Ιδιαίτερες συστάσεις δεν χρειάζεται. Τραγουδά τον πόνο, τη χαρά. Και την
αγάπη. Κυρίως αυτήν. Η Γλυκερία είναι κατηγορηματική: «Το τραγούδι είναι πράξη
αγάπης». Άνθρωπος χαμηλών τόνων, αλλά μεστών λόγων, η γνωστή τραγουδίστρια
κρατά την ισορροπία μεταξύ καριέρας και προσωπικής ζωής, ακολουθώντας πιστά
όσα έμαθε από την οικογένειά της στο μακεδονίτικο χωριό όπου μεγάλωσε. Από τα
σμυρναίικα στη συνεργασία με τη Νατάσα Άτλας και από τα ρεμπέτικα στο τραγούδι
των Ομέγκα Βάιμπς, η Γλυκερία παλινδρομεί μεταξύ παλιού και σύγχρονου σε μια
σταθερή πορεία στο ελληνικό τραγούδι. Στην εποχή της εκτόνωσης και της
ευκολίας, πιστεύει ακράδαντα ότι το τραγούδι μπορεί να προσφέρει βοήθεια. Όσο
για τις δικές της επιλογές, δηλώνει: «Μ’ αρέσουν τα τραγούδια που κάνουν τον
άνθρωπο να αρπάζει φωτιά».
|
|
ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟ Σάββατο στην Ιερουσαλήμ έγινε μια μεγάλη συγκέντρωση για τα τρία
χρόνια από την επέτειο της δολοφονίας του Ισραηλινού πολιτικού Γιτζάκ Ράμπιν.
Χιλιάδες άτομα μαζεύτηκαν σε κεντρική πλατεία κρατώντας κεριά για να τιμήσουν
τη μνήμη του ανθρώπου που προώθησε τις ειρηνευτικές συνομιλίες. Όταν ανέβηκαν
στη σκηνή οι τρεις γυναίκες, απλώθηκε σιωπή. Το τραγούδι γέμισε τον αέρα. Μια
Ισραηλινή, μια Παλαιστίνια και μια Ελληνίδα τραγούδησαν για την ειρήνη. Μια
Εβραία, μια μουσουλμάνα και μια χριστιανή είπαν την «Προσευχή μανάδων».
Η Γλυκερία ήταν η Ελληνίδα τραγουδίστρια. Ένα τραγούδι, που εδώ ερμηνεύει μαζί
με τον Αντώνη Βαρδή, είναι αυτή τη στιγμή με εβραϊκούς στίχους ένα από τα
πιο δημοφιλή στο Ισραήλ. Αυτή η χώρα έδωσε μια δεύτερη καριέρα στην Γλυκερία.
Αποδεικνύοντας αυτό που η συμπαθής τραγουδίστρια επαναλάμβανε διαρκώς στη
διάρκεια της κουβέντας μας στο ζεστό σπίτι της στην Αγία Παρασκευή: ότι
δηλαδή, το τραγούδι είναι αγάπη, κι αν αυτό το συναίσθημα βγαίνει μέσα από τη
μουσική και την ερμηνεία, τότε μπορεί να γίνει κατανοητό σε όλα τα μήκη και τα
πλάτη της Γης.
25 ΧΡΟΝΙΑ
|
|
Τις Απόκριες. Στολή από τραπεζομάντιλα και πόζα Τσιγγάνας
|
Είκοσι πέντε χρόνια στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού συμπληρώνει σε λίγο
καιρό η Γλυκερία. Με το εφηβικό της παρουσιαστικό και τη χαμηλών τόνων
παρουσία της, θα έλεγε κανείς ότι ξεκίνησε μόλις χθες. Άλλωστε, η ίδια το
παραδέχεται εξαρχής: «Είμαι σ’ αυτό τον χώρο και δεν είμαι. Μάλλον είμαι με το
ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω. Είμαι για να κάνω δίσκους, να εμφανίζομαι και
να τραγουδάω για τους ανθρώπους. Απο εκεί και πέρα δεν συμμετέχω σε αυτό το
κύκλωμα. Δηλαδή, αν πεις ότι όλο αυτό το πράγμα είναι εγκλωβισμένο σ’ έναν
κύκλο, εγώ δεν είμαι εκεί. Είμαι απέξω…».
Στην τηλεόραση η Δόμνα Σαμίου μιλά για τα δημοτικά τραγούδια. «Θα ήθελα πάρα
πολύ να συνεργαστώ μαζί της», μουρμουρίζει η Γλυκερία καθώς φτιάχνει καφέ.
«Ειναι ακριβώς αυτή η μουσική που πρέπει να μάθουν οι νέοι μας, αυτές οι ρίζες
που δεν πρέπει να ξεχαστούν αλλά να τις ποτίσουμε για να γίνουν πιο γερές». Η
ίδια με τα σμυρναίικα αλλά και με παραδοσιακά και ρεμπέτικα επανειλημμένως
επιστρέφει στις ρίζες και έχει φέρει στο σήμερα τραγούδια του χθες ξεχασμένα
αλλά και πιο γνωστά.
Από μικρή στα οικογενειακά γλέντια έκανε σιγόντο. «Έκανα δεύτερη φωνή,
προσπαθούσα να ομορφύνω αυτό που άκουγα. Να στολίσω το τραγούδι». Κι ύστερα
στο σχολείο, στις εκδρομές: «Όπου πήγαινε το 4ο Θηλέων Θεσσαλονίκης γινόταν
διαδήλωση. Πάντα στη μέση να τραγουδάω». Ακολούθησαν διαγωνισμοί και
διακρίσεις και η αρχή στην μπουάτ «Λητώ» της Πλάκας, το 1974.
ΦΛΟΓΑ…
Η Γλυκερία τού τότε με τα μακριά μαλλιά και τις μακριές φούστες τι κοινό έχει
με αυτήν που βρίσκεται απέναντί μου; «Την ίδια αγάπη και την ίδια φλόγα ψυχής
για το τραγούδι». Και μια πορεία ζωής σύμφωνη με τα πιστεύω της. Δεν
απασχόλησε τις κοσμικές στήλες, δεν δημιούργησε σκάνδαλα όπου εμφανίστηκε.
«Αυτό βέβαια ήταν κάτι που έγινε επειδή έτσι θέλησα. Πολλοί άνθρωποι στον χώρο
μας ζουν γι’ αυτό που κάνουν, όχι όμως για την πεμπτουσία του τραγουδιού αλλά
για το γεγονός ότι είναι γνωστοί, ότι ανεβαίνουν κοινωνικά και όλα αυτά».
Η ίδια προτίμησε να κάνει τα απαραίτητα για την καριέρα της, παίζοντας
παράλληλα έναν πιο ουσιαστικό ρόλο, αυτόν την μητέρας. Ο Κώστας, ο γιος της
Γλυκερίας και του Στέλιου Φωτιάδη από το θρυλικό συγκρότημα των Νοστράδαμος…
έπεσε βέβαια κάτω απ’ τη μηλιά. Σπούδασε μουσική και πήγε την οικογενειακή
παράδοση ένα βήμα παραπέρα. Δεκαεννέα ετών σήμερα σπουδάζει στο Λονδίνο
Ψυχολογία, θέλοντας να ακολουθήσει έναν πρωτοποριακό τομέα αυτόν της music
therapy, της θεραπείας δηλαδή ψυχικών νοσημάτων μέσω της μουσικής.
Η επαφή της με τους φίλους του γιου της τι εντύπωση τής δημιούργησε για τη νέα
γενιά; «Είναι έντιμα παιδιά, αυτό έχω καταλάβει. Λένε την αλήθεια, κάτι που
για μένα είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Είναι ελεύθερα, παρ’ ότι γύρω τους
συμβαίνουν χιλιάδες πράγματα για να τα εγκλωβίσουν, έχουν ακόμη τη δύναμη να
παίρνουν αποφάσεις από μόνα τους, μπορούν να δίνουν λύσεις στα προβλήματά τους
και μπορούν να βοηθήσουν τους μεγάλους».
ΑΓΑΠΗ
|
|
Το τραγούδι για τη Γλυκερία είναι άλλος ένας τρόπος προσφοράς βοήθειας προς
τους ανθρώπους. «Το να τραγουδάς είναι πράξη αγάπης. Πέρα από τις προεκτάσεις
τού τι μπορεί να σημαίνει για τον ίδιο τον καλλιτέχνη ως αντάλλαγμα, όταν
μπορείς να εκφραστείς στον κόσμο τραγουδώντας την αγάπη, νομίζω ότι σε
αγκαλιάζουν όλοι. Γιατί κατανοούν ότι τους δίνεις κάτι από σένα. Γι’ αυτό και
μ’ αρέσουν τα τραγούδια που κάνουν τον άνθρωπο ν’ αρπάζει φωτιά. Που τον
κάνουν να χορεύει και να βγάζει όλο του το είναι».
Αν ψάξουμε όλα τα τραγούδια που υπάρχουν, θα δούμε ελάχιστα να αναφέρονται στη
χαρά. Ο πόνος κάνει καλύτερο τραγούδι; «Ναι. Γιατί ο πόνος είναι πιο πολύς από
τη χαρά. Πολύ περισσότερος. Όμως το τραγούδι ούτως ή άλλως είναι ένας
καθρέφτης. Ο καθένας βλέπει εκεί τα δικά του πράγματα. Ακόμα και μια σκέτη
μουσική μπορεί να χτίσει ένα τραγούδι στην φαντασία ενός ακροατή».
Τον τελευταίο καιρό στις δισκογραφικές της δουλειές έχει επιλέξει τον δρόμο
των συνεργασιών. Η Νατάσα Άτλας, ο Πασχάλης Τερζής και ακόμα πιο πρόσφατα οι
Ομέγκα Βάιμπς μ’ ένα τραγούδι για τη διασπορά δίνουν έναν άλλο τόνο στο
σημερινό μουσικό προφίλ της Γλυκερίας.
Ο κύκλος κλείνει κάπου εδώ. Και η ερώτηση επανέρχεται: Μπορεί το τραγούδι να
βοηθήσει; «Μπορεί. Σε δυσκολίες, σε στιγμές προβληματισμού, σε ώρες έντασης».
Παράδειγμα: «Μπορεί να είμαι στο σπίτι μου και να θέλω να φωνάξω. Λέω έναν
αμανέ. Αυτά τα μακρόσυρτα τραγούδια με συγκινούν τόσο πολύ που κλαίω και η
ίδια. Είναι ένας αυτοσχεδιασμός που βγάζει πόνο. Σπανίως εκφράζει και χαρά που
όμως εμπεριέχει τον πόνο. Άλλωστε, γι’ αυτό τα τραγούδια είναι σαν τη ζωή
έχουν τον πόνο και τη χαρά στην πραγματική τους ισορροπία».
|
|
Με τον θείο που έπαιζε μπουζούκι στα οικογενειακά γλέντια στο Άγιο Πνεύμα Σερρών
|
Η ΓΛΥΚΕΡΙΑ γεννήθηκε σε μία αγροτική οικογένεια στο χωριό Άγιο Πνεύμα των
Σερρών. Ο πατέρας της καλλιεργούσε καπνά και σιτηρά με τη βοήθεια της συζύγου
του. «Η μητέρα μου εκτός από βοηθός γεωργού ήταν και πολύ καλή μοδίστρα. Έραβε
όλες τις συγχωριανές μας και φυσικά και εμένα, και έτσι με είχε πάντα
καλοντυμένη».
Εκεί στο χωριό γνώρισε και το τραγούδι. «Τα πρώτα επτά χρόνια που μείναμε εκεί
θυμάμαι πολλά γλέντια και τοπικά πανηγύρια. Δεν υπήρχαν ορχήστρες και
επαγγελματίες τραγουδιστές. Και οι δύο γονείς μου είχαν ωραία φωνή. Το χρώμα
της φωνής το πήρα από τη μητέρα μου, τα τσαλίμια από τον πατέρα». Υπήρχε και
ένας θείος που έπαιζε ερασιτεχνικά μπουζούκι. «Μαζευόταν όλη η γειτονιά, μια
μεγάλη όμορφη παρέα, βάζαμε και το γραμμόφωνο που είχε ένας γείτονας και
ακούγαμε δίσκους λαϊκά και δημοτικά». Ήταν τότε η εποχή του ρεμπέτικου.
«Ακούγαμε Ρόζα Εσκενάζυ, Μαρίκα Νίνου, αργότερα Τσιτσάνη, αλλά και δημοτικά
Παπασιδέρη, Γεωργία Μυτάκη και όλα αυτά».
ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ
Υπήρχε και το ραδιόφωνο. «Το ανοίγαμε συνήθως τις Κυριακές γιατί τότε
τελείωναν οι δουλειές. Η Κυριακή ήταν για ξεκούραση στο χωριό. Καθαρίζαμε το
σπίτι και μαζευόμασταν συγγενείς και φίλοι και ύστερα από λίγο πιάναμε το
τραγούδι». Αυτές οι αναμνήσεις της ζεστασιάς, της φιλικής παρέας, του κεφιού
γύρω από ένα στρωμένο τραπέζι και του μπουζουκιού που έπαιζε ο θείος, έχουν
μείνει. Μαζί με κάτι βασικό. «Αυτό που έμαθα στην οικογένειά μου και το
αισθάνομαι πολλές φορές στην ζωή, ήταν η αγάπη.
Ήμουν κλεισμένη γύρω-γύρω από αγάπη, όχι παθολογικά όμως. Πολλή αγάπη, χωρίς
όμως υπερβολικές εκδηλώσεις. Την κουβαλάω αυτή την αίσθηση και το συναίσθημα
μαζί μου πάντα».
Το χωριό τότε είχε 3.500 κατοίκους.
Σταδιακά άδειαζε, καθώς άρχισε η μετανάστευση. Ο πατέρας της έφυγε για λίγο
στη Γαλλία, αλλά δεν άντεξε πολύ και κατόπιν ξεκίνησε η εσωτερική
μετανάστευση. «Πρώτα στις Σέρρες, έπειτα στη Θεσσαλονίκη και όταν πια άρχισα
να ασχολούμαι επαγγελματικά με το τραγούδι, ήρθαμε στην Αθήνα όλοι μαζί».
Από το χωριό περνάει πάντα όταν βρίσκεται στη Μακεδονία για περιοδεία. Δεν
έχει αλλάξει πολύ. «Άντε να έγινε ένα καλύτερο καλντερίμι, να έβαλαν τσιμέντο
σε μία πλατεία που είχε χώμα. Τέτοια πράγματα». Και κάποιο μέρος με ιδιαίτερη
σημασία; «Το σπίτι μας ήταν απέναντι από την εκκλησία του χωριού, την Αγία
Παρασκευή. Λίγο πιο πάνω απέναντι από την Αστυνομία ήταν μία μεγάλη αλάνα.
Εκεί γίνονταν τα καλύτερα παιχνίδια, αγόρια και κορίτσια τρέχαμε όλη μέρα. Και
του Αη Γιάννη μαζεύαμε στοίβες ξύλα και ανάβαμε τεράστιες φωτιές…».
ΣΕ ΛΙΓΕΣ ημέρες ξεκινά το πρόγραμμα στο «Show Center», όπου θα συμμετέχουν
εκτός από τη Γλυκερία, η Κωνσταντίνα και ο Χρήστος Δάντης. Η τραγουδίστρια
μιλά για την «παρεξηγημένη παραλία». «Επειδή συνοδεύεται από πολύ περίεργα
σχόλια. Λένε ότι έχει πολλά φώτα, πολλά φρου-φρου, ότι προωθεί μόνο ένα είδος
τραγουδιού. Δεν είναι πάντα έτσι. Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Όλοι οι
χώροι μπορούν να διαμορφωθούν. Τα πάντα εξαρτώνται από το τι τραγούδια επιλέγονται».
Πόσο έχει αλλάξει η νυχτερινή διασκέδαση; Τι ζητά ο κόσμος σήμερα; «Νομίζω ότι
ζητούν πολλά, διαφορετικά πράγματα ο καθένας. Ο κόσμος στη μεγαλύτερη
πλειοψηφία του θέλει να εκτονωθεί. Το τραγούδι βέβαια προσφέρεται για να
χαλαρώσεις, να προβληματιστείς, ανάλογα με το τι θέλεις. Σήμερα οι άνθρωποι
θέλουν να εκτονωθούν. Ας πούμε, μέσα από την επιλογή του κακού τραγουδιού
έχουν ίσως μία τάση να χλευάσουν τη σοβαροφάνεια».
ΤΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ
Και ο τρόπος που χορεύουμε; «Έχει αλλάξει. Οι μισοί προσπαθούν να δείξουν το
σώμα τους και οι άλλοι μισοί ότι έχουν μάθει να χορεύουν ζεϊμπέκικο. Είναι
λίγοι εκείνοι θα τους βρεις σε κάποιο καπηλειό και συνήθως κάποιας ηλικίας
που χορεύουν ένα ωραίο ζεϊμπέκικο και το αισθάνονται. Ναι, έχει αλλάξει πολύ ο
τρόπος που χορεύουμε». Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; «Ότι ζούμε στην εποχή της
επίδειξης. Και αυτό μπορεί να ισχύει σε πολλά επίπεδα».
Σήμερα, σε σχέση με το παρελθόν, από τι πάσχουμε; «Μπορεί να είναι τετριμμένο,
αλλά ισχύει. Πάσχουμε από ψυχή. Διότι το ίδιο συμβαίνει και με την κοινωνία
μας. Επάνω στο τραγούδι καθρεφτίζεται πολύ καλά αυτό που συμβαίνει γύρω μας. Ο
κόσμος έχει ανάγκη από πιο εύκολα πράγματα, διότι έχει πολλές καταστάσεις να
ξεπεράσει. Νομίζω ότι το εύκολο τραγούδι είναι ένα ξέσπασμα του κόσμου στη
διασκέδασή του».
Ποιο είναι, λοιπόν, το καλό τραγούδι; «Καταρχήν να φτάνει η μουσική του στα
βάθη της ψυχής του ακροατή. Ο στίχος να μιλάει για έρωτα ή για κοινωνικό
προβληματισμό με έναν απλό και άμεσο τρόπο. Να μην απευθύνεται στους λίγους.
Το τραγούδι μπορεί να γίνει αρωγός σε πολλά πράγματα».



