Προχθές το βράδυ διώχθηκαν από την Ομόνοια και την Κουμουνδούρου. Χθες το
πρωί βρήκαν «καταφύγιο» λίγα μέτρα μακριά από τη Βουλή. Περισσότεροι από 50
Κούρδοι, από το Ιράκ. Που έφθασαν στην Ελλάδα, και μέχρι πριν από λίγες ημέρες
περίμεναν κάποιον αρμόδιο να φροντίσει «για τα στοιχειώδη, ανθρώπινα
δικαιώματά μας».
|
|
Στον δρόμο περίμεναν για ώρες. Κάποιον αρμόδιο που θα φρόντιζε το πρόβλημά τους
|
ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ από από αυτούς ξεκίνησαν το μακρύ ταξίδι προς τη χώρα μας από
τη νεκρή ζώνη, ανάμεσα στην Τουρκία και το Ιράκ. Κάποιοι άλλοι, όπως ο
29χρονος Ζιχάντ ή ο 30χρονος Μετζίτ, ζούσαν μέχρι πρόσφατα στη Βαγδάτη. Ο
πρώτος είπε πως ήταν φοιτητής στο πανεπιστήμιο της πόλης και ο δεύτερος,
δημοσιογράφος σε τοπική εφημερίδα. Η χθεσινή ημέρα τους βρήκε στην οδό
Πανεπιστημίου, μπροστά από το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετάνια.
«Ήρθαμε εδώ πολλές ώρες πριν. Η Αστυνομία μας έδιωξε από την πλατεία την ώρα
που κοιμόμασταν. Διαμαρτυρηθήκαμε ειρηνικά και ήρθαμε εδώ για να μιλήσουμε με
κάποιον από τη Βουλή», λέει ο Ζιχάντ και συνεχίζει: «Μαζί με τρεις ακόμη
φίλους μου πήγαμε στο Κοινοβούλιο και συναντηθήκαμε με μία κυρία. Της είπαμε
ότι ζητούμε ένα μέρος να κοιμηθούμε, λίγο φαγητό επειδή είμαστε νηστικοί και
δεν έχουμε δυνάμεις. Μας είπαν να περιμένουμε. Πέρασαν δύο ώρες και ακόμη περιμένουμε».
ΛΥΣΗ
Κάποιοι από αυτούς είχαν αρχίσει να χάνουν την υπομονή τους. Ο Σάσα, 31
χρόνων, έλεγε πως συγκεντρώθηκαν ειδικά «στην καρδιά της πρωτεύουσας» ώστε να
πιεστούν κάποιοι και να δώσουν κάποια λύση στο πρόβλημά τους. «Μας είπαν ότι
στο Λαύριο δεν μπορούμε να πάμε γιατί δεν υπάρχει χώρος. Μας είπαν ύστερα
κάποιοι άλλοι ότι θα μας πήγαιναν στον Πειραιά. Ούτε πάλι έγινε τίποτα».
Από τον Δεκέμβριο του 1996 η ευθύνη πέρασε στα χέρια του υφυπουργού Πρόνοιας
κ. Θ. Κοτσώνη. Οι άνθρωποι που χθες κάθονταν στο πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου
έλεγαν πως δεν είχαν χρήματα να πάρουν κάτι να φάνε. «Όσο ήμασταν στην
Κουμουνδούρου έρχονταν κάποιοι από την Εκκλησία και μας έδιναν μια φέτα ψωμί
και λίγο τυρί. Από χθες σταμάτησε και αυτό».
