|
|
Όρκος γυναικών α λα… Ρακιντζής
|
| Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος – Πρόβουλος με την Μίρκα Παπακωνσταντίνου – Λυσιστράτη στην Επίδαυρο
|
Ένα καράβι που ήταν η Αθήνα. Με ακρόπρωρο – να το οδηγεί – η Αθηνά, με
ζωγραφισμένη, στην πλευρά του που βλέπαμε, την Ακρόπολη και, στην πλαγιά της,
την πόλη με τα φωτάκια της να ασημίζουν και με φουγάρο, στην κορφή, τον
Παρθενώνα. Αυτό το ελαφρό σκηνικό, που είχε σκαρώσει ο Απόστολος Βέττας πάνω
σε ένα μεγάλο ημιδιαφανές τελάρο – μπροστά, ένα παταράκι με δυο επίπεδα και με
κρεμασμένο ένα κανοκιάλι – «συνόδεψε» το ταξίδι της καινούργιας «Λυσιστράτης»
– της μιας από τις δύο του φετινού καλοκαιριού -, που ανέβασε, για την
«Θεατρική Διαδρομή», ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος, πρώτη ελληνική παράσταση του
48ου Φεστιβάλ Επιδαύρου. Και πρώτη που «τιγκάρισε», το Σάββατο, με 10.000
θεατές, το θέατρο του Πολυκλείτου – την πρεμιέρα της Παρασκευής παρακολούθησαν
γύρω στα 6.500 άτομα.
Κίνηση στην ορχήστρα, γυναίκες, απλώνουν δυο μαύρα πανό που πάνω τους
ζωγραφίζουν γράμματα, και, έπειτα από λίγο, δυο πανό ξετυλίγονται από την
πλαγιά της Ακρόπολης: «Κατάληψη» και «Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο». «Μυρίζει» ’70.
Και τα λαχούρια και τα εμπριμέ του βουτηγμένου στα χρώματα Χορού θα το
επιβεβαιώσουν.
Η Λυσιστράτη – Μίρκα Παπακωνσταντίνου, τυλιγμένη – πλούσια τα ελέη –
στα μπλε ρουά πέπλα της, θα εμφανιστεί, μετά τον σκηνοθετικό πρόλογο για να
μαζέψει, με το ξημέρωμα, τις μπουχτισμένες από τον πόλεμο που, κατόπιν,
ονομάστηκε Πελοποννησιακός και που επρόκειτο να κρατήσει τριάντα, σχεδόν,
χρόνια, γυναίκες των εμπλεκομένων και να τους προτείνει σχέδιο ειρηνευτικό που
θα επιβάλουν οι ίδιες: κατάληψη της Ακρόπολης, όπου και το Δημόσιο Ταμείο, και
αποχή από το «κρεβάτι», ως ότου εξαναγκάσουν τους άνδρες να κάνουν ανακωχή.
Πρέπει, όμως, να ορκιστούν για την αποχή από το… πέος – «πέος, πι-ι-όου-ες»,
τονίζει η Λυσιστράτη, ευθέως παραπέμπουσα στο ες-έι-τζι-έι-πι-όου του
«S.Α.G.Α.Ρ.Ο.» του Μιχάλη Ρακιντζή και το θέατρο πέφτει από το γέλιο. Ο όρκος
θα δοθεί – παρούσα και η «τσαούσα» Σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ – Ελένη Τζώρτζη, με
μαύρο κολάν, μαστίγιο στο χέρι και κραυγές «χάι, χάι, χάι…» -, παρά τις
προσπάθειες της Κλεονίκης – Ελένης Γερασιμίδου – με πράσινο φουστανάκι με
κόκκινα λουλουδάκια, κόκκινο καπελάκι, ασορτί τσαντούλα και παπουτσάκια και με
μικρά βηματάκια – να του αλλάξει τη… σύνταξη, για να αποφύγει το «πικρόν
τούτο ποτήριον».
Χοροί γυναικών και γέρων, ο Πρόβουλος – Τάσος Χαλκιάς, με ρακέτα στο
χέρι κι ένα αόρατο μπαλάκι, με λευκό παπουτσάκι του τένις, καλτσούλα και
μπαντάνα στα μαλλιά, αλλά και με μπλε μπλέιζερ φορτωμένο με τα διάσημα της
εξουσίας και με βάδισμα α λα Κώστας Βουτσάς. Ο Αγώνας της ντυμένης με ένα
εντυπωσιακό κόκκινο Λυσιστράτης και του Πρόβουλου θα γίνει με δυο τραπεζάκια
που σέρνουν, της Λυσιστράτης με δυο γυναικεία πόδια ανοιχτά, του Πρόβουλου με
ένα φαλλικό κανονάκι, τα οποία θα τα σμίξουν – το κανονάκι θα… εφαρμοστεί
ανάμεσα στα πόδια – και πάνω τους θα φτάσει ένα «ψητό κοτόπουλο», που θα το
μοιραστούν οι γυναίκες όσο γελοιοποιούν τον Πρόβουλο. Άφθονοι φαλλοί
ανορθωμένοι, η άκρως τολμηρή, όσο και ο Αριστοφάνης, μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη,
η μουσική του Βασίλη Δημητρίου με τζαζίστικους και μιουζικαλίστικους απόηχους,
οι κεφάτες χορογραφίες του Χάρη Μανταφούνη, ένα off «ιντερμέδιο» με τη φωνή
του Γιώργου Μιχαλακόπουλου, ο ίδιος, Κινησίας με ρόμπα εμπριμέ, να τον
βασανίζει η Μυρρίνη – Θωμαΐς Ανδρούτσου, καθυστερώντας τη συνεύρεσή τους κι
αφήνοντάς τον στα κρύα – ή, μάλλον, στα… καυτά – του λουτρού. Ο Λάκωνας –
Γιάννης Θωμάς με περιβολή εξερευνητού, στο φινάλε αφοπλισμός, με τους άνδρες
να εναποθέτουν όπλα, μπαλάσκες και με τις γυναίκες να τα σκεπάζουν με ένα
μακρύ, πράσινο, λουλουδιαστό βελούδο, που ξεκινάει από το ασορτί κοστούμι της
Λυσιστράτης, η Συμφιλίωση, όμορφη, μισόγυμνη κάτω από τα πέπλα της, να
αναδύεται μέσα από τον Παρθενώνα και όλοι, αφού ποζάρουν για μια αναμνηστική
φωτογραφία με παλιού τύπου, δύσοσμο «φλας», να εξαφανίζονται, για να αφήσουν
στη θέση τους ένα λευκοντυμένο κοριτσάκι, που τρέχει και καβαλικεύει ένα
ξύλινο, παλιό, κόκκινο αλογάκι.
Το χειροκρότημα, στο τέλος, στις εισόδους των πρωταγωνιστών, σε
ενδιάμεσες σκηνές, ήταν θερμό και τα γέλια συχνά – πυκνά. Βέβαια, στο πούλμαν
της επιστροφής, δεν έλειψαν και αυτοί που δεν έμειναν ικανοποιημένοι.

