Η αγάπη…

… της σιωπής είναι κάτι που έρχεται με τα χρόνια. Παιδιά, φοβόμαστε τη σιωπή

της νύχτας, οι χτύποι του ρολογιού την κάνουν πιο βαθιά, το σκοτάδι κάνει τα

πράγματα γύρω μας να μοιάζουν ψηλότερα. Μα όλα πάνε καλά όσο το ρολόι δουλεύει

ακόμη. Έξω, η πόλη δεν σωπαίνει, πότε μια σειρήνα πότε μια φωνή υπενθυμίζουν

τακτικά πως κάποιος ξαγρυπνάει, είτε για καλό είτε για κακό. Μια έκθεση ενός

διεθνούς ινστιτούτου μάς υπενθυμίζει και αυτή τακτικά, κάθε χρόνο, πως ζούμε

σε πολιτείες όπου κανονικά θα έπρεπε από καιρό να ήμασταν πεθαμένοι. Και αφού

δεν μπορούμε να διαλέξουμε ούτε τη Ζυρίχη ούτε τη Βιέννη, που προσφέρουν την

καλύτερη ποιότητα ζωής, μπορούμε τουλάχιστον να κάνουμε καλύτερη τη δική μας

πόλη.

Ο θόρυβος…

… ενοχλεί διαφορετικά κάθε άνθρωπο. Άλλος τρελαίνεται από τη γάτα που

νιαουρίζει στα κεραμίδια, άλλος από τις μοτοσυκλέτες χωρίς εξατμίσεις και

άλλος από τα βροντερά ηχεία που κάνουν επίθεση στα αυτιά μέσα από ένα ανοιχτό

παράθυρο. Οι ενισχυτές, αυτή η καταραμένη εφεύρεση του 19ου αιώνα,

τελειοποιήθηκε τόσο πολύ στον 20ό, που ακούγεται μέσα από αυτούς ακόμη και η

φωνή του Θεού, είτε με τον στριγκό αμανέ του μουεζίνη είτε με τον λιγδωμένο

ψαλμό του παπά. Κάπου μακριά, στο βάθος του χρόνου, νοσταλγούμε το θρόισμα από

το ηλιοβασίλεμα, το κρώξιμο του γλάρου, το κύμα πάνω στα βράχια, το ψιθυριστό

παραμύθι πάνω από το προσκεφάλι, την απόμακρη σφυρίχτρα ενός τρένου. Ύστερα

μάς ξυπνάει ο βόμβος του κινητού για να μας υπενθυμίσει: «Απόψε, να μην ξεχάσω

το πάρτι». Θα χρειαστεί πολλή τύχη για να βρει κανείς εκεί μια ήσυχη γωνιά –

και πάντα με κίνδυνο να παρεξηγηθεί.

Με τα χρόνια…

… μιλάει κανείς ολοένα και λιγότερο (αν και μπορεί να τραγουδάει

περισσότερο). Και όσο περισσότερα ξέρει, τόσο λιγότερα λέει (κάτι που βέβαια

δεν ισχύει αντίστροφα). Πράγμα που μας φέρνει στον νου εκείνο που έλεγαν για

τον στρατάρχη Μόλτκε: πως «μπορούσε να μένει σιωπηλός σε επτά γλώσσες».

Οι περισσότεροι…

… πολιτικοί σωπαίνουν συνήθως σε μια – και αυτήν την ξέρουν ελάχιστα. Τόσο

το καλύτερο γι’ αυτούς, λέει ο ιστορικός Πωλ Τζόνσον στο περιοδικό

«Σπεκτέιτορ», αφού «σπάνια μπαίνει σε μπελάδες ένας πολιτικός που δεν λέει

τίποτα». Φτάνει να μη βρεθεί σε «παράθυρο» της τηλεόρασης. Εκεί, ο «θόρυβος»

της σιωπής του φτάνει για να ξεκουφάνει εκατομμύρια ανθρώπους. Γιατί όλο και

όλο το μυστικό στην τηλεόραση είναι να ρωτάς τον καλεσμένο ερωτήσεις που να

μην μπορεί να ξεμπερδέψει με αυτές με ένα απλό «ναι» ή «όχι». Έτσι γίνεται

κουβέντα – κουβέντα να γίνεται. Και έτσι έρχεται με τα χρόνια η αγάπη της

σιωπής, όταν πια τα αυτιά έχουν κουραστεί να μην παίρνουν απάντηση στο ίδιο

πάντα ερώτημα: «Άκουσες τίποτα σήμερα που να άξιζε τον κόπο να ακουστεί;».