Πολλές ιστορίες της Αριστεράς είναι τραγικές. Και, οπωσδήποτε, οι
περιπέτειες του Άρη Βελουχιώτη, του Νίκου Μπελογιάννη ή του Νίκου Πλουμπίδη,
για διαφορετικούς λόγους για τον καθένα, είναι από τις τραγικότερες του αιώνα μας.
Ωστόσο, καμία από αυτές τις υποθέσεις δεν κρύβει την τραγικότητα της ζωής
και του θανάτου τού πλέον ισχυρού ηγέτη του ΚΚΕ, στον 20ό αιώνα, του Νίκου Ζαχαριάδη.
Η τραγική αυτοκτονία του, το ’73, στα 70 του χρόνια, στα βάθη της Σιβηρίας,
όταν δεν του επέτρεπαν καν να πάει στη Μόσχα παρακαλούσε να μεταφέρουν μετά
θάνατον, όταν δεν θα είναι επικίνδυνος για πολλούς, τα οστά του στην Ελλάδα
ήταν μία ηχηρή «απάντηση» προς πολλές πλευρές.
Από τότε, που λίγα πράγματα ήρθαν στο φως, εκτός φυσικά από τις πολυσέλιδες
δημοσιεύσεις σε βιβλία, εφημερίδες και εκθέσεις για «τα λάθη στον Εμφύλιο,
τα εγκληματικά λάθη του Νίκου Ζαχαριάδη απέναντι σε συντρόφους του, τα
ανεξήγητα λάθη του “παιδιού του Στάλιν”».
Η έκδοση σήμερα ενός μυθιστορήματος με αυτόν για κεντρικό ήρωα αποτελεί
σημαντικό βήμα για την ιστορία του Ζαχαριάδη και για την Αριστερά.
Πρόκειται για το νέο βιβλίο του δημοσιογράφου Γιώργου Λεονταρίτη, «Οδός
Παυλώφ 22», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Προσκήνιο – Άγγελος Σιδεράτος»,
με σκίτσα του Στάθη Σταυρόπουλου.
Μεγαλύτερο, ακόμη, βήμα θα είναι όταν ολοκληρωθεί η ταινία που θα γίνει
από τον Άγγελο Σιδεράτο για τον Ζαχαριάδη.
Γι’ αυτήν, αλλά και για το βιβλίο που κυκλοφορεί, ήρθε προ ημερών στην
Ελλάδα από τη Μόσχα ο Σήφης, ο αγαπημένος γιος του αριστερού ηγέτη και της
Ρούλας Κουκούλου, για πολλές δεκαετίες στελέχους του ΚΚΕ.
Το «παιδί», αυτό που μέχρι τα 15 του χρόνια δεν ήξερε ποιος είναι ο πατέρας
του και για άλλα 15 χρόνια για «το καλό του κόμματος» έκρυβε ότι
αυτοκτόνησε ο Νίκος Ζαχαριάδης, μιλάει σήμερα στα «ΝΕΑ». Ο 49χρονος Σήφης
Ζαχαριάδης αποκαλύπτει, με τη συνέντευξή του, μια σειρά από τις αθέατες
πλευρές της προσωπικότητας του γραμματέα του ΚΚΕ στα δύσκολα χρόνια του ’30,
του ’40 και του ’50. Δεν επιχειρεί να τον ωραιοποιήσει, αποφεύγοντας να
αναφερθεί στην πολιτική, «ό,τι πιο βρώμικο υπάρχει», όπως του ‘λέγε ο πατέρας
του, αυτός, ο πιο τραγικός, ο… φυλακισμένος στη Σιβηρία μέχρι τον θάνατο
ηγέτης της Αριστεράς.
|
| «Παυλώφ 22». Η περιπέτεια του Νίκου Ζαχαριάδη έγινε μυθιστόρημα από τον δημοσιογράφο Γιώργο Λεονταρίτη. Το βιβλίο του κυκλοφορεί σήμερα στα βιβλιοπωλεία
|
Ο Σήφης Ζαχαριάδης, χωρίς να κρύβει τη συγκίνησή του, μιλώντας για τους
αγαπημένους του, τον πατέρα και τη μητέρα, που για «το καλό του κόμματος» είχε
αποκηρύξει τον σύντροφό της, θυμάται…
«Γεννήθηκα το 1950. Στη Μόσχα, η μάνα μου ήρθε από το Βουκουρέστι να με
κάνει… Αμέσως μετά φύγαμε…
Ήταν μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο όταν η μητέρα μου έμεινε έγκυος και πήγε στη
Μόσχα για να γεννήσει.
Ο πατέρας είχε δύο παιδιά από τον πρώτο του γάμο. Τα ονόματά τους, Κύρος και
Όλγα. Ο Κύρος τώρα μένει στη Μόσχα και η Όλγα στην Πράγα.
Τη μητέρα την είχε ερωτευθεί, υπήρχε πολύ στενή σχέση, από τα χρόνια του
εμφυλίου, στα βουνά, το ’47.
Πρώτη φορά η μάνα μου τον είδε το 1945, όταν ήρθε από τη Σπάρτη σαν
αντιπρόσωπος σε κάποιο συνέδριο. Τον είδε στο στάδιο όταν ήρθε ο πατέρας από
το Νταχάου, όπου τον είχαν κλείσει οι ναζί, στον οποίο τον παρέδωσε η
δικτατορία του Μεταξά και μίλησε στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, εκεί που έγινε η
μεγάλη συγκέντρωση.
Στη συγκέντρωση πήγε με τη γιαγιά μου, και μετά ανέβηκε στα βουνά. Και η πρώτη
εικόνα για τον πατέρα ήταν σα να έβλεπε τον Θεό.
Ο πατέρας τής είπε “να παντρευτούμε”. Και η μάνα μου έγραψε γράμματα προς τη
μητέρα της…
Τελικώς, παντρεύτηκαν το 1948 στα βουνά.
Εγώ γεννήθηκα στη Μόσχα το 1950, στις 24 Δεκεμβρίου, παραμονή Χριστουγέννων.
Αμέσως μετά φεύγουμε για το Βουκουρέστι και μέχρι το 1955 μέναμε εκεί. Η μάνα
μου πήγε στην Ελλάδα. Δεν τη θυμάμαι στα παιδικά μου χρόνια. Όταν έφυγε ήμουν
4 1/2 ετών και δύο εβδομάδες!
Από το Βουκουρέστι το μόνο που θυμάμαι είναι έναν τοίχο… Τίποτα άλλο.
Με τον πατέρα ήρθαμε στη Μόσχα όταν ήμουν πέντε ετών. Θυμάμαι, που είχα ένα
μεγάλο διαμέρισμα με ποδήλατο.
Μετά την Ολομέλεια του ΚΚΕ στο Βουκουρέστι όταν καθαιρείται ο Ζαχαριάδης
φύγαμε 500 χιλιόμετρα βόρεια της Μόσχας, όπου μείναμε από το 1956 μέχρι το 1962.
Εκεί πηγαίνω σχολείο, αναγκαστικά γιατί δεν υπήρχε ελληνικό σε ρωσικό
σχολείο. Ο πατέρας όμως με βοήθησε να μάθω μέσα σ’ ένα χρόνο και τα ρωσικά,
γιατί θα τα χρειαζόμουνα στο σχολείο.
Στο Μπόροδετς που πήγαμε δεν υπήρχαν Έλληνες. Ήμασταν τελείως μόνοι! Η πόλη
είχε 60.000 κατοίκους.
Η σχέση μας
|
| Ο Νίκος Ζαχαριάδης
|
Την αλήθεια για τον πατέρα την έμαθα στα 15-16 μου. Δεν ήξερα μέχρι τότε ότι
είχε κάνει γραμματέας στο κόμμα. Ποτέ δεν μου είχε μιλήσει.
Το πρωί αυτός πήγαινε στη δουλειά, εγώ πήγαινα στο σχολείο, γύριζα, ήμουν
μόνος μου με τους φίλους κ.λπ. και μετά γύριζε αυτός το απόγευμα στις 17.00 ή
στις 18.00. Ο πατέρας μαγείρευε κιόλας. Τον βοηθούσα και εγώ. Διάβαζε κι έναν
Τσελεμεντέ… Φτιάχναμε και ελληνικά φαγητά…
Τις Κυριακές που είχε περισσότερο χρόνο πηγαίναμε και καμιά βόλτα. Καμιά φορά
με έπαιρνε και στη δουλειά του.
Σ’ αυτά τα χρόνια τη μάνα μου φυσικά δεν την έβλεπα. Ήταν φυλακή εξορία στην
Ελλάδα. Εγώ στο μεταξύ, με τα ρωσικά ξέχασα τα ελληνικά και δεν μπορούσα να
γράψω… Τη μητέρα την είχαμε με τον πατέρα στο τραπέζι πλάι στο κρεβάτι μου.
Ήταν μια φωτογραφία από εφημερίδα, από το δικαστήριο.
Η αλληλογραφία ήταν ανάμεσα σε μένα και στη μητέρα, αλλά εγώ δεν ήξερα να
γράψω. Ζωγράφιζα στα γράμματα.
Όταν η μητέρα έγραψε το γνωστό γράμμα ότι “δεν το θέλω γιατί δεν έκανε καλά
για το κόμμα”, ο πατέρας έκοψε.
Την αγάπησε όμως πολύ. Πάντα μου έλεγε η μάνα σου είναι πολύ καλή γυναίκα.
Είχα γράμματα από τη μητέρα μου συνέχεια, μέχρι που ήρθε. Ήμουν τότε 22 ετών,
κάπου στα χρόνια της δικτατορίας στην Ελλάδα.
Τον έδιωξαν
|
| Ζαχαριάδης – Σιδεράτος. Η περιπέτεια του Νίκου Ζαχαριάδη έγινε μυθιστόρημα και σε 2 χρόνια θα είναι ταινία. Στη φωτογραφία ο γιος του Νίκου Ζαχαριάδη, Σήφης, με τον σκηνοθέτη – εκδότη Άγγελο Σιδεράτο
|
Ο πατέρας πέρασε άσχημα. Πήγαμε στη Μόσχα, στην πρεσβεία. Τους είπε: “Θέλω να
πάω στην Ελλάδα να έχω δικαστήριο”. Δεν του το επέτρεψαν. Και τελικώς τον
έδιωξαν στη Σιβηρία!
Τον ρώτησαν: Θέλεις να πάρεις και το γιο σου μαζί; Τους είπε όχι, πού να
ταλαιπωρηθεί και το παιδί… Εγώ πήγα το 1962 στο στρατιωτικό σχολείο στον Καύκασο.
Έτσι, ο πατέρας βρέθηκε εξόριστος στο Σουργκούτ. Θυμάμαι το πρώτο ταξίδι στο
Σουργκούτ. Με το τρένο δεν μπορείς. Δεν υπήρχε δρόμος… Στην αρχή με
αεροπλάνα, πέντε – έξι αλλαγές, και μετά άστα να πάει… Ο πατέρας με περίμενε
στο σπίτι. Είσαι μεγάλος πια, μου είπε. Ήταν χειμώνας του ’65, θυμάμαι. Και το
θερμόμετρο έδειχνε έξω 52 βαθμοί υπό το μηδέν!
Ήμουν χωρίς καπέλο, από χαρτιά ήταν τα παπούτσια μου, όχι ακριβώς από χαρτιά,
αλλά περίπου, ήταν φτηνά παπούτσια. Και έτρεχα 3 χλμ. στο δάσος… Έφτασα
νύχτα!
Το σπίτι ήταν μικρό, από ξύλο, μοιρασμένο στα δύο. Έμεναν ο πατέρας μου κι
ένας Ρώσος. Στο Σουργκούτ ο πατέρας έκανε την ίδια δουλειά. Έχω ένα χαρτί του
υπουργού των Δασών που έγραφε να πάμε στο Σουργκούτ. “Να πάει ο Νικολάιφ εκεί.
Είναι διαταγή”…».
«Πώς έμαθα την αλήθεια»
|
| Σήφης Ζαχαριάδης. Ο γιος του τραγικού ηγέτη της Αριστεράς μιλάει στα «ΝΕΑ»
|
Ο Σήφης Ζαχαριάδης θυμάται τα χρόνια της εξορίας τού πατέρα του, όταν…
κυνηγημένος από τους συντρόφους του έψαχνε να βρει μία χαραμάδα ελπίδας και ζωής.
«Πήγαινα στον πατέρα όλα τα καλοκαίρια και έμενα τρεις μήνες. Το στρατιωτικό
σχολείο το τέλειωσα στη Μόσχα το 1968.
Μετά έπρεπε να πάω στο Πανεπιστήμιο. Δεν μου επέτρεψαν να πάω στη Μόσχα.
Αρχικώς ήθελα να πάω να γίνω δημοσιογράφος, όπως ο αδελφός μου ο Κύρος. Πήγα
στο Μπορονές, 500 χιλιόμετρα νοτίως, που σπούδασα Φιλολογία.
Στο μεταξύ, μου διάβαζαν τα γράμματα από τη μητέρα, από την Ελλάδα. Μου τα
μετέφραζε η Κατίνα Ζορμπαλά στη Μόσχα, η μητέρα της Μαργαρίτας.
Η Ζορμπαλά ήταν σπουδαία γυναίκα.
Βρεθήκαμε κάποια στιγμή όλοι μαζί στη Μόσχα. Ήταν την Πρωτοχρονιά του 1965,
όταν ήμουν 15 χρόνων ακριβώς. Στις 31 Δεκεμβρίου με πήρε τηλέφωνο η Άννα η
Τρικαλινού, η γυναίκα του Γιώργου Τρικαλινού.
Ήταν η πρώτη φορά που έκανα πρωτοχρονιά με Έλληνες στο σπίτι των Ζορμπαλά.
Ήταν καμία δεκαπενταριά, παίξαμε και 31. Τότε, η Μαργαρίτα ήταν 9 χρόνων.
Την αλήθεια για τον πατέρα, ότι δηλαδή ήταν ο ηγέτης του ΚΚΕ, μου το πρωτοείπε
η Κατίνα Ζορμπαλά, την Πρωτοχρονιά εκείνη. Άλλωστε τότε είχε το όνομα
Νικολάιφ, όνομα ρωσικό…
Πάντως, ο πατέρας ποτέ δεν έδειχνε στεναχωρημένος. Δεν το έδειχνε. Ήταν πάντα
πολύ δυνατός.
Και δεν μου είχε πει ποτέ για τον πόλεμο, για το Νταχάου που τον έκλεισαν…
Ήταν ταμπού. Θυμάμαι όταν ήμουν 9-10 ετών, όταν γύρισα από το σχολείο, ο
πατέρα μου ήταν στη δουλειά. Βρήκα κάτι στα ρωσικά, κάτι χαρτιά του ΜΑΟ ΤΣΕ
ΤΟΥΝΓ, μια επιστολή του πατέρα μου… Ήρθε. Τον ρώτησα τι είναι αυτό. Δεν σε
πειράζει, αυτή είναι η δουλειά μου, είπε. Τον πίστευα ό,τι και να μου έλεγε».
Τρεις απεργίες πείνας και η αυτοκτονία…
|
| Το μυστικό. «Έως τα δεκαπέντε μου δεν ήξερα ότι ο πατέρας ήταν ο γραμματέας του ΚΚΕ. Και για 15 χρόνια κρύβαμε ότι αυτοκτόνησε, για το “καλό του κόμματος”», λέει ο Σήφης Ζαχαριάδης στον Γιάννη Ε. Διακογιάννη
|
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο και γινόταν πιο τραγική η ζωή του Νίκου
Ζαχαριάδη. Ζητούσε να πάρει διαβατήριο. Να πάει να δικασθεί στην Ελλάδα. Τον
κυνηγούσαν… θεοί και… δαίμονες. Λίγο πριν αυτοκτονήσει, το ΚΚΕ τού έστειλε
τον Κώστα Λουλέ, με τον οποίο είχε «κοντράρει» έντονα στην Ολομέλεια της
καθαίρεσής του. (Είχε πει τότε στον Κώστα Λουλέ, «ξύπνησε ο σιφλικάς μέσα
σου»). Η συνάντηση δεν ήταν… καρποφόρα. Ο Ζαχαριάδης αισθάνθηκε πλέον μόνος
και αυτοκτόνησε. Και όπως και ο Μαγιακόφσκι αναφέρεται και στο βιβλίο του κ.
Λεονταρίτη έστειλε το στερνό αντίο, χωρίς να το προδώσει ποτέ, στο κόμμα που
αγάπησε: «Μη με πείτε δειλό. Κανείς δεν θα μπορούσε να βοηθήσει. Χαίρετε!». Ο
αγαπημένος του γιος, Σήφης, θυμάται: «Ο πατέρας πήρε τη σύνταξή του, κάπου το
’64. Ήρθαν μετά και οι τρεις απεργίες πείνας, οι διαμαρτυρίες… Όταν πλέον
είχε πάει στο άλλο σπίτι… Το αίτημά του ήταν μόνιμο… Ήθελε να πάει στην
Ελλάδα. Δεν τον άφηναν… Δεν του έδιναν διαβατήριο. Ήθελε να είναι πολιτικός
πρόσφυγας. Ήθελε να πάει στη Μόσχα. Δεν τον άφηναν. Θυμάμαι στην πρώτη απεργία
πείνας του. Ο Κύρος ήρθε τη 18η μέρα. Δεν έτρωγε τίποτα. Μόνο νερό έπινε, τίποτε.
Τη δεύτερη φορά ήρθε ένας γιατρός και του έκανε ένεση με γλυκόζη. Τους είπε
ότι την άλλη φορά που θα έρθετε, έχω ένα όπλο και θα σας κυνηγήσω… Για
πολιτική δεν κουβεντιάζαμε. Έλεγε πως είναι το πιο βρώμικο πράγμα στον κόσμο.
Μου έλεγε να μην ασχοληθώ. Αυτός ήξερε τα πάντα, είχε εφημερίδες, είχε
ραδιόφωνο, άκουγε και BBC. Ο πατέρας αυτοκτόνησε την 1η Αυγούστου. Τον είχα
δει λίγο πριν, τον Ιούλιο του ’73. Είχα τελειώσει στο Πανεπιστήμιο γερμανική
φιλολογία. Και είχα πάει με την πρώτη γυναίκα μου στα τέλη Ιουνίου και μείναμε
εκεί έως τις 5 Ιουλίου. Έπρεπε να φύγω όμως και να πάρω το δίπλωμά μου. Όταν
έφευγα, βγήκε έξω και με είδε. Στο μυαλό μου κάτι ήρθε, ότι ίσως ήταν η
τελευταία φορά… Τότε είναι που μου έδωσε τα δύο γράμματα, μία μέρα πριν
φύγω, το ένα για τη μητέρα και το άλλο για την Κ.Ε. του ΚΚΣΕ. Θυμάμαι
παλιότερα που ήθελε να στείλει κάτι ντοκουμέντα, μου τα είχε ράψει ανάμεσα σε
δύο εσώρουχα που φόρεσα. Στην Ελλάδα κατάφερα να έρθω πολλά χρόνια αργότερα,
το 1980, στα 30 μου. Ο πατέρας τούς είχε προειδοποιήσει όλους. Αν δεν τον
άφηναν να πάει στην Ελλάδα, θα αυτοκτονούσε. Τρεις φορές προσπάθησε να φύγει.
Μια φορά με το αυτοκίνητο, τον χειμώνα, μια φορά όταν εγώ ήμουν εκεί με το
καράβι, τον έπιασαν. Και μια φορά με το αεροπλάνο. Ήταν πια απελπισμένος. Όταν
αυτοκτόνησε ήμουν στη Βουλγαρία. Είχε έρθει η μάνα μου εκεί. Μας πήραν
τηλέφωνο από τη Μόσχα ότι είναι άρρωστος, για να μην ανησυχήσουμε… Ο Κώστας
Λουλές είχε πάει στις 24-25 Ιουλίου. Ο πατέρας έθεσε το θέμα της αποκατάστασής
του. Δεν έγιναν δεκτοί οι όροι του, άλλη μια φορά. Αυτοκτόνησε λίγες μέρες
μετά, την 1η Αυγούστου, στις 4».




