«Κι όσοι δεν γονατίζανε / στης Παναγιάς το Βήμα / ήταν από ντροπή / μη
λάχει και φανούν / τα τρύπια τους παπούτσια».
Λουκρητία Δούναβη
|
| Παιδική ευτυχία (έργο της Καναδέζας ζωγράφου May Rousseau)
|
Το ‘χες υποσχεθεί στον εαυτό σου από το καλοκαίρι: θα αποχαιρετήσεις τη μάνα
με ένα απόσπασμα από το «Βυσσινί Φουστάνι». Τόσο πολύ σε είχε συγκινήσει το
βιβλίο. Κι ας μην είχες καμιά σχέση με τη Σύρο, ούτε εσύ ούτε εκείνη. Ίσως
επειδή είναι ένα μαύρο βιβλίο, όπως παρατήρησε χθες ο Μάνος Ελευθερίου κατά
την παρουσίασή του. Μαύρο, γιατί περιγράφει τον θάνατο μιας γειτονιάς και μιας
ντοπιολαλιάς: της Απάνω Σύρας, και της γλώσσας που μιλιόταν εκεί πέρα. Είχες
βρει και το κείμενο που θα χρησιμοποιούσες.
«Έρχουνται οι σκέψεις τω βασάνω μου και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Ο
πειρασμός μου σταματά την προσευχή. Δεν τονε κάνω ζάφτι. Αυτά
που αιστάνομαι είναι παράπονα, τρομάρες και θυμοί. Αφού εγώ
είμαι εντάξει στα πετερμά μου από τα πάντα μου, Εσύ γιατί έχεις να
φανείς από τα πέρσι; Σου γύρεψα μια χάρη. Αγρόν ηγόρασες.
Κρίμας… Τώρα που ηγέρασα, όλο αρωτάω εμένα για πολλά
πράγματα. Κάποτε μου έστερνες αγαλλίαση. Εδωνά τα μπερδεύω.
Εσύ μου την έστερνες ή εγώ την έπαιρνα;»
Θα την αποχαιρετούσες (και) σ’ αυτόν τον χώρο όχι γιατί είχες ανάγκη να
εκφράσεις δημοσίως τα συναισθήματά σου, αλλά γιατί έπρεπε να κλείσει εκείνο το
κεφάλαιο των σημειωμάτων, των οποίων εκείνη ήταν φανατικός (και μάλλον ο
μοναδικός) συλλέκτης. Μα την ημέρα (και την ώρα) της κηδείας έπεσαν οι Δίδυμοι
Πύργοι. Ένας νεκρός (ο δικός σου) υπερκαλυπτόταν ξαφνικά από χιλιάδες νεκρούς
(της Αμερικής, αλλά κατά κάποιον τρόπο και δικούς σου). Κι έτσι άφησες τα
ιδιωτικά, για τα κοινά. Τα σπουδαία, για τα επίσης σπουδαία, αλλά από
διαφορετική σκοπιά. Ασχολήθηκες με την Αφγανή γυναίκα, θύμα συμπλεγματικών
εξτρεμιστών, κι άφησες την Απανωσυριανή γυναίκα, πρωταγωνίστρια μιας σχεδόν
μητριαρχικής κοινωνίας που έβγαλε μια συγγραφέα σαν τη Λουκρητία Δούναβη.
«Μια περατζάδα είναι η ζωή, και το μεγάλο της ρεγάλο είναι τα
φυλλοκάρδια της».
Έπρεπε όμως κάποτε να εκπληρώσεις εκείνη την υπόσχεση. Την ευκαιρία στην έδωσε
η ίδια η συγγραφέας, αυτή η συγκίνηση στη φωνή της καθώς διάβαζε χθες το
αγαπημένο της διήγημα, ένα διήγημα που όταν το έγραφε σκεπτόταν τη γιαγιά της.
«Άμα περνάει ο Επιτάφιος κι οι βιόλες του μυροκοπούνε, μπήζω τα
κλάματα, μαρή. Θυμούμαι δα τον άντρα μου, που ηπέθανε
τριάντα τριώ χρονώ και τόνε στόλισα με βιόλες. Τον έδα χτες στον ύπνο
μου, σαράντα χρόνια ποθαμένος. Ηφόρειε ένα πουκάμισο θαλασσωπό
κι ηάστραφτε από την πάστρα. Τον έδα να χαμογελά κι ήτανε νέος,
σαν παιδί μου. Σαν τότες, μαρή, που ήθελα πιότερο
απ’όλα στη ζωή μου να γελώ. Για πε μου δα, είναι καλό το
όνειρο;» (Το Βυσσινί Φουστάνι, Ροδακιό, 2001)
