Η Χρύσα Ρώπα και ο Πέτρος Φιλιππίδης στην παράσταση «Σπασμένη στάμνα»

Όταν πριν από είκοσι χρόνια παίχτηκε ξανά με μεγάλη επιτυχία η «Σπασμένη

στάμνα» του Κλάιστ από τη «Σκηνή», με σκηνοθέτες τον Λ. Βογιατζή και τον Β.

Παπαβασιλείου, οι οποίοι και πρωταγωνιστούσαν, είχα αναφέρει πως το κλασικό

αυτό αριστούργημα ήταν μια μεταφυσική φάρσα γιατί, διερευνώντας μέσα από έναν

λαϊκό μύθο τη σύγκρουση της Δικαιοσύνης στις δύο υποστάσεις της, τη νομική και

την ηθική, εν τέλει επανατοποθετούσε στο τραπέζι των συζητήσεων το «φύσει» και

το «θέσει», τη μεγάλη ανακάλυψη των σοφιστών, την έμμονη ιδέα του Πλάτωνα και,

βέβαια, την επανατοποθέτηση του διλήμματος στην εποχή του Διαφωτισμού, κυρίως

μέσα από τη φιλοσοφία της κοινωνίας του Ρουσσώ, που σ’ αυτό τουλάχιστον το

θέμα εκκινούσε από τον σοφιστή Αντιφώντα.

Σε ‘κείνη μάλιστα την κριτική μου διαπίστωνα εκ των κειμένων ότι η «Σπασμένη

στάμνα» είναι το θεατρικό πρότυπο για τον «Επιθεωρητή» του Γκόγκολ.

Έχω συχνά σ’ αυτή τη στήλη αναλύσει το φαινόμενο του θεατρικού καταλύτη. Μέσα

σε ένα δοσμένο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, πολιτιστικό περιβάλλον

εισβάλλει κάτι ανοίκειο, παράδοξο, αταίριαστο, ξένο ή παράταιρο, λοξό. Το

μοτίβο είναι παμπάλαιο. Ο όφις και οι πρωτόπλαστοι. Ο Οιδίπους στη Θήβα. Η

Μήδεια στην Κόρινθο. Ο Πεισθέταιρος στα «Ήθεα ορνίθων». Και βέβαια ο

Μεφιστοφελής, ο Ταρτούφος, ο Μίσκιν κτλ. Συνήθως ο καταλύτης, το πρόσωπο που

εισβάλλει στον «δομημένο» χωρόχρονο και τον αλλοιώνει (όπως αλλάζει χρώμα το

βάμμα του ιωδίου), παράγει τάξη ή αταξία. Όπως ο περίφημος «δαίμων» του

Μάξγουελ στον νόμο της θερμοδυναμικής παράγει εντροπία, κάθε σύστημα έχει

εντός του δυνάμει ροπές· έτσι από την τάξη παράγεται αταξία ή από την αταξία

τάξη. Στον «Επιθεωρητή» του Γκόγκολ ένας μικροαπατεώνας εκλαμβάνεται ως

επιθεωρητής και αναστατώνει ώς την πλήρη διάλυση μια μικρή αμαρτωλή πόλη (αλλά

ισορροπημένη, πριν από την εισβολή, ανοχή ενοχών), ενώ στη «Σπασμένη στάμνα» ο

δικαστικός επιθεωρητής, άτεγκτος, τυπικός και σχολαστικός, επιβάλλει την τάξη

και τον νόμο σ’ ένα μικροσύστημα που λειτουργεί χαοτικά.

Προσωπικά, πάντως, και το είχα σημειώσει πριν από είκοσι χρόνια, δεν

μπορώ να διακρίνω με ποιον είναι ο Κλάιστ. Στη σύγκρουση του φυσικού και

χαοτικού τρόπου ζωής με την έλλογη τυπική νομικίστικη εφαρμογή της

Δικαιοσύνης, φαίνεται να προσπαθεί να ισορροπήσει «γλεντώντας» ανάμεσα στην

απόλαυση που προσδίδει στον βίο το ένστικτο, ο αυτοσχεδιασμός, ο πόλεμος των

φύλων, το έθος και στην ασφάλεια, χωρίς άλλο, αλλά και την ψυχρότητα των

τεθειμένων άνωθεν και ισοπεδωτικών, απρόσωπων κανόνων του θετού δικαίου.

Αυτά ως προς τη θέση του αριστουργήματος του Κλάιστ. Γιατί, ως θεατρικό

κείμενο, ως δραματουργικό κατόρθωμα βρισκόμαστε μπροστά σε μία απογείωση όλων

των κωμικών στρατηγικών. Ο Κλάιστ κατέχει όλα τα μυστικά της κωμικής συνταγής.

Κλιμακώσεις, συσσωρεύσεις, επαναλήψεις, συγκρούσεις, απροσδόκητα, ειρωνεία και

προσποίηση, πανουργίες και αφέλειες, παρωδίες στυλ και πάνω απ’ όλα έξοχη

ικανότητα να μιμείται τη ρητορική των τάξεων και το ύφος των επαγγελμάτων.

Λαϊκή θυμοσοφία και στρεβλή ρητορική, χωριατιά και δικανικός περισπούδαστος

γλωσσοδέτης συμφύρονται και αλληλοσυμπληρώνονται δημιουργώντας και στο

γλωσσικό επίπεδο μια σύγκρουση ανάμεσα στην αυθορμησία του λαϊκού λόγου και

στην πεποιημένη σοβαροφάνεια του κρατικού, ενώ ανάμεσα παφλάζουν τα μεικτά

υβρίδια, ο μαϊμουδισμός της γλώσσας του άλλου. Ο Κλάιστ φθάνει σε κορυφαίες

επιτεύξεις πολύ κοντά στα γλωσσικά ανάλογα του Σαίξπηρ (αστυνόμοι λαϊκοί που

μιμούνται τη γλώσσα της κρατικής γραφειοκρατίας) και του Μπρεχτ (ο δικαστής

Αζντάκ στον «Κύκλο με την κιμωλία» – διασκευή του έργου του Κλάπουντ, κοντινού

του Κλάιστ – είναι πολύ κοντινός με τον δικαστή Αδάμ της «Στάμνας»).

Χάρη στη θαυμαστή μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη (από το 1982) έχουμε και στα

ελληνικά μια εύφορη παρτιτούρα προς παράσταση.

Η νέα παράσταση στο θέατρο «Βρετάνια», που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Ρήγας

εκκινώντας από το δεδομένο της διανομής, δηλαδή από ένα τρίο ηθοποιών, που

γνωρίζουν καλά και υπηρετούν δόκιμα τη λαϊκή υποκριτική παράδοση, τον

Φιλιππίδη, τη Ρώπα και τον Γαλίτη, κουρδίστηκε πάνω στα υπάρχοντα στο κείμενο

του Κλάιστ φαρσικά στοιχεία – της κωμικής παράδοσης. Η λαϊκή υποκριτική (που ο

γράφων είναι παιδιόθεν θαυμαστής της), ο αυτοσχεδιαστικός οίστρος, η γόνιμη

φαντασία και το γλέντι της ατάκας, η συνωμοσία θεατών και ηθοποιών, το

κλείσιμο του ματιού όλων προς όλα είναι μια ένδοξη υποκριτική προίκα.

Ο Ρήγας, έχοντας στη διάθεσή του τρία θηρία αυτού του κώδικα, δούλεψε με κέφι

οργανώνοντας μια λαϊκή πανήγυρη τύπου υπαίθριου θεάτρου, παταριού. Ο

Φιλιππίδης είναι ένας χαρισματικός λαϊκός μίμος, όταν βεβαίως το ύφος μιας

παράστασης το απαιτεί, γιατί η αγωγή του και η παιδεία του τού επιτρέπουν να

κινείται σε όλα τα ύφη και τα σκηνικά ιδιώματα. Αυτός ο δαιμόνιος ηθοποιός

ανήκει σε ‘κείνη τη σπάνια ράτσα καλλιτεχνών που παράγουν θέατρο εκ του

μηδενός. Έχοντας οργιάζουσα φαντασία διαθέτει μια παρακαταθήκη κλιμακούμενων

μοτίβων που τα επιστρατεύει και τα εκτοξεύει ανάλογα με τις προκλήσεις του

συμπαίχτη του. Γι’ αυτό χρειάζεται ηθοποιούς ανάλογης μανιέρας και ευφυΐας.

Η Ρώπα είναι ένα άλλο δαιμόνιο πλάσμα. Πάλλεται ολόκληρη, παίζει με το μικρό

δαχτυλάκι του ποδιού της, για μένα είναι η πραγμάτωση του δόγματος του

δασκάλου του Ροντήρη που έλεγε πως υποκριτική είναι ο πλήρης έλεγχος του

νευρικού συστήματος. Είναι απόλαυση να βλέπεις τη Ρώπα όταν δεν μιλά, όταν με

όλους τους πόρους της εισπράττει τον λόγο και την κίνηση του συμπαίχτη και

ετοιμάζει την αντεπίθεση, μέσα σ’ αυτή την λαλούσα σιωπή της ενυπάρχει όλος ο

χείμαρρος της ανταπόκρισης.

Ο Γιώργος Γαλίτης είναι ηθοποιός υψηλών προδιαγραφών ύφους. Ενώ γνωρίζουμε

πόσο κι αυτός δαιμόνιος είναι, τι ρυθμούς κατασκευάζει, παίζοντας τον αυστηρό,

τυπικό, δυσκοίλιο Βάλτερ, τον δικαστικό επιθεωρητή, οικοδομεί ένα μικρό

υποκριτικό αριστούργημα συγκρατημένης οργής, οργανωμένης υπομονής και

δηλητηριώδους υπαλληλίας. Μέσα στο χάος, αυτός κυκλοφορεί σαν μικρός

μακρόθυμος θεός που γνωρίζει πώς θα το τακτοποιήσει.

Το καστ της παράστασης διαθέτει θαυμάσιους ηθοποιούς.

Ο Στάθης Βούτος, έμπειρος και μετρημένος, η Χριστίνα Τσάφου, πληθωρική, εύχυμη

και με πηγαίο χιούμορ, ο Μάνος Ζαχαράτος, προσοντούχος νέος-εραστής, ο

Στόλλας, η Παυλίδου, ηθοποιοί με αξιοποιήσιμα προσόντα, και η Άννα

Κουτσαφτίκη, ενζενί με τεχνική κατάρτιση και εσωτερική τεχνική αξιοσημείωτη.

Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να ακολουθήσω τους δαιμόνιους ρυθμούς του τρίο. Δεν

ρισκάρουν να βγουν από το πεντάγραμμο και να ακροβατήσουν στο κενό. Το τρίο

ακροβατεί χωρίς δίχτυ. Όπως οι αδελφοί Μαρξ και η Τζουλιέτα Μασίνα.

Ο Δαμιανός Ζαρίφης έχτισε ωραίο χώρο και σχεδίασε υπέροχα κοστούμια. Οι

επιλογές μουσικής του Δρόσου και οι σοφοί φωτισμοί της Ντεκώ συμπλήρωσαν αυτήν

την εύφορη λαϊκή, εξωστρεφή παράσταση.

INFO

Το έργο «Σπασμένη στάμνα» του Κλάιστ παρουσιάζεται στο θέατρο «Βρετάνια»

(Πανεπιστημίου 7, τηλ. 010-3221.579)