|
|
ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ: Στην Κοκκινιά.
ΕΙΝΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΣ: Όχι πάντα.
ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΥ ΤΟΝ ΞΕΚΟΥΡΑΖΕΙ: Ο ήχος της σιωπής.
ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ: Την παρθενικότητα της Ελλάδας έως το 1960.
ΘΥΜΑΤΑΙ ΠΑΝΤΑ: Το ουκ εν τω πολλώ το ευ.
ΔΕΝ ΑΠΟΧΩΡΙΖΕΤΑΙ: Το τρίχορδο.
ΘΑ ΚΑΛΟΥΣΕ ΣΕ ΓΕΥΜΑ: Τους φίλους του.
Ο Κώστας Παπαδόπουλος (μαζί με τον Λάκη Καρνέζη ήταν τα δύο μπουζούκια του
Μίκη Θεοδωράκη) θυμάται με νοσταλγία την πρώτη του συνάντηση με τον μεγάλο
μουσικοσυνθέτη που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα ζωή του.
Σήμερα παίζει για το κέφι του σε έναν μικρό χώρο, στο «Hobo» (Χαλάνδρι), και
δηλώνει πως τον… νέο Κώστα Παπαδόπουλο τον βλέπει στο παίξιμο του γιου του Δημήτρη.
ΕΡ.: Μια ζωή με το μπουζούκι «αγκαλιά»…
ΑΠ.: Ναι, είναι αλήθεια και δεν με πρόδωσε ποτέ.
ΕΡ.: Η πρώτη φορά που πιάσατε το μπουζούκι στα χέρια σας;
ΑΠ.: Όταν ήμουν 11 χρονών, έμαθα με το μπουζούκι του θείου μου.
ΕΡ.: Σε ποιον οφείλετε τα πρώτα σας ακομπανιαμέντα;
ΑΠ.: Είμαι αυτοδίδακτος και με μπουζούκι δανεικό.
ΕΡ.: Η στιγμή που συναντήσατε τον Μίκη Θεοδωράκη;
ΑΠ.: Ήταν αρχές του 1961. Ήταν ευτυχής συγκυρία.
ΕΡ.: Ο Μανώλης Χιώτης ποιο ρόλο έπαιξε σε αυτήν τη συνάντηση;
ΑΠ.: Ο Χιώτης με συνέστησε με ενθουσιασμό στον Μίκη αφού γνώριζε το παίξιμό
μας όταν το 1958 παίξαμε μαζί με τον Λάκη Καρνέζη 12 τραγούδια που ερμήνευσε η
Μαίρη Λίντα.
ΕΡ.: Όταν σας άκουσε για πρώτη φορά ο Μίκης Θεοδωράκης τι είπε;
ΑΠ.: Παίξαμε σε ένα μικρό στούντιο της Κολούμπια, παρουσία των Μίκη Θεοδωράκη,
Γρηγόρη Μπιθικώτση και Τάκη Λαμπρόπουλου, ορισμένα τραγούδια από τον
«Επιτάφιο». Και έμεινε κατάπληκτος.
ΕΡ.: Πώς αισθανθήκατε όταν την επομένη κιόλας μπήκατε στο στούντιο για εγγραφή;
ΑΠ.: Το δέος και την ευθύνη, αφού κληθήκαμε (23χρονοι τότε) να «κολυμπήσουμε»
σε καινούργια πελάγη.
ΕΡ.: Είχατε ποτέ φανταστεί ότι θα γινόσασταν τα δύο μπουζούκια του Θεοδωράκη;
ΑΠ.: Κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι παίζαμε καλά. Απόδειξη ότι είχαμε παίξει
πριν από τον Μίκη σε δίσκους τραγούδια των Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου.
Και με τον Μίκη η συνεργασία μας ήρθε ως φυσικό επακόλουθο.
ΕΡ.: Πόσο σας λείπει ο Λάκης Καρνέζης;
ΑΠ.: Σαν εκτελεστής πρίμο σεγκόντο μου λείπει και του λείπω. Σαν φίλος μου
λείπει πάντα.
ΕΡ.: Κώστας Παπαδόπουλος – Λάκης Καρνέζης. Πόσο κράτησε αυτή η συνεργασία;
ΑΠ.: Περίπου 30 χρόνια.
ΕΡ.: Ο λόγος που χώρισαν οι δρόμοι σας;
ΑΠ.: Το βάρος των 30 χρόνων.
ΕΡ.: Η άποψή σας για τον Μίκη Θεοδωράκη;
ΑΠ.: Ο Μίκης έδωσε αθάνατο έργο. Άνοιξε νέα εποχή στο ελληνικό τραγούδι και
του οφείλουμε όλοι ένα μεγάλο ευχαριστώ.
ΕΡ.: Τον Γρηγόρη Μπιθικώτση;
ΑΠ.: Γρηγόρης Μπιθικώτσης δεν θα ξαναγεννηθεί. Είναι μοναδικός ερμηνευτής.
ΕΡ.: Τον Στέλιο Καζαντζίδη;
ΑΠ.: Είναι η μεγαλύτερη λαϊκή φωνή.
ΕΡ.: Καθώς και για Τσιτσάνη, Μητσάκη, Παπαϊωάννου;
ΑΠ.: Πολύ μεγάλοι λαϊκοί συνθέτες. Το έργο τους είναι θεμελιακό και αθάνατο.
ΕΡ.: Μια συναυλία που σας έχει μείνει αξέχαστη;
ΑΠ.: Όλες οι συναυλίες κάτι έχουν να μου θυμίσουν. Όμως το 1966 στον Λυκαβηττό
με τον Μίκη μού έχει μείνει πιο έντονα στη μνήμη μου.
ΕΡ.: Πού οφείλετε το γεγονός ότι η Κοκκινιά έβγαλε μεγάλους καλλιτέχνες;
ΑΠ.: Οι πρόσφυγες που ήρθαν το ’22 με τον ξεριζωμό, η φτώχεια, η ελπίδα για
καλύτερη ζωή δημιούργησε σπουδαίους μουσικούς και τραγουδιστές.
ΕΡ.: Ποιον μπουζουξή είχατε ως πρότυπο;
ΑΠ.: Τον Τσιτσάνη, τον Μπέμπη και τον Χιώτη.
ΕΡ.: Η διασκέδαση τότε και σήμερα;
ΑΠ.: Καλή και όμορφη διασκέδαση υπήρχε και υπάρχει. Το θέμα είναι να ψάξει
κανείς και να τη βρει.
ΕΡ.: Τι σημαίνει για σας το τρίχορδο μπουζούκι;
ΑΠ.: Από την αρχαία Ελλάδα έως σήμερα, το όργανο αυτό ονομάζεται τρίχορδο…
ΕΡ.: Έχετε ποτέ σκεφθεί να το εγκαταλείψετε;
ΑΠ.: Όχι.
ΕΡ.: Σήμερα για ποιο λόγο παίζετε;
ΑΠ.: Βλέπω με συγκίνηση παιδιά να ενδιαφέρονται ουσιαστικά για το παίξιμό μου,
αλλά και για το μπουζούκι.
ΕΡ.: Ένα τραγούδι που όταν το παίζετε στο μπουζούκι σάς συγκινεί;
ΑΠ.: «Στα περιβόλια» του Μίκη.
ΕΡ.: Βλέπετε στον… ορίζοντα τον νέο Κώστα Παπαδόπουλο;
ΑΠ.: Τον βλέπω στο παίξιμο του Δημήτρη Παπαδόπουλου, του γιου μου.
ΕΡ.: Όταν βλέπετε τον «Ζορμπά» τι σας έρχεται στο νου;
ΑΠ.: Το γεγονός ότι εγώ είμαι ο σολίστας του έργου και το έργο βασίζεται στο
μπουζούκι. Το όνομά μου δεν αναφέρεται ούτε στο δίσκο, ούτε στους τίτλους της ταινίας.
ΕΡ.: Γιατί παθιάζεστε τόσο πολύ όταν παίζετε σε έναν τόσο μικρό χώρο, όπως
είναι το «Hobo» στο Χαλάνδρι;
ΑΠ.: Γιατί αισθάνομαι την ανάσα του κοινού.
