Νέα Υόρκη σήμερα… Εκεί όπου το κεφάλαιο συναντά τους δρόμους της Μαφίας.

Όπου τα συμφέροντα των ισχυρών της γης διαπλέκονται με τις μεθόδους της

κοινωνίας του οργανωμένου εγκλήματος. Μια ιστορία με τον χαρακτήρα

ντοκουμέντου, που ξεσκεπάζει τον σκοτεινό κόσμο όπου κινούνται, σαν μια

«φαμίλια», πολιτικοί και βιπς, πρόσωπα λαμπερά του τζετ-σετ και πιστολέρος

υπεράνω υποψίας…

Η «Ομερτά» του Μάριο Πούζο, το βιβλίο από το οποίο «ΤΑ ΝΕΑ» παρουσιάζουν

κατ’ αποκλειστικότητα μερικές από τις πιο συναρπαστικές σελίδες, θα

κυκλοφορήσει στις 18 Αυγούστου από τις εκδόσεις BELL.

Έχουν περάσει κιόλας κάμποσα χρόνια, αλλά τις στιγμές εκείνες που ο πιο

μεγάλος Δον της Σικελίας, ο Βιντσέντσο Τσένο, έσβηνε αργά πάνω στο κρεβάτι

του, δεν θα τις ξεχάσουν ποτέ αυτοί που τις έζησαν.

Ήταν στα 1967, στο Καστελαμάρε ντελ Γκόλφο, ένα χωριό από ξερολιθιά που

αγναντεύει τα σκοτεινά νερά της Μεσογείου. Ο Δον Βιντέντσο, έβλεπε καθαρά πια

το τέλος του να ζυγώνει.

Ολόγυρά του, με το βλέμμα γεμάτο λύπη και τα πρόσωπα σοβαρά και επίσημα όπως

απαιτούσε η στιγμή, ήταν συγκεντρωμένα τα καλύτερα παλικάρια του, που είχαν

προστρέξει στο κάλεσμά του: Ο Ρεϊμόντε Απρίλε από τη Νέα Υόρκη, ο Οτάβιο

Μπιάνκο από το Παλέρμο, ο Μπενίτο Κράξι από το Σικάγο.

Ο Δον Τσένο ήταν ο τελευταίος από τους θρυλικούς αρχηγούς της Μαφίας, άντρας

σκληρός και συναισθηματικός μαζί, που ήξερε προπάντων να τηρεί παραδόσεις.

Έπαιρνε ποσοστά από όλες τις επιχειρήσεις, αλλά ποτέ από ναρκωτικά ή πορνεία.

Και αν κάποιος ερχόταν στο σπίτι του για να του ζητήσει, ψωμί, δεν θα έφευγε

με άδεια χέρια. Ο Δον Τσένο διόρθωνε τις αδικίες του νόμου, όπως έλεγε, με τη

δύναμη της θέλησής του ­ και των όπλων.

Δεν υπήρχε περίπτωση γυναικάς νεαρός να εγκαταλείψει την κόρη ενός φτωχού

γεωργού ­ ο Δον Τσένο θα τον έπειθε να την παντρευτεί. Ούτε κάποια τράπεζα να

κάνει κατάσχεση σ’ έναν ανήμπορο αγρότη ­ ο Δον Τσένο θα επενέβαινε. Αν ένας

νέος διψούσε για πανεπιστημιακή μόρφωση και δεν είχε χρήματα, και η κόσκα

του Δον Τσένο, η ομάδα του θα φρόντιζε να κάνει το όνειρό του

πραγματικότητα. Οι νόμοι της Ρώμης δεν ήταν τίποτα μπροστά στις παραδόσεις της

Σικελίας. Ο Δον Τσένο τους ανέτρεπε.

Σκηνή από την πολύκροτη ταινία «Νονός» με τον Μάρλο Μπράντο, δημιουργός της

οποίας ήταν ο Μάριο Πούζο

Αλλά ο Τσένο ήταν τώρα στα ογδόντα του, και η δύναμή του είχε αρχίσει να

μειώνεται. Είχε παντρευτεί μια πολύ όμορφη κοπέλα, που του έκανε ένα θαυμάσιο

αγοράκι. Πέθανε όμως στον τοκετό και το παιδί ήταν τώρα δύο ετών. Τι θα

γινόταν το μικρό;

Ευχαρίστησε τους τρεις φίλους του που έκαναν τόσα χιλιόμετρα.

«Θα πεθάνω με καθαρή συνείδηση», είπε, αν και όλοι ήξεραν ότι είχε σκοτώσει

εκατοντάδες ανθρώπους, «αν ξέρω ότι το παιδί μου δεν κινδυνεύει. Σ’ αυτό το

δίχρονο αγόρι βλέπω την καρδιά ενός αληθινού μαφιόζου, ιδιότητα σπάνια πια».

Ένας από τους τρεις, είπε, έπρεπε να γίνει κηδεμόνας αυτού του ασυνήθιστου

παιδιού.

«Και τι θέλεις από μας, Δον Τσένο;», ρώτησε ο Κράξι. «Εγώ ευχαρίστως θα πάρω

το παιδί».

Ο Μπιάνκο κοίταξε σχεδόν ενοχλημένος τον Κράξι.

«Εγώ ξέρω το παιδί από τότε που γεννήθηκε. Θα το πάρω και θα το έχω σαν δικό

μου».

Ο Ρεϊμόντε Απρίλε κοίταξε τον Δον Τσένο, αλλά δεν είπε τίποτα.

«Κι εσύ, Ρεϊμόντε;», ρώτησε ο Δον Τσένο.

«Αν διαλέξεις εμένα», απάντησε αυτός, «ο γιος σου θα είναι γιος μου».

Ο Δον Τσένο, αν και ετοιμοθάνατος, ήξερε ότι ο Ρεϊμόντε Απρίλε ήταν εκείνος

που χρειαζόταν περισσότερο το παιδί. Αυτός θα ωφελούνταν περισσότερο από την

αγάπη του μικρού, αλλά και θα μάθαινε στον γιο του πώς να επιβιώνει μέσα σ’

αυτό τον κόσμο της προδοσίας. «Ρεϊμόντε, θα είσαι ο πατέρας του. Κι εγώ μπορώ

να αναπαυθώ εν ειρήνη», είπε.

Η κηδεία του Δον ήταν αυτοκρατορική. Όλοι οι αρχηγοί των κόσκα της

Σικελίας ήρθαν να τον τιμήσουν, μαζί με αρκετούς υπουργούς από τη Ρώμη και

εκατοντάδες υπηκόους της μεγάλης κόσκα του. Ο δίχρονος Αστόρε Τσένο,

ένα νήπιο με φλογερό βλέμμα, με μαύρη ρεντιγκότα και μαύρο ημίψηλο, ήταν

καθισμένος στη μαύρη ιππήλατη νεκροφόρα σαν Ρωμαίος αυτοκράτορας.

Ο καρδινάλιος του Παλέρμο τέλεσε άψογα την κηδεία.

Και ο Ρεϊμόντε Απρίλε πήρε κατόπιν τον Αστόρε Τσένο στην Αμερική και τον έκανε

μέλος της οικογένειάς του.

Τα τρομερά δίδυμα

Οι δίδυμοι Στούρζο, ο Φράνκι και ο Στέις, σταμάτησαν στο δρομάκι του γκαράζ

μπροστά στο σπίτι του Χέσκοου, και κοίταξαν τους τέσσερις πανύψηλους νεαρούς

που έπαιζαν μπάσκετ στο μικρό γήπεδο του σπιτιού. Ο Τζον Χέσκοου βγήκε να τους

προϋπαντήσει. Ήταν ψηλός, με κεφάλι σαν αχλάδι, αραιά μαλλιά που σχημάτιζαν

έναν κύκλο γύρω από τη γυμνή κορυφή του κρανίου του και μικρά γαλάζια μάτια

που άστραφταν. «Πάνω στην ώρα φτάσατε», είπε.

Το μπάσκετ σταμάτησε. «Αυτός είναι ο γιος μου, ο Τζόκο», είπε περήφανα ο

Χέσκοου. Ο πιο ψηλός από τους νεαρούς άπλωσε το πελώριο χέρι του στον Φράνκι.

«Τι λέτε, παίζουμε λίγο;» είπε ο Φράνκι.

Ο Τζόκο κοίταξε τους δύο επισκέπτες. Ήταν γύρω στο ένα και ογδόντα και

φαίνονταν σε καλή φυσική κατάσταση. Φορούσαν κα οι δύο μπλουζάκια πόλο Ραλφ

Λόρεν, χακί παντελόνια και παπούτσια με λαστιχένιες σόλες. Ήταν όμορφοι άντρες

με φιλικό ύφος και τα τραχιά χαρακτηριστικά τους αντανακλούσαν μια άνετη

σιγουριά. Φαίνονταν κάπου ανάμεσα στα σαράντα και τα σαράντα πέντε.

«Βέβαια», είπε ο Τζόκο με ένα παιδιάστικο χαμόγελο.

Ο Στέις χαμογέλασε κι αυτός. «Ωραία! Έχουμε οδηγήσει πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα

και πρέπει να χαλαρώσουμε λίγο».

Όταν κάποτε σταμάτησαν ξεθεωμένοι, ο Χέσκοου τους έφερε αναψυκτικά έξω στο

γήπεδο και οι νεαροί μαζεύτηκαν γύρω από τον Φράνκι, που ήταν ο πιο

χαρισματικός.

«Ακούστε μερικές συμβουλές από ένα γέροντα», είπε ο Χέσκοου. «Ποτέ μην κάνεις

τρίπλα αν μπορείς να δώσεις πάσα. Ποτέ μην τα παρατάς όταν χάνεις με είκοσι

πόντους στην τελευταία περίοδο. Και ποτέ μη βγαίνεις με γυναίκα που έχει πάνω

από μία γάτα».

Οι νεαροί γέλασαν.

Μέσα στο σπίτι, ο Τζον Χέσκοου οδήγησε τους δύο αδελφούς στον επάνω όροφο, στο

δωμάτιό τους. Πρόσεξαν ότι είχε πολύ βαριά πόρτα με γερή κλειδαριά. Μπήκαν

μέσα και ο Χέσκοου κλείδωσε πίσω τους.

Ο Χέσκοου ξεκλείδωσε ένα μπαούλο. Μέσα υπήρχαν πιστόλια, αυτόματα και κουτιά

με σφαίρες σε μια σειρά από μαύρα γεωμετρικά σχήματα.

«Κάνουν αυτά;», ρώτησε.

«Χωρίς σιγαστήρες», είπε ο Φράνκι.

«Δεν χρειάζεστε σιγαστήρες γι’ αυτήν τη δουλειά».

«Ωραία», είπε ο Στέις. «Δεν τους χωνεύω τους σιγαστήρες. Έτσι κι έχει

σιγαστήρα το πιστόλι, δεν μπορώ να πετύχω τίποτα».

«Εντάξει», είπε ο Χέσκοου. «Κάντε ένα ντους και βολευτείτε, κι εγώ θα διώξω τα

παιδιά και θα μαγειρέψω να φάμε. Πώς σας φάνηκε ο γιος μου;»

«Πολύ καλό παιδί», είπε ο Φράνκι.

«Είδατε πώς παίζει μπάσκετ;» ρώτησε ο Χέσκοου, με μια λάμψη περηφάνιας που τον

έκανε να μοιάζει ακόμη περισσότερο σαν ώριμο αχλάδι.

Όταν τα δύο αδέρφια κατέβηκαν στο λίβινγκ ρουμ, λίγο αργότερα, ο Χέσκοου

περίμενε. Είχε φτιάξει μοσχαράκι σοτέ με μανιτάρια και μια τεράστια

μαρουλοσαλάτα.

Κάθησαν να φάνε. Ήταν παλιοί φίλοι και ήξεραν ο ένας την ιστορία του άλλου. Ο

Χέσκοου ήταν χωρισμένος δεκατρία χρόνια τώρα. Η πρώην γυναίκα του και ο Τζόκο

ζούσαν στο Μπάμπιλον, μερικά χιλιόμετρα δυτικά. Ο Τζόκο όμως περνούσε πολλές

ώρες στο σπίτι του πατέρα του και ο Χέσκοου του φερόταν πάντα σαν χαζομπαμπάς.

«Παίξατε καλά με τους πιτσιρικάδες», είπε ο Χέσκοου. «Έχετε αναρωτηθεί ποτέ αν

θα καταφέρνατε να φτάσετε στο επαγγελματικό πρωτάθλημα;».

«Μπα», έκανε ο Στέις. «Είμαστε πολύ κοντοί, μόνο ένα και ογδόντα. Οι αραπάδες

θα ήταν τεράστιοι μπροστά μας».

«Αλήθεια», είπε ο Φράνκι στον Χέσκοου, «πάντα ήθελα να σε ρωτήσω: γιατί

άλλαξες το όνομά σου;».

«Πάει πολύ καιρός από τότε», είπε ο Χέσκοου. «Δεν ντρέπομαι που είμαι Ιταλός.

Αλλά, όπως βλέπετε, μοιάζω για Γερμανός: ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια κι αυτή η

μύτη… Φαινόταν πολύ ύποπτο έτσι όπως είμαι να έχω ιταλικό όνομα».

Τα αδέλφια γέλασαν, και το γέλιο τους ήταν άνετο, γεμάτο κατανόηση. Ήξεραν ότι

τους έλεγε ψέματα, αλλά δεν τους πείραζε.

«Ώρα να μπούμε στο ψητό», είπε ο Στέις. «Πρέπει να είναι μεγάλη δουλειά,

αλλιώς δεν θα χρειαζόταν να κάνουμε πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα με το

αυτοκίνητο. Μπορούσαμε να έρθουμε με το αεροπλάνο».

«Δεν ήθελα να υπάρχουν ίχνη στα αεροδρόμια», είπε ο Χέσκοου. «Αυτό είναι το

πρώτο μέρος που ελέγχουν. Και θα γίνει μεγάλος ντόρος μετά τη δουλειά. Δεν σας

πειράζει η πίεση;»

«Εμένα μου αρέσει η πίεση», είπε ο Στέις. «Λέγε τώρα, ποιος είναι;».

«Ο Δον Ρεϊμόντε Απρίλε». Ο Χέσκοου κόντεψε να πνιγεί με τον εσπρέσο καθώς

έλεγε το όνομα.

Για αρκετή ώρα επικράτησε σιωπή, και ο Χέσκοου αισθάνθηκε για πρώτη φορά την

παγερή ακτινοβολία του θανάτου, που ανέδιδαν σε τέτοιες στιγμές τα δύο

αδέρφια.

«Ο Δον έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση εδώ και τρία χρόνια», είπε ο

Χέσκοου. «Όλοι οι παλιοί του σύνδεσμοι είναι στη φυλακή. Δεν έχει δύναμη πια.

Ο μόνος που μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα είναι ο Τιμόνα Πορτέλα, αλλά κι

αυτός δεν θα κάνει τίποτα. Η αμοιβή σας είναι ένα εκατομμύριο δολάρια, τα μισά

όταν γίνει η δουλειά και τα άλλα μισά σε ένα χρόνο».

«Δεν υπάρχουν πολλοί που θα έκαναν μια τέτοια δουλειά· είναι μεγάλο το ρίσκο»,

είπε ο Φράνκι.

«Ναι», συμφώνησε ο Στέις. «Θα πρέπει να αντιμετωπίσεις τις συνέπειες για όλη

την υπόλοιπη ζωή σου. Μπορεί κάποιος να σε κυνηγήσει. Συν οι μπάτσοι και οι

ομοσπονδιακοί».

«Σας ορκίζομαι», είπε ο Χέσκοου, «η αστυνομία δεν θα κάνει τίποτε, ούτε το

FBI».

«Και οι παλιοί φίλοι του Δον;», ρώτησε ο Στέις.

«Οι νεκροί δεν έχουν φίλους». Ο Χέσκοου σώπασε για λίγο. «Όταν ο Δον

αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, έκοψε όλες τις παλιές του διασυνδέσεις. Δεν

υπάρχει λόγος να ανησυχείτε».

«Έτσι και μας πιάσουν», είπε ο Στέις, «δεν θα μας σκοτώσουν απλώς. Θα

περάσουμε δυο τρεις ώρες στην κόλαση πρώτα. Και, επιπλέον, κινδυνεύουν και οι

οικογένειές μας από τον Δον. Αυτό σημαίνει ότι κινδυνεύει και ο γιος σου. Δεν

θα μπορεί να παίξει στο ΝΒΑ από τον τάφο. Ίσως θα ΄πρεπε να ξέρουμε ποιος

πληρώνει γι’ αυτήν τη δουλειά».

Ο Χέσκοου έγειρε προς το μέρος τους, και το πρόσωπό του είχε γίνει

κατακόκκινο. «Ξέρετε ότι δεν μπορώ να σας το πω αυτό. Εγώ είμαι απλώς ο

μεσάζων. Και τα σκέφτηκα κι εγώ όλα αυτά που είπατε. Νομίζετε ότι είμαι

κανένας βλάκας; Ποιος δεν ξέρει τι άνθρωπος είναι ο Δον; Τώρα όμως είναι

ανυπεράσπιστος. Έχω διαβεβαιώσεις γι’ αυτό από τα ανώτατα επίπεδα. Η αστυνομία

θα κάνει απλώς ότι ερευνά την υπόθεση».

«Στέις, μιλάμε για ένα εκατομμύριο δολάρια», είπε ο Φράνκι. «Και ο Τζον δεν

μας έχει δώσει ποτέ λάθος δουλειά. Ας το κάνουμε».

Ο Στέις ένιωσε την έξαψη να μεγαλώνει μέσα του. Τι στην οργή, αυτός και ο

Φράνκι ήταν παλικάρια! Και, στο κάτω κάτω, ήταν ένα εκατομμύριο δολάρια.

Βασικά, η νοοτροπία του Στέις ήταν πιο μισθοφορική από του Φράνκι.

«Εντάξει», είπε ο Στέις. «Είμαστε μέσα. Αλλά ο Θεός να μας λυπηθεί αν κάνεις

λάθος». Στα παιδικά του χρόνια ήταν παπαδάκι στην εκκλησία.

«Τι γίνεται με το FBI;», ρώτησε ο Φράνκι. «Μήπως παρακολουθεί τον Δον;».

«Όχι», απάντησε ο Χέσκοου. «Όταν οι παλιοί του φίλοι μπήκαν φυλακή, ο Δον

αποσύρθηκε σαν τζέντλεμαν. Το FBI το εκτίμησε αυτό. Τον έχουν αφήσει ήσυχο.

Σας το εγγυώμαι. Και τώρα ακούστε πώς θα γίνει».

Χρειάστηκε μισή ώρα για να τους περιγράψει το σχέδιο.

Τελικά ο Στέις ρώτησε: «Πότε θα γίνει;»

«Κυριακή πρωί», απάντησε ο Χέσκοου.

Όλο το υπόλοιπο Σαββατοκύριακο, ο Χέσκοου έκανε την μπέιμπι σίτερ για τους

αδερφούς Στούρζο ­ τους μαγείρευε, έτρεχε και τους έκανε θελήματα. Δεν ήταν

άνθρωπος που εντυπωσιαζόταν εύκολα, αλλά μερικές φορές οι Στούρζο του πάγωναν

την καρδιά. Ήταν σαν οχιές, σε συνεχή επιφυλακή, ταυτόχρονα όμως ήταν πάντα

φιλικοί, και μάλιστα τον βοήθησαν να περιποιηθεί τα λουλούδια του στα

θερμοκήπια.

Τα αδέρφια έπαιζαν μπάσκετ λίγο πριν από το βραδινό φαγητό και ο Χέσκοου τους

παρακολουθούσε απορροφημένος, καθώς γλιστρούσαν ο ένας δίπλα στον άλλο σαν

φίδια.

ΜΑΡΙΟ ΠΟΥΖΟ

Ο δημιουργός του «Νονού»

Ο Μάριο Πούζο, γέννημα θρέμμα του Μανχάταν, έμεινε πάντα πιστός στη Νέα Υόρκη

αλλά ταξίδευε συχνά και στο Σικάγο ­ ζώντας έτσι τον σφυγμό και των δύο

μεγαλουπόλεων όπου έδρασε (και δρα) η Μαφία, το αγαπημένο του θέμα σε πολλά

από τα βιβλία του.

Ιταλικής καταγωγής, ο Πούζο σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια

της Νέας Υόρκης και πήρε μέρος στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο πριν αφοσιωθεί

οριστικά στη λογοτεχνία. Απέκτησε παγκόσμια φήμη με τον «Νονό», που έγινε

πολύκροτη ταινία με τον Μάρλον Μπράντο και κυριάρχησε στις οθόνες στη δεκαετία

του ’70. Ο Πούζο δούλεψε ο ίδιος και για την ταινία κερδίζοντας Όσκαρ

σεναρίου.

Μάστορας του κοινωνικού θρίλερ, ο δημιουργός του «Νονού» ξεχώρισε επίσης με

έργα του όπως ο «Σιτσιλιάνος», το «Τέταρτο Κάππα», ο «Τελευταίος Δον», και ο

«Σούπερμαν S-2». Η «Ομερτά», που ολοκληρώθηκε λίγο πριν από τον θάνατό του

πέρυσι, έγινε αμέσως παγκόσμιο μπεστ σέλερ και θεωρείται το πιο ώριμο έργο

του, εφάμιλλο του «Νονού».