανθρώπινα. Τη δεύτερη απάντηση την έχει δώσει ο συγγραφέας Μίλαν

Κουντέρα. Όταν ο Δον Κιχώτης πήρε αμπάριζα και βγήκε στον κόσμο, λέει, αυτό

έπαψε πια να είναι στόχος και έγινε πρόβλημα. Πόσοι από εμάς δεν νιώθουμε τη

δική μας διαδρομή έτσι; Αυτό που επισημαίνει ο Κουντέρα στο μυθιστόρημα είναι

η «στριμμένη βίδα» που μας κάνει να βλέπουμε τα πάντα μέσα από ένα δόγμα.

Το λογύδριο…

… του Δον Κιχώτη για τον χρυσούν αιώνα αναφέρεται με νοσταλγία σε μια

πρωτόγονη «κομμουνιστική» εποχή, που δεν ξέρει από πόλεμο, βία, τεχνολογία και

ιδιοκτησία. Ο «δεκάρικός» του καταλήγει με το χρέος της ιπποσύνης να

υπερασπίζεται τους αδύνατους και τους αθώους, μετά την κατάρρευση αυτής της

εποχής. Η κωμικότητα της ομιλίας υπονομεύει την πρόθεση του ιππότη. Τώρα πλάκα

μάς κάνει ο Θερβάντες; μας τρώει η αμφιβολία. Με τίνος το μέρος είναι; Μια

απορία που πάντα βασάνιζε τους αναγνώστες του.

Η τρίτη απάντηση:…

… πολύ λίγοι αναγνώστες, μέσα στην ιλαρότητα ή τη μιζέρια τους, μπορούν να

αρνηθούν πως υπέκυψαν σε παρόμοια οράματα, μολονότι ίσως δεν περίμεναν

γεγονότα τόσο παράξενα ή τόσο ανεπαρκή μέσα. Με δυο λόγια, όσο θεόκουτοι και

αν ήταν ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο, ήταν πολύ μεγαλύτεροι από τη ζωή. Η

περιπέτειά τους άγγιξε βαθιά αμέτρητες γενιές αναγνωστών επειδή ήταν κοντά

στην καθημερινή εμπειρία. Αν συνδυάσουμε τις τρεις απαντήσεις: το φίδι που

τρέφουμε γυρίζει και μας δαγκώνει, μα είναι τέτοια η «βίδα» μας, που εμείς

επιμένουμε στις ουτοπίες, γιατί δεν παύουν να μας αγγίζουν βαθιά όσο και αν

φαίνονται παράδοξες.