Εισαγωγή στην καθεστωτική κριτική

Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ   | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 15/11/2008 07:00 |
Το σημερινό τοπίο της λογοτεχνικής κριτικής στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με τη γρήγορη καθιέρωση μιας πλειάδας νέων τότε και μεσήλικων σήμερα κριτικών- μιλάμε για επτά ή οκτώ πρόσωπα- που επωφελήθηκαν από το εντυπωσιακό άνοιγμα του ημερήσιου και εβδομαδιαίου Τύπου στον χώρο του βιβλίου και απέκτησαν μόνιμες στήλες στις εφημερίδες. Ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε, αν εξαιρέσουμε την προσθήκη δύο ή τριών νέων ονομάτων, που άλλωστε δεν έχουν ακόμα «ψηλώσει» όσο τα παλιότερα.

Πολύ γρήγορα όμως σημειώθηκε μια διχοτόμηση, ένα άτυπο σχίσμα αυτής της ομάδας των επτάοκτώ κριτικών. Ενώ οι μισοί (περίπου) αποποιήθηκαν εξαρχής κάθε μορφή θεσμικής εξουσίας εκτός από αυτή που αντιπροσώπευε η στήλη τους, οι άλλοι μισοί δέχτηκαν ασμένως ή και προκάλεσαν τη συμμετοχή τους σε επιτροπές βραβείων (όπου είναι γνωστό τι παιχνίδια παίζονται), σεμινάρια, τηλεοπτικές εκπομπές, σύνταξη ανθολογιών κ.λπ. Ακολουθώντας μάλιστα ολοένα επιθετικότερη τακτική, πολλαπλασίασαν στο πέρασμα του χρόνου τέτοιους μοχλούς επιρροής τους και τους χρησιμοποιούσαν με αυξανόμενη αυτοπεποίθηση.

Είναι κανείς ελεύθερος να κρίνει όπως θέλει αυτές τις δύο στάσεις. Μπορεί π.χ.

να επαινέσει την πρώτη κατηγορία για εντιμότητα ή να την επικρίνει για ολιγωρία και μοραλιστική αφέλεια. Μπορεί, από την άλλη, να καταλογίσει στη δεύτερη κατηγορία εξουσιομανία και κυνισμό ή να εγκωμιάσει την ενεργητικότητά της και την έξυπνη προώθηση των θέσεών της. Δεν είναι αυτό το θέμα του σημερινού άρθρου μου. Το θέμα είναι οι συνέπειες, ολοένα πιο αισθητές, αυτής της διαφοροποίησης για την ελληνική λογοτεχνία και τον τρόπο υποδοχής της. Γιατί, ανεξάρτητα από το γόητρο που μπορεί να περιβάλλει ατομικά τον ένα ή τον άλλο κριτικό, αυτή η συγκέντρωση δύναμης στα χέρια μιας μικρής ομάδας δημιουργεί, αφ΄ ενός, νομοτελειακά σχέσεις ώσμωσης ανάμεσα στα μέλη της, όπως επίσης ανάμεσα στην ομάδα και άλλες μορφές εξουσίας, αφ΄ ετέρου οδηγεί εξίσου νομοτελειακά στην ανεξέλεγκτη λειτουργία της και την αυθαιρεσία.

Βλέπουμε, πράγματι, τα ίδια τρία-τέσσερα ονόματα να εμφανίζονται σταθερά και συνήθως από κοινού σε διάφορες επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων και επιχορήγησης μεταφράσεων, να παρουσιάζουν βιβλία λογοτεχνών του γούστου τους ή του κλίματός τους σε επίσημες εκδηλώσεις για την προώθηση των πωλήσεών τους, να επιμελούνται για λογαριασμό εκδοτικών οίκων ανθολογίες που φιλοδοξούν να διαμορφώσουν τον νεότερο λογοτεχνικό Κανόνα, ακόμα και να ιδρύουν, με τη στήριξη ισχυρών εκδοτών, περιοδικά μέσα από τα οποία προβάλλουν τις απόψεις και τις επιλογές τους. Τίποτα, βέβαια, από όλα αυτά δεν είναι επιλήψιμο από μόνο του. Εντυπωσιάζει ωστόσο το άθροισμά τους και προβληματίζει η τάση συνεχούς μεγέθυνσής του, που υποδηλώνει κάτι το βουλιμικό.

Ας πάρουμε το παράδειγμα του «Βραβείου Αναγνωστών», που θεσπίστηκε από το ΕΚΕΒΙ πριν από μερικά χρόνια. Πρόκειται για μια τουλάχιστον ατυχή έμπνευση, αφού το αναγνωστικό κοινό απονέμει έτσι κι αλλιώς τα βραβεία του με τις αγοραστικές προτιμήσεις του, που ξέρουμε καλά τι είδους βιβλία ευνοούν. Όταν το ΕΚΕΒΙ, με τα πρώτα αποτελέσματα, κατάλαβε τη γκάφα του και βρέθηκε μπροστά στον κίνδυνο εξευτελισμού του νεότευκτου θεσμού, προσπάθησε να διορθώσει τα πράγματα με μια κριτική επιτροπή που προεπέλεγε τα βιβλία τα οποία καλούνταν να ψηφίσουν οι αναγνώστες! Στην πρώτη γκάφα προστέθηκε μια δεύτερη, ακόμα μεγαλύτερη, ένα εξωφρενικό οξύμωρο, που έχει το ανάλογό του μόνο στα εκλογοδικεία μερικών ημιδικτατορικών χωρών. Και όμως, οι εν λόγω κριτικοί δεν δίστασαν να στελεχώσουν και αυτή την επιτροπή (που, ευτυχώς, δεν έμελλε να μακροημερεύσει), χωρίς να υπολογίσουν, ή μάλλον χωρίς να φοβηθούν, πως αυτό θα υπέσκαπτε τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία τους.

Δεν φοβήθηκαν, ακριβώς επειδή η πολλαπλή παρουσία τους σε κέντρα θεσμικής επιρροής έχει εδραιώσει μέσα τους ένα αίσθημα παντοδυναμίας, αν όχι ασυλίας. Συνέπεια αυτού είναι ότι η σχέση τους με τα βιβλία που αναλαμβάνουν να κρίνουν δεν είναι αυτή ενός διαλόγου, ο οποίος μπορεί και να θέσει σε δοκιμασία τα κριτήριά τους, αλλά μιας αφ΄ υψηλού εφαρμογής πάγιων κανόνων, που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση ούτε καν συζήτηση. Σε άρθρο της πριν από δέκα χρόνια στο περιοδικό Ποίηση (τεύχος 11), με τίτλο «Ο κριτικός της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής», η Ελισάβετ Κοτζιά έγραφε μεταξύ άλλων τα εξής:

«... ο κριτικός της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής θα ασχοληθεί επισταμένως με τα αμφισβητούμενα γραπτά, θα προσπαθήσει να τα σταθμίσει και να τα αξιολογήσει, θα θελήσει να ζυγίσει όσα θεωρεί προτερήματα και όσα αδυναμίες τους, να κρίνει ποια μικρή δόση εκείνου του συστατικού ανέτρεψε την ισορροπία των αναλογιών του και πόση δόση του άλλου συστατικού θα χρειαζόταν για να την αποκαταστήσει, ποια αδιόρατη απόχρωση τίνος πράγματος περισώζει το συγκεκριμένο έργο και ποια το καταστρέφει. Κι έτσι σταθμίζει κάθε βιβλίο αδιάκοπα και η πλάστιγγα γέρνει πότε από δω και πότε από εκεί» (σ. 226).

Μένει κανείς άφωνος μπροστά στον αυτάρεσκο, νομικίστικο σχολαστικισμό αυτής της θέσης, που κρεμάει το περιεχόμενό της σε λέξεις-μανταλάκια όπως «σταθμίζω», «ζυγίζω», «δόση» ενός «συστατικού», «πλάστιγγα» κ.λπ. Μιλάει εδώ ένας κριτικός λογοτεχνίας ή ένας δικαστής, ένας δάσκαλος που βαθμολογεί εκθέσεις μαθητών, ολίγον και ένας δοκιμαστής κρασιών;

Βέβαια, αναρωτιέται κανείς αν η τόση πολυπραγμοσύνη των συγκεκριμένων κριτικών τούς επιτρέπει έστω να εφαρμόσουν με συνέπεια αυτή τη μέθοδο, να «σταθμίσουν», να διακρίνουν «μικρές δόσεις» και «αδιόρατες αποχρώσεις». ΄Ενας κριτικός που διατηρεί μία, αν όχι και δύο μόνιμες στήλες σε εφημερίδα, είναι μέλος σε τρεις-τέσσερις επιτροπές, αρθρογραφεί τακτικά σε άλλα τόσα λογοτεχνικά περιοδικά, επιμελείται τηλεοπτική εκπομπή για το βιβλίο, παραδίδει σεμινάρια στο ΕΚΕΒΙ, συμμετέχει με εκτενείς γραπτές εισηγήσεις στη διαφημιστική καμπάνια του ενός ή του άλλου βιβλίου κ.λπ. κ.λπ., έχει άραγε τον χρόνο να διαβάσει προσεκτικά τα βιβλία που κρίνει κάθε βδομάδα (για να σκεφτεί πάνω σ΄ αυτά ούτε συζήτηση); Η λογική απαντάει όχι. Και πραγματικά, βλέπουμε ολοένα πιο συχνά στα κείμενα αυτών των κριτικών απίθανες ανακρίβειες και παρανοήσεις, αδιανόητες όχι μόνο για επαγγελματία κριτικό μα ακόμα και για έναν απλό, αλλά στοιχειωδώς συγκεντρωμένο αναγνώστη.

Aυτό όμως είναι το λιγότερο. Πολύ πιο ανησυχητικό φαινόμενο είναι η προϊούσα σύγκλιση έως ταύτιση των περί ων ο λόγος κριτικών στις λογοτεχνικές προτιμήσεις τους ή ακόμα και στις ευκαιριακές επιλογές τους, που έρχονται μάλιστα σε αντίθεση με τις αισθητικές αρχές τους και υποκρύπτουν αλλότριες σκοπιμότητες. Λέω ότι πρόκειται για κάτι πολύ πιο ανησυχητικό επειδή, σε συνδυασμό με την πολυκεντρική θεσμική επιρροή αυτών των κριτικών, τείνει να δημιουργήσει στον χώρο της τρέχουσας λογοτεχνικής κριτικής μια μονοφωνία που δεν χρειάζεται να υπογραμμίσουμε πόσο ανασταλτικά επιδρά στην ανάπτυξη και ανανέωση της λογοτεχνίας μας. Τα βραβεία του Διαβάζω, που ξεκίνησαν το 1996, εισήγαγαν μια σημαντική καινοτομία: κάθε μέλος της κριτικής επιτροπής ήταν υποχρεωμένο, μετά την ανακοίνωση των βραβείων, να δημοσιοποιεί και μάλιστα να αιτιολογεί την ψήφο του για κάθε κατηγορία βιβλίου (ποίηση, μυθιστόρημα, διήγημα, πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, δοκίμιο). Οι καθεστωτικοί κριτικοί συμμετείχαν σ΄ αυτή την επιτροπή, είτε εξαρχής (οι περισσότεροι) είτε από μια μεταγενέστερη χρονιά, και έδιναν τον τόνο στις επιλογές της. ΄Ετσι, τα τεύχη του Διαβάζω με τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών και τις σχετικές εκθέσεις συνιστούν ένα ανεκτίμητο αρχείο για την ανίχνευση της στάσης τους, του βαθμού σύγκλισης μεταξύ τους και απόκλισής τους από τους υπόλοιπους κριτές.

Το εντυπωσιακότερο, κάθε άλλο όμως παρά το μόνο ενδιαφέρον εύρημα αφορά τους δύο από τους τέσσερις καθεστωτικούς κριτικούς: την Ελισάβετ Κοτζιά και τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου. Είναι βέβαια γνωστή (και ομολογημένη) η «εκλεκτική συγγένεια» των δύο. Άλλο συγγένεια όμως και άλλο ταύτιση. Από τις συνολικά 35 ψηφοφορίες στις οποίες πήραν μέρος ανάμεσα στο 1996 και το 2004 (τελευταία χρονιά παρουσίας τους στην επιτροπή), στις 32 συνέπεσαν πλήρως, ενώ και στις υπόλοιπες τρεις δεν διαφοροποιήθηκαν ουσιαστικά, απλώς έδωσαν διαφορετική έμφαση σε βιβλία που και οι δύο είχαν συμπεριλάβει σε όσα θεωρούσαν αξιοβράβευτα! Τέτοιος βαθμός συμφωνίας, και μάλιστα για όλα τα είδη βιβλίου, από την ποίηση ώς το δοκίμιο, πολύ δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί από κοινές ευαισθησίες. Μάλλον εγείρει υποψίες για συμπαιγνία.

Όταν μιλάω για καθεστωτικούς κριτικούς, έχω πλήρη συνείδηση της σημασίας του όρου. Δεν πρόκειται μόνο για τη διείσδυσή τους σε σχεδόν όλους τους θεσμούς που έχουν να κάνουν με το ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο, αλλά και με αυτόν καθεαυτό τον τύπο λογοτεχνίας που προωθούν. Το αρχείο των βραβείων του Διαβάζω επιβεβαιώνει την εντύπωση που έτσι κι αλλιώς μας αφήνει η κριτικογραφία τους χρόνια τώρα. Πέρα από τις καταφανείς περιπτώσεις προσωποληψίας- εύνοιας προς ορισμένους συγγραφείς και αρνητικής διάθεσης για άλλους, με κριτήρια που μεταμφιέζονται σε λογοτεχνικά- μπορούμε να δούμε την αποθέωση μιας λογοτεχνίας όπου κυριαρχούν ο μινιμαλισμός, ο μιζεραμπιλισμός, ο συγγραφικός αυτισμός, ο εστετισμός της κλεισούρας και της ναφθαλίνης, την επιβολή μιας αντίληψης αλλεργικής στον στοχασμό, φοβικής απέναντι στα μεγάλα θέματα, καχύποπτης απέναντι σε ό, τι θυμίζει πραγματικότητα και δεν εμπνέεται μόνον από την ίδια τη λογοτεχνία.

Μια εφησυχασμένη κριτική, που αγαπάει μια εφησυχασμένη λογοτεχνία. Μια κριτική που ο προβληματισμός της εξαντλείται στην «απόλαυση» του κειμένου και η αγωνία της στην κατάκτηση ολοένα περισσότερων θεσμικών θέσεων. Αν αυτό δεν είναι καθεστωτισμός, τότε ας μας παρηγορήσει η σκέψη ότι η καθεστωτική νοοτροπία δεν μπορεί ποτέ να απλωθεί και στα πολιτισμικά φαινόμενα μιας κοινωνίας.

Υ.Γ. Επειδή θα υπάρξουν σίγουρα καλοθελητές που θα σταθούν στο δάχτυλο και όχι σ΄ αυτό που το δάχτυλο δείχνει, δηλώνω ο ίδιος ευθέως ότι έχω προσωπική αφορμή να λέω τα παραπάνω. Αθέμιτο δεν είναι, στο κάτω κάτω. Για πολλά χρόνια δεν αντιδρούσα στην απαράδεκτη τακτική των συγκεκριμένων κριτικών, ακριβώς επειδή συγκαταλεγόμουν στα θύματά τους (διευκρινίζω και τονίζω ότι με αυτό δεν εννοώ τυχόν αρνητικές κριτικές) και ήθελα να αποφύγω μια αντιδικία που θα μπορούσε να θεωρηθεί προσωπική. Σφάλμα μου! ΄Επρεπε να ξεχειλίσει το ποτήρι, με δύο κατάφωρα στημένες κριτικές (κοινά, εξ αμοιβαίας αντιγραφής πραγματολογικά λάθη και τερατώδεις διαστρεβλώσεις), για να χάσω τη χαζή υπομονή μου. Και αν χρειαστεί, θα πω περισσότερα και εξοργιστικότερα επ΄ αυτού.

όλες οι τελευταίες ειδήσεις