«Τη μία κοπέλα τη βρήκαμε στον πάνω όροφο του σπιτιού, στο ακριανό δωμάτιο.

Η δεύτερη ήταν στο από κάτω σπίτι, σε δωμάτιο που έβλεπε προς την πίσω αυλή.

Ήταν ξαπλωμένη μπροστά στην πόρτα. Είχε καταλάβει τι είχε συμβεί και

προσπάθησε να φύγει χωρίς να προλάβει. Δεν τα κατάφερε για λίγα δευτερόλεπτα.

Απανθρακώθηκαν και οι δύο».

Στις 10.30 χθες το πρωί, πέντε λεπτά πριν συμβούν όλα, οι κάτοικοι της

Κοινότητας Αντικύρων είδαν ένα ζεύγος μαχητικών αεροσκαφών τύπου Phantom F-4

να κάνει γύρους πάνω από τον οικισμό τους. Είχαν προηγουμένως περάσει από την

Παραλία Διστόμου, είχαν προχωρήσει πέρα από το ύψωμα που λέγεται Κεφαλή και

αφού έκαναν στροφή 180 μοιρών κατευθύνονταν πίσω προς τα Αντίκυρα. Τα

αεροσκάφη είχαν απογειωθεί από την Ανδραβίδα και κάποιοι έλεγαν πως έκαναν

δοκιμαστικές πτήσεις, αφού στις 10 Ιουνίου είναι η επέτειος της Σφαγής του

Διστόμου και πάντα τέτοια μέρα ένα ζευγάρι μαχητικών αεροσκαφών πετάει χαμηλά,

στη μνήμη των νεκρών.

Αυτόπτης μάρτυρας

Ένας κάτοικος της περιοχής, ο οποίος καθόταν την ώρα εκείνη σε παραθαλάσσιο

καφενείο, σήκωσε το βλέμμα του ψηλά και είδε τα δύο αεροσκάφη να έρχονται από

τη θάλασσα προς τον οικισμό. Πετούσαν πάνω από ένα διάσελο, σε ύψος 200

μέτρων. Και ξαφνικά αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Το ένα από τα δύο

Φάντομ έχει γυρίσει ανάποδα.

Η καμπίνα των πιλότων βλέπει το έδαφος. Το αεροσκάφος αυτό έχει αρχίσει να

παίρνει κλίση προς τα κάτω. Εξακολουθεί να πετάει ανάποδα, αλλά την ώρα που

περνάει την ακτογραμμή και βρίσκεται πάνω από την κοινότητα αρχίζει να

ταλαντεύεται αριστερά και δεξιά, λες και ο κυβερνήτης του να προσπαθούσε να το

ξαναγυρίσει όπως ήταν πριν.

Σε κλάσματα δευτερολέπτου, δεκάδες άνθρωποι που βρίσκονταν στον οικισμό

καταλαβαίνουν ότι το αεροσκάφος θα πέσει.

Με ιλιγγιώδη ταχύτητα και εκκωφαντικό κρότο περνάει από τις στέγες των

σπιτιών, το Δημοτικό σχολείο της κοινότητας και πέφτει σαν βολίδα,

πλαγιομετωπικά, πάνω στο διώροφο. Ήταν το σπίτι του κ. Μπάμπη Κόλλια,

υπαλλήλου στο παρακείμενο εργοστάσιο αλουμινίου. Το τελευταίο σπίτι της

Κοινότητας Αντικύρων.

Είδε το Φάντομ

Ένα λεπτό πριν συμβεί η μοιραία πρόσκρουση, η κυρία Ευθυμία Κόλλια, 45 χρόνων,

σύζυγος του κ. Μπάμπη, εργαζόταν σε σούπερ μάρκετ λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο

πέρα, στα Άσπρα Σπίτια.

Στο διώροφο σπίτι βρίσκονταν τρία κορίτσια: η Σωτηρία Κόλλια, 22 χρόνων, η

αδελφή της η 19χρονη Ιωάννα-Ειρήνη και η 17χρονη Αργυρώ, κόρη της αδελφής τής

κυρίας Ευθυμίας Κόλλια.

Μισό λεπτό πριν συμβεί η μοιραία σύγκρουση, η Σωτηρία κάθεται στον πρώτο όροφο

του σπιτιού, στο αριστερό του τμήμα. Ακούει τον θόρυβο και από το παράθυρο

βλέπει το Φάντομ να έρχεται καταπάνω της. Δεν έχει καταλάβει τι ακριβώς

συμβαίνει. Το αεροσκάφος πετάει σχεδόν ανάποδα και το σοκ τής έχει κόψει τα

γόνατα. Το Φάντομ πλησιάζει στο κτήμα, η Σωτηρία καταλαβαίνει τι συμβαίνει και

αρχίζει να τρέχει προς το μπαλκόνι. Όμως το ακυβέρνητο αεροσκάφος είναι πιο

γρήγορο από αυτήν. Ξυρίζει όλα τα δένδρα στον δρόμο προς το σπίτι, τσακίζει

στη μέση μια ελιά και ξεριζώνει ολόκληρη άλλη μία που βρίσκεται 15 μέτρα

μπροστά από το σπίτι.

Σε εκείνα τα τελευταία κλάσματα του δευτερολέπτου, η αδελφή τής Σωτηρίας, η

Ειρήνη προσπαθεί μάταια να προλάβει να πιάσει το πόμολο της πόρτας να βγει

στην πίσω αυλή.

Το σπίτι στις φλόγες

Το Φάντομ προσκρούει στη δεξιά πλευρά του σπιτιού και ολόκληρο το κτίριο

τυλίγεται στις φλόγες. Καίγεται σαν το κερί. Το διθέσιο πολεμικό γίνεται

αμέσως συντρίμμια.

Ένα κομμάτι της τουρμπίνας σφηνώνεται στο εξωτερικό δωμάτιο που βρισκόταν η

Αργυρώ. Η κοπέλα απανθρακώνεται. Η ίδια μοίρα περίμενε και την Ειρήνη.

Απανθρακώνεται ξαπλωμένη στο πάτωμα χωρίς να προλάβει να ανοίξει την πόρτα.

Πυκνός καπνός αρχίζει και υψώνεται στον ουρανό, οι κάτοικοι του οικισμού

τρέχουν εκεί που έγινε το κακό.

Από τα δωμάτια ξεπηδούν τεράστιες φλόγες. Υγρά καύσιμα από το αεροσκάφος έχουν

γεμίσει τον τόπο. Τρέχουν από το μπαλκόνι, τρέχουν κάτω στο χώμα. Τα

πυρομαχικά έχουν σκορπιστεί και οι σφαίρες εκρήγνυνται από τη φωτιά.

Σωτήρια κίνηση

Εκείνη την ώρα η Σωτηρία πηδάει από το σπίτι και πέφτει στο έδαφος. Ένας

σμηνίτης από τη γειτονική στρατιωτική βάση της Αεροπορίας την πιάνει από το

χέρι και η φωτιά τούς καλύπτει τα πρόσωπα. Ο πυροσβέστης Δημήτρης Αίσωπος, που

υπηρετεί στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Λιβαδειάς, βρισκόταν εκείνη την ώρα στην

Αντίκυρα. Φθάνει από τους πρώτους, καταλαβαίνει τι έχει συμβεί, βλέπει τον

σμηνίτη με τη Σωτηρία αγκαλιά, τους φωνάζει να απομακρυνθούν, αλλά δεν

ακούγεται. Τρέχει προς το μέρος τους και τους σπρώχνει πίσω. Την επόμενη

στιγμή ακούγεται μια μεγάλη έκρηξη από την κηροζίνη που έπιασε φωτιά.

Έσωσε τη ζωή και των δύο. Είχε υπηρετήσει στην αεροπορική βάση της Τανάγρας

και γνώριζε καλά τι συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις.

Δέκα λεπτά μετά το κακό, η Πυροσβεστική Υπηρεσία Λιβαδειάς ενημερώνεται. Πέντε

οχήματα από εκεί και 25 άνδρες, σχεδόν όλη η δύναμη, φεύγουν με ιλιγγιώδη

ταχύτητα προς την Αντίκυρα. Την ίδια ώρα φθάνουν δυνάμεις από την Αστυνομική

Διεύθυνση Λιβαδειάς και πυροσβεστικά οχήματα από Θήβα, Άμφισσα, Ιτέα. Έρχονται

οχήματα από τη γειτονική βάση της Αεροπορίας, το εργοστάσιο αλουμινίου.

Εκρήξεις από σφαίρες

Ξετυλίγονται οι μάνικες και το νερό εκτοξεύεται στο σπίτι που φλέγεται. Παντού

μυρίζει κηροζίνη. Οι πυροσβέστες φορούν στολές αμιάντου. Σφίγγουν τα χείλη,

ανοίγουν δρόμο από τη φωτιά και αγνοούν τις σφαίρες που εκρήγνυνται. Βρίσκουν

τα κορίτσια.

Η μάνα τής Σωτηρίας δεν το ξέρει. Αγκαλιάζει τον άνδρα της και του φωνάζει «να

ζουν τα παιδιά μου και είμαι η πιο ευτυχισμένη μάνα στον κόσμο».

Η κόρη της δεν έζησε δυστυχώς. Ούτε η κόρη τής αδελφής της, της Ιωάννας. Θα το

μάθαιναν δυστυχώς σε λίγο, όταν ο πυρονόμος Γιώργος Βελέντζας ενημέρωνε τον

διοικητή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Λιβαδειάς, επιπυρραγό Μιλτιάδη

Αναστασίου.

Το παζλ της τραγωδίας

Στις 11.30 όλα είχαν τελειώσει. Η φωτιά είχε σβηστεί. Οι καπνοί εξακολουθούσαν

να βγαίνουν από το καρβουνιασμένο σπίτι. Νερό ανακατεμένο με κηροζίνη έτρεχε

στο έδαφος.

Ο κ. Γ. Βελέντζας βρίσκει τη ζώνη καθίσματος ενός από τους πιλότους στα

τριακόσια μέτρα από το σπίτι. Τη φέρνει και την ακουμπά σε ένα δένδρο.

Συνάδελφοί του ψάχνουν να βρουν ό,τι απέμεινε από τους πιλότους.

Προσπαθούν να συναρμολογήσουν τα κορμιά τους την ώρα που οι εμπειρογνώμονες

του Πενταγώνου προσπαθούν να συναρμολογήσουν το παζλ της απίστευτης τραγωδίας.

Στις καρέκλες μιας γειτονικής ταβέρνας, φίλοι και συγγενείς έχουν μεταφέρει

τις δύο μάνες, τον παππού και την γιαγιά των δύο αδικοχαμένων κοριτσιών. Τα

ουρλιαχτά των γονιών ακούγονται πέρα ως πέρα. Φθάνει ο υφυπουργός Εθνικής

Άμυνας Δημήτριος Αποστολάκης να συλλυπηθεί τις μαυροφορεμένες μάνες. Τον

αποδοκιμάζουν όλοι, καταριούνται το κράτος.

Οι σοροί των δύο κοριτσιών είχαν μεταφερθεί στο νεκροτομείο για την

αναγνώριση. Ένας συγγενής πλησίασε τον υφυπουργό και το μόνο που του είπε

ήταν: «Φέρτε τα παιδιά πίσω στις μανάδες τους. Θέλουν να τα δουν, να είναι

δίπλα τους».