ΕΙΧΑ καιρό ­ πάνω από δύο χρόνια ­ να κατεβώ στην παλιά μου γειτονιά ­ στην

Πλατεία Κυριακού. Κατέβηκα χτες. Όχι για να συναντήσω κάποιον φίλο μου ­

κανείς, πια, δεν ζει εκεί ­ μα για να κάνω μερικά τηλεοπτικά «γυρίσματα».

Επέστρεψα στο σπίτι μου, το βράδυ, απελπισμένος. Και εξοργισμένος.

Ο δρόμος που γεννήθηκα και μεγάλωσα, η οδός Φωκαίας, ένα στενό που αρχίζει από

την Αριστοτέλους και τελειώνει στην Αλκιβιάδου, είναι γεμάτος μπορντέλα!

Μπορντέλα με αλλοδαπές πόρνες ­ Ρωσίδες, Πολωνέζες, Βουλγάρες ­ αλλοδαπούς

νταβατζήδες, αλλοδαπούς κράχτες και «νταήδες». Περπατάς και φοβάσαι! Και σε

κάθε γωνιά, σε παίρνει η μπόχα από τα σκουπίδια και τα ούρα!

Στη Φυλής, στο σταυροδρόμι με τη Φωκαίας, όταν ήμουν παιδί, υπήρχε ο φούρνος

του Μπανέλλα. Τώρα, εκεί βρίσκεται ένα καφενείο. Με είδαν κάποιοι άντρες, που

χαρτόπαιζαν, να τριγυρίζω με τις κάμερες ολόγυρά μου και πετάχτηκαν έξω.

«Σώστε μας! Γράψτε κάτι… Κανένας δεν μας υπολογίζει. Η ζωή μας, εδώ, έχει

γίνει κόλαση από τους αληταράδες, που μπαινοβγαίνουν στα μπορντέλα, δέρνονται,

δημιουργούν φασαρίες, τραβάνε μαχαίρια…», μου είπαν.

«Τις νύχτες, είναι αδύνατο να κυκλοφορήσεις», μου ψιθύρισε, κοιτώντας

φοβισμένη, γύρω – γύρω, μια γυναίκα 50-55 χρόνων. Πρόσθεσε: «Έχουμε γίνει σα

βρωμερό λιμάνι της Ανατολής! Ελληνικά, σπανίως ακούμε! Οι Έλληνες, κλείνονται

από νωρίς στα σπίτια τους, για να μη βρουν κανένα μπελά από τους αγαπητικούς…».

Η κατάσταση, πραγματικά, είναι αφόρητη! Στο ημίωρο που έμεινα στη Φωκαίας,

είδα τουλάχιστον δέκα νέους να πηγαίνουν από «σπίτι» σε «σπίτι»! Κι είδα κι

ένα ντερέκι, μάλλον Πολωνό, να ‘χει στραμπουλήξει το χέρι ενός πιτσιρικά, και

να τον σέρνει προς την Αχαρνών, φωνάζοντας, στα ελληνικά, «είναι κλέφτη Ρουμάνο»!

Πηγαίνοντας προς την Μονής Προδρόμου, με πλησίασε ένας καλοντυμένος κύριος.

Μου τόνισε σοβαρά: «Σ’ αυτό το στενάκι, υπάρχουν τέσσερα μπορντέλα! Οι

“προστάτες” των “κοριτσιών” είναι πρόσωπα “υπεράνω υποψίας”! Δεν θα σας

αποκαλύψω ταυτότητες. Ερευνήστε και θα μείνετε κατάπληκτος!…».

Κάποτε, αυτή η γειτονιά ήταν όνειρο! Με τις γαζίες και τις αγριοπιπεριές της,

με τα παιδιά που έτρεχαν ευτυχισμένα στους δρόμους, με τους άντρες, που

έπαιζαν τάβλι στα κατώφλια των σπιτιών τους. Πώς έγινε έτσι, μέσα σε μερικά

χρόνια, το άσπρο – μαύρο; Και κανείς δεν έχει ευθύνες γι’ αυτό; Και, εντέλει,

ουδείς θα απαντήσει στο απεγνωσμένο SOS, που εκπέμπει όλη αυτή η περιοχή;