Ήταν ίσως η πρώτη φορά που οι κατηγορούμενοι ήθελαν να δικαστούν, αλλά δεν
μπορούσαν γιατί κανείς από τους μάρτυρες που συμπεριλαμβάνονταν στον κατάλογο
των μαρτύρων του κατηγορητηρίου δεν είχε πάρει κλήση για να εμφανιστεί στο δικαστήριο.
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ αυτό μπορεί να καταγραφεί ως ασυνήθιστο στα βιβλία των ποινικών
χρονικών, καθώς πρόκειται για σοβαρή υπόθεση και αδικήματα που φέρονται να
έχουν τελεστεί πριν από δεκατέσσερα χρόνια με ορατό πια τον κίνδυνο της παραγραφής.
Το περίεργο είναι, όπως παρατηρούσαν παράγοντες της δίκης, πως από τη μια
επισπεύσθηκαν οι διαδικασίες για την παραπομπή των κατηγορουμένων με απευθείας
κλήση στο ακροατήριο ώστε να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους, και από την
άλλη όταν έφτασε η μέρα της δίκης με μεγάλη έκπληξη διαπίστωσαν όλοι πως οι
μάρτυρες δεν ήταν παρόντες γιατί δεν είχαν καν κλητευθεί!
Και τα ερωτήματα που εύλογα ανακύπτουν είναι πολλά. Γιατί δεν εστάλησαν οι
κλήσεις στους μάρτυρες; Ποιος ή ποιοι είναι αυτοί που ευθύνονται; Μήπως
κάποιος δεν επιθυμούσε να προχωρήσει η ακροαματική διαδικασία;
Οι κατηγορούμενοι πάντως βρίσκονταν όλοι στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου
Κακουργημάτων της Αθήνας και οι δικηγόροι τους δεν υπέβαλαν κανένα αίτημα
αναβολής. Αντίθετα μάλιστα ήταν προετοιμασμένοι για τη διεξαγωγή της δίκης που
αφορά την κλοπή πινάκων ζωγραφικής μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας που είχε γίνει
τον Νοέμβριο του 1983 στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Βουδαπέστης.
Κατηγορούμενοι στην υπόθεση αυτή είναι ο Ιωάννης Μοσκαχλαϊδής και οι πρώην
αστυνομικοί Γρηγόρης Καρτσωνάκης, Κωνσταντίνος Μαραγιάννης και Παύλος Μπογράκος.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα, ο πρώτος κατηγορούμενος το
χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης και 5ης Νοεμβρίου 1983 φέρεται ότι έναντι αμοιβής
2.000.000 δολαρίων έπεισε δύο Ιταλούς υπηκόους να κλέψουν επτά πίνακες από το
Μουσείο της Βουδαπέστης.
Συγκεκριμένα εκλάπησαν οι εξής πίνακες: «Η Μαντόνα του Εστερχάζι» και το
«Πορτρέτο ενός νεαρού», έργα του Ραφαήλ· το «Πορτραίτο του Τζιορζιόνε», «Η
Παναγία με τους έξι Αγίους» και «Ιωσήφ, Μαρία και Θείο Βρέφος», έργα του
Δομήνικου Θεοτοκόπουλου· το «Πορτέτο Γυναίκας» και το «Πορτρέτο Άνδρα», έργα
του Τιντορέτο.
Μετά την κλοπή ο Ιταλός συνεργάτης του βασικού κατηγορουμένου φέρεται ότι
παρέδωσε τους έξι πίνακες στον αδελφό του Ευθύμιο Μοσκαχλαϊδή (σ.σ.: έχει
αποβιώσει) κρατώντας τον έναν ως ενέχυρο μέχρις ότου πάρουν την αμοιβή που
είχαν συμφωνήσει.
Ο Ευθ. Μοσκαχλαϊδής φοβούμενος τότε μήπως έχει την ίδια τύχη με τους φυσικούς
αυτουργούς της κλοπής, που στο μεταξύ είχαν συλληφθεί, εγκατέλειψε τους
πίνακες στο Μοναστήρι της Παναγίας της Τρυπητής, έξω από το Αίγιο, όπου και βρέθηκαν.
Η εμπλοκή των τριών κατηγορουμένων αστυνομικών συνίσταται σύμφωνα πάντα με
όσα αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα στο ότι αν και γνώριζαν τη συμμετοχή
του Ευθύμιου Μοσκαχλαϊδή στην υπόθεση της κλοπής παρέλειψαν να προβούν σε
συγκεκριμένες ανακριτικές πράξεις, με αποτέλεσμα να απαγγελθεί κατηγορία εις
βάρος του, αλλά να επιτύχει τελικά την απαλλαγή του με βούλευμα λόγω ελλείψεως
επαρκών στοιχείων.
Η δίκη αναβλήθηκε για τις 24 Οκτωβρίου 1997. Και έως τότε σίγουρα θα προλάβουν
να κλητευθούν όλοι οι μάρτυρες για να διεξαχθεί επιτέλους αυτή η δίκη και να
κριθούν οι κατηγορούμενοι.