Με τη σύζυγό του Αμαλία, ανιψιά του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Παντρεύτηκαν

το 1952 και πήραν διαζύγιο το 1970

Ήταν η εποχή της παντοδυναμίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή ­ αυτή που

αργότερα ονομάσθηκε εποχή «του πρώτου Καραμανλή». Ο πρωθυπουργός αποφάσισε να

επισκεφθεί τα έργα που γίνονταν τότε για τον νέο παραλιακό δρόμο Αθήνας – Σουνίου.

ΣΥΝΟΔΕΥΟΜΕΝΟΣ, λοιπόν, από υπουργούς, συμβούλους, εργολάβους, αλλά και τη

σύζυγό του Αμαλία, «επιθεώρησε» την πρόοδο των εργασιών ­ και, κατά τη

συνήθειά του, έκανε υποδείξεις. Σε κάποια στιγμή, η Αμαλία «τολμά» να εκφράσει

κάποια γνώμη.

«Εσένα, ποιος σε ρώτησε;» εξεμάνη ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ­ και διέταξε τη

σύζυγό του να κατέβει από το αυτοκίνητο!

Η σχέση τού πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας ­ και πρώην πρωθυπουργού ­ με τους

ανθρώπους ήταν αντιφατική, όπως λέγουν όσοι τον έζησαν, έστω και λίγο, στην

προσωπική του ζωή: από τη μια μεριά επεδίωκε τον θαυμασμό ­ όπως, άλλωστε,

οποιοσδήποτε εμπλέκεται με την πολιτική ­ από την άλλη εμφανιζόταν

αντικοινωνικός, μονήρης σχεδόν.

«ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΔΕΝ»


Βόλτα με φουσκωτό στη διάρκεια διακοπών του στο Ρευματονήσι της

οικογένειας Γουλανδρή

Στα σαράντα και πλέον χρόνια της πολιτικής ζωής του ελάχιστοι είναι οι

άνθρωποι που μπορούν να ισχυρισθούν ότι υπήρξαν φίλοι του ­ και οι

περισσότεροι από αυτούς έχουν να λένε για τον «άνθρωπο τού δεν»: δεν έπινε,

δεν είχε αδυναμίες, δεν κάπνιζε (τουλάχιστον, μετά τη δικτατορία), δεν έδειχνε

καν να απολαμβάνει το ωραίο φαγητό ή τα ξενύχτια. Ακόμη και οι διακοπές του

χαρακτηρίζονταν από πνεύμα «ασκητικό».

Στη Μύκονο, όπου έμενε στο σπίτι του Σερραίου κ. Θ. Νικολαΐδη, το πρωινό

σερβιριζόταν στις 7.30, το μεσημεριανό στη 1.00 και το βραδινό στις 9.00 ­

απαρεγκλήτως. Ουδείς είχε το δικαίωμα να λείψει ­ γεγονός που σήμαινε ότι τα

ξενύχτια ήταν κομμένα και για τους υπόλοιπους της παρέας. Εάν πάλι κάποιος

έλεγε για μπαρ ή τέτοιου είδους διασκεδάσεις, αντιμετωπιζόταν με περιφρόνηση

από τον Καραμανλή. Εξαιρετικά αυστηρός ήταν επίσης ο τέως Πρόεδρος της

Δημοκρατίας όταν εις εκ των συνδαιτυμόνων του εξέφραζε κάποια γνώμη «λανθασμένη».

Οι διακοπές παλαιότερα περιελάμβαναν και το Ρευματονήσι, το ιδιόκτητο νησί της

Ντόλυς Γουλανδρή. Άλλωστε, ο Καραμανλής ήταν φίλος με όλη την οικογένεια και

ιδιαίτερα με το ζεύγος Βασίλη και Ελίζας, με το οποίο έκανε παρέα και κατά την

παραμονή του στο Παρίσι. Μάλιστα, επισκεπτόταν και το σκάφος τους, την «Παλόμα».

Το Πάσχα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το περνούσε στη Ρόδο ή την Κέρκυρα, ενώ

πιο παλιά, την περίοδο ’58 – ’61, τα καλοκαίρια πήγαινε και στη «Γαλήνη», στα

Καμένα Βούρλα.

ΟΙ ΣΥΝΔΑΙΤΥΜΟΝΕΣ


Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν ένας από τους ελάχιστους στενούς φίλους του

Ιστορικά έχουν μείνει τα κυριακάτικα γεύματα ­ είτε στου «Ψαρόπουλου», στη

Γλυφάδα, είτε στον «Λεωνίδα», στη Βαρυμπόμπη. Ο Προκόπης Παυλόπουλος ­ που

γνώρισε τον Καραμανλή τα τελευταία χρόνια, επί Οικουμενικής ­ ο Πέτρος

Μολυβιάτης, η Λένα Τριανταφύλλη, κόρη υπουργού της ΕΡΕ και γραμματέας του

Καραμανλή μετά τη δικτατορία, ήταν από τους συνήθεις συνδαιτυμόνες. Στην παρέα

της Κυριακής ήταν ακόμη ο Τάκης Λαμπρίας και ο Τάκης Χορν ­ δύο άνθρωποι που

είχαν το «προνόμιο» να λένε ανέκδοτα και να κάνουν τον μεγάλο πολιτικό να

γελά. Ο κ. Λαμπρίας, μάλιστα, συνήθιζε να λέει και τολμηρά ανέκδοτα. Ο τέως

Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αφού τα άκουγε, έλεγε «μα πώς γελάτε με τέτοια

πράγματα» ­ ενθαρρύνοντας, ωστόσο, τον παλαίμαχο δημοσιογράφο να συνεχίσει.

Τρώγοντας συνήθως ψάρια, σαλάτα και πίτα, ο Καραμανλής τα μεσημέρια της

Κυριακής ευχαριστιόταν ακόμη την παρέα του Τρύφωνα Κουταλίδη ­ δικηγόρου και

εκτελεστού της διαθήκης του ­ και της τότε συζύγου του, Χριστίνας Λαναρά, αλλά

και την παρέα διανοουμένων, όπως το ζεύγος Ιωάννας και Κωνσταντίνου Τσάτσου,

το οποίο επισκεπτόταν συχνά και στο σπίτι τους της οδού Κυδαθηναίων, τον Μάνο

Χατζιδάκι, ενίοτε και τον Αλέξη Μινωτή. Λέγεται, μάλιστα, πως κάποτε, που τον

συντρόφευσε στου «Ψαρόπουλου» ο νεαρός τότε υπουργός Πολιτισμού, Ανδρέας

Ανδριανόπουλος, του είπε «κάτσε πίσω εσύ να περάσουν οι άνθρωποι των γραμμάτων

­ υπουργούς βρίσκω όσους θέλω».

ΑΥΤΑΡΧΙΚΟΣ

Η κάποια αυταρχικότητα που επεδείκνυε απέναντι σε συνεργάτες και φίλους ήταν

πιο έντονη όταν είχε να κάνει με γυναίκες, μολονότι στις παρέες του υπήρχαν

και γυναίκες, συνήθως σύζυγοι φίλων. Κάποτε, στο Ρευματονήσι, όταν οι γυναίκες

άρχισαν μια συζήτηση «κοινωνικής κριτικής», τις… επέπληξε με έντονο ύφος ­

«γιατί τα λέτε αυτά τα πράγματα, γνωρίζετε ότι δεν με ενδιαφέρουν».

Αντιστοίχως, σε μια επίσκεψή του στη Γαλλία, διαπίστωσε ξαφνικά ότι ένα κουμπί

στο σακάκι του είχε χαλαρώσει. Στράφηκε λοιπόν, με μεγάλη φυσικότητα στη

διερμηνέα του και τη διέταξε να του ράψει το κουμπί. Εκείνη ­ μάλλον εξίσου

φυσικά τού είπε ότι δουλειά της ήταν η διερμηνεία και εν πάση περιπτώσει δεν

είχε κλωστή μαζί της. «Τι είδους γυναίκα είσαι εσύ;» τη ρώτησε ο Καραμανλής.

Πάντως, οι άνδρες δεν τύγχαναν μεγαλύτερης επιείκειας ­ και κύριοι δέκτες των

νεύρων του ήταν βέβαια οι συνεργάτες του. Για παράδειγμα, ο υπουργός Εργασίας

Κώστας Λάσκαρης αναγκάστηκε να φύγει κακήν κακώς από το πρωθυπουργικό γραφείο

­ μολονότι είχε πάει εκεί για σοβαρό λόγο ­ με τη ρήση «εγώ θα αποφασίσω πότε

υπάρχει σοβαρός λόγος».

Αν και άνθρωπος που απέφευγε τις διασκεδάσεις, ο Καραμανλής συνήθιζε κάποτε ­

προδικτατορικά ­ να πηγαίνει σινεμά ­ και, κυρίως σε γουέστερν που πρόβαλε ο

κινηματογράφος «Αττικόν» της οδού Σταδίου.

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ

Παροιμιώδης έχει μείνει η άρνηση του Καραμανλή να υποκύψει στην αγάπη της

πολυτέλειας. Μολονότι ήθελε να είναι πάντα καλοντυμένος ­ χωρίς όμως ίχνος

«μοντερνισμού» ­ απέρριπτε τις προσπάθειες καπνεμπόρων ή οινοπαραγωγών να του

χαρίσουν προϊόντά τους με την ονομασία «Καραμανλής». Στο Στρασβούργο, όπου

πήγε ως προσκεκλημένος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έδωσε εντολή η ελληνική

πρεσβεία στη δεξίωσή της να μη διαθέτει τίποτε άλλο από ελληνικά σουβλάκια,

ελληνικά κρασιά και ελληνικά τσιγάρα. Ήταν τότε που είπε ότι «ο Ανδρέας είναι

πρωθυπουργός της χώρας και θα εφαρμόσει το πρόγραμμά του. Πάντως, να μου το

ενθυμείσθε, μετά από λίγα χρόνια οι Έλληνες θα ακούν σοσιαλισμό και θα το

βάζουν στα πόδια».

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όμως επεδείκνυε και μια σπάνια για πολιτικό αίσθηση

του «γνώθι σαυτόν». Στις εκλογές του ’77, όταν επισκέφθηκε το Κέντρο Τύπου στη

«Μεγάλη Βρετανία», είπε αφοπλιστικά στους δημοσιογράφους: «Μέχρι αυτήν την ώρα

που τα λέμε, όλοι οι Έλληνες με βρίζουν. Αλλά μόλις πάνε στις κάλπες με ψηφίζουν»…