Αν υπήρχε επικράτεια θετικής σκέψης και δράσης, ο Ηλίας Λογοθέτης θα ήταν άνετα ο πρεσβευτής της. Ο πολύπειρος ηθοποιός που για χρόνια θήτευσε και εκπαίδευσε το κοινό στον μέγα Βιζυηνό αφού έπαιξε για δώδεκα χρόνια το «Αμάρτημα της μητρός μου», δεν σταματά να εργάζεται, να τραγουδά, να παίζει, να στήνει παραστάσεις και δρώμενα, δίνοντας την εικόνα του καλλιτέχνη που δεν έχει ανάγκη τους κρατικούς ή επίσημους φορείς για να στεγάσει το κάθε φορά σχέδιό του. Μιλώντας με τον Λογοθέτη, ο δημοσιογράφος έρχεται μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα ή πρόκληση: τι να πρωτοδιασώσει στο χειρόγραφο από τη ρέουσα ή κελαρυστή του αφήγηση, από τον τρόπο που μπλέκει γλυκά τη Λευκάδα, την ποίηση, τους δασκάλους του ή τις επιρροές του και τις αγάπες του, π.χ. τα μαθηματικά.  
Ακόμη και σε αυτόν που δεν σας ξέρει δίνετε την εικόνα πως έχετε δημιουργήσει έναν μηχανισμό αισιοδοξίας και ότι δεν πτοείστε από τις καθημερινές δυσκολίες…
Είναι μια κατασκευή που έχω κάνει, μια επινόηση, να περνάω όντας φτωχός σαν να είμαι πλούσιος. Κυρίως ακούγοντας μια συμβουλή ενός σοφού θείου μου, πιστεύω ήταν οπαδός του Πυθαγόρα: δεν σκέφτομαι το μέλλον και δεν συχνάζω στις λεωφόρους.
Γιατί όχι στις λεωφόρους;
Μα εκεί συχνάζουν οι πολλοί!
Και άρα;
Πορευόμαστε με τη γνώμη των πολλών, κι αυτό πρέπει να το αποφεύγουμε.
Και πώς να πορευόμαστε;
Με τη γνώμη τη δική μας που έχουμε για τον εαυτό μας και για τα πράγματα.
Δεν είναι αυτοαναφορικό αυτό;
Καθόλου. Το υποκείμενο είναι υπεύθυνο να αναλαμβάνει τις ευθύνες και τα ρίσκα του, διότι το πιο σπουδαίο ρήμα είναι το αποφασίζω, στο οποίο εμπεριέχεται όλη η προσπάθεια. Αρα εδώ δεν χωράει ούτε το συγγνώμη ούτε το με ξεγελάσατε.
Αρα εδώ ενυπάρχει και το σπέρμα της μη ευθύνης;
Ακριβώς. Το κύριο χαρακτηριστικό του Ελληνα. Μεταθέτει τις ευθύνες στον άλλον, ακόμη και στο τραγούδι το βλέπουμε, τα ρίχνει στην κοινωνία. Είπε ο Ακης Πάνου ο μέγας: τι στο διάολο αγάπη είναι αυτή που λέει «μείνε κοντά μου και μη με αγαπήσεις»; Η γυναίκα μας μας φταίει, το κράτος, τα παιδιά. Σε μια οργανωμένη κοινωνία δεν μπορείς να λες πως δεν φταις εσύ. Ας πάρουμε την κρίση, είναι ιατρικός όρος. Οταν ένας οργανισμός είναι σε κρίση, απαιτεί αλλαγή θεραπείας. Για να σωθείς ή για να θεραπευτείς πρέπει να αποδεχθείς την αρρώστιά σου. Ετσι κι ο Νεοέλληνας: ένοχος όλης αυτής της απόλαυσης των αγαθών αλλά ως καταναλωτής απολαύσεων.
Μαζί τα φάγαμε λοιπόν;
Οχι βέβαια. Τα πολλά δεν τα φάγαμε μαζί. Υπάρχει όμως συλλογική ευθύνη.
Από τι ανασύρετε δυνάμεις αλήθεια;
Από την πατρίδα μου. Δηλαδή, τα παιδικά μου χρόνια.
Πώς ήταν;
Μυθικά, ένα διαρκές γλέντι, φαρομανίδι, ποιητικός τζερτζελές, ατέλειωτο ξενύχτι με καντάδες. Φτώχεια αλλά μέσα στις αγκαλιές της ποίησης και της διαλεκτικής. Με τους καροτσέρηδες, με τους ανθρώπους του μόχθου, έζησα με εύθυμους, χαρωπούς ανθρώπους, που την πείνα τους τη διασκέδαζαν.
Τι σας προξένησε αυτό;
Αυτό μου δημιούργησε τεράστιες άμυνες. Δεν υπάρχει μία ελευθερία. Υπάρχουν πολλές ελευθερίες και άρα, το μερίδιο που διεκδικώ από αυτές.
Μιλάμε πάντα για τη γενέτειρά σας τη Λευκάδα…
Η Λευκάδα είναι μυθική χώρα. Η πατρίδα μου, της ιδιαίτερης γεύσης της θάλασσας, της ιδιαίτερης νοοτροπίας των ανθρώπων. Τώρα έχουμε υποστεί απώλειες, φύγανε αυτοί που κινούσαν τα νήματα. Εχουμε γίνει χώρα τουρισμού.
Στην πόλη γεννηθήκατε;
Στην πόλη της Λευκάδας, ναι. Είμαι Μπουρανέλος, υπάρχει διαχωρισμός υπαίθρου και πόλης. Μακρινή καταγωγή από το Μπουράνο της Ιταλίας. Ο πατέρας μου ήταν χασάπης που τον θεωρούσα χειρουργό διότι έκοβε τα κρέατα με δεξιοτεχνία, και ακρίβεια. Η μητέρα μου ασύγκριτη υψίφωνος, έμαθα ντουέτα μαζί της. Ηταν αδελφή ενός θεϊκού θείου μου του Χρηστού Καλοπόδη ή Καλογιάννου, που από αυτόν πήρα τα πάντα: την παιδεία, μελετώντας τα φυτά, τα τζιτζίκια, τις μελωδίες τους στο κτήμα του στην Αγία Αικατερίνη.
Σαν τον Ζαμπέτα που μελετούσε τους ήχους των βατράχων.
Αυτά είναι κοινά σε όλους, απλά σε κάποιους έχουν πέσει σε λήθη.
Επιστρέφετε στη Λευκάδα;
Πάντα, τώρα γράφω δίσκο σε στίχους του Ηλία Γεωργάκη, λατρεμένου μου αναδεξιμιού. Θυμάμαι ό,τι ήταν τα παιδικά μου χρόνια, τα αμπέλια, ελιές, τα καλοκαίρια, τα φθινόπωρα.
Η Λευκάδα πάντως χάθηκε ανεπιστρεπτί, υπάρχει μια μανία, ένα κυνήγι του χρήματος…
Αυτό έγινε σε πολλά νησιά… Πέσανε από την ένδεια στην παροχή άφθονης ύλης. Αν φας πολύ και έχεις να φας μέρες, μπορεί να σκάσεις. Πρέπει σιγά σιγά να τρως. Η Λευκάδα είναι αφέντρα όσο η γυναίκα μου. Είναι δύο αναντικατάστατα πλάσματα, η πατρίδα Λευκάδα και η γυναίκα μου η Μαίρη, οι δύο χώρες που κατοικώ.
Στην Αθήνα πώς ήλθατε;
Στην Αθήνα ήλθα βίαια. Με έφερε ένας φίλος για εξετάσεις στο Θέατρο Τέχνης. Εγώ είχα μανία για την όπερα. Ηθοποιός δεν ξέρω γιατί έγινα. Δεν το ανιχνεύω, αγαπώ μόνο την όπερα και τα μαθηματικά, πρώτα πήγα Πάντειο, μετά ηθοποιός, η ζωή μου όμως στη Λευκάδα με καθόρισε. Θυμάμαι πάντα τον Λόρκα, αυτό που έλεγε: Στα παιδιά της πλατείας ψάχνω ακόμη την ψυχή μου σκεπασμένη με πουπουλένια κάπα και ξύλινο ξίφος.
Ποιο είναι το δικό σας ξίφος;
Η ενέργεια που έχω μέσα μου και που εκτοξεύω ενάντια στη χυδαιότητα, γιατί η ζωή στην Ελλάδα είναι ζωώδης.
Εχει δυσκολέψει η ζωή στην Ελλάδα κύριε Λογοθέτη;
Είναι αντιαισθητική, δεν υπάρχει από κάτω ως βάση η ποιότητα των ανθρώπων, που βαραίνει περισσότερο από τις επιβεβλημένες απόψεις. Μας χάλασε η ευδαιμονία, η έλλειψη μέτρου στην κατανάλωση ηδονών, η χωρίς λογική και χωρίς κρίκους μετάβαση στη μεταβιομηχανική εποχή, σαν μετάλλαξη σχεδόν. Σαν να ξυπνάει κάποιος ογδόντα χρονών και να βγάζει καινούργια δόντια. Οπως λέει ο Καβάφης: η βιασύνη φέρνει πάντα μεταμέλεια.
Επιστρέφετε συνέχεια στην ποίηση!
Είναι η περιοχή μου. Ο κορυφαίος που μου πάει είναι ο Τίνο Γιόσεφ, Ούγγρος – αυτός μου πάει. Αλλά βέβαια και ο Σεφέρης μας, ο Ελύτης μας, ο Ρίτσος μας, ο Καρούζος μας. Βέβαια, κι ο Σικελιανός. Τον αγαπώ γιατί έχει κάποιους στίχους που είναι η παιδική μου ηλικία, όταν λέει ότι τα κοχύλια είναι τόσο τέλεια σαν αβγά περιστεριού. Οι ποιητές δεν έχουν ληφθεί υπ" όψιν σοβαρά από τους Νεοέλληνες.
Γνωρίσατε πολλούς;
Ολους. Εντύπωση μου έκανε ο Ρίτσος και με επηρέασε πολύ. Η απλότητά του, το μεγαλείο του, η ευγένειά του. Τους γνώρισα όλους και στου Λουμίδη, στου Γαμβέτα, στου Ζόναρς. Ο Γκάτσος ήταν ιερή περσόνα, δεν πήγαινες κοντά, ήταν σαν τους μάγους που δεν σου επέτρεπαν να μπεις στον κύκλο τους.
Οι δάσκαλοί σας;
Κάρολος Κουν, Σπύρος Ευαγγελάτος, Μίνως Βολανάκης, Γιάννης Χρήστου.
Κουν, Ευαγγελάτος και Βολανάκης είναι διαφορετικοί δρόμοι μέσα στο Θέατρο;
Ναι, αλλά όλοι συνέκλιναν στο ντάντεμα της ψυχής του ηθοποιού.
Τι σας έμαθε ο Κουν;
Να μελετάω σε βάθος τα πράγματα.
Ο Βολανάκης;
Να σκέφτομαι και να εκφράζομαι.
Ο Ευαγγελάτος;
Μας χάρισε την απόλυτη ελευθερία να κάνουμε προτάσεις για τους ρόλους που θα παίζαμε και υιοθετούσε αυτή την πρόταση.
Αισθάνεστε έξω από τα πράγματα σήμερα στο θέατρο;
Καθόλου. Κάνω θέατρο, ταινίες, δώδεκα χρόνια Βιζυηνό. Αποτοξινώθηκα από το σινάφι μου και ξαναμίλησα τη γλώσσα μου, το συντακτικό μου. Κάνω δύο δίσκους, φίλων από Λευκάδα: με τον Σπύρο Γαζή, τον Γιάννη Αθηνιώτη και τον Ηλία Γεωργάκη που είναι ο τελευταίος που συγκεντρώνει υλικό για τη Λευκάδα.
Πιστεύετε;
Δεν μπορώ να πω πως πιστεύω. Δέχομαι την ύπαρξη μιας οντότητας μαθηματικής. Ενας αριθμός από τον οποίο προήλθαν τα πάντα. Λίγο δύσκολο να πεις πιστεύω, γιατί έτσι καταργείς κάθε διαλεκτική. Εγώ είμαι πολέμιος των δογμάτων, γιατί είδα πόσο κακό έκαναν στην ανθρωπότητα.
Πώς θα προχωρούσαμε όμως χωρίς βεβαιότητες;
Παρακολουθώντας τον οργανισμό μου ως μια εκδήλωση μαθηματικών πράξεων, βλέπω πως όλα αλλάζουν. Η ποίησή σου και η ύπαρξή σου δεν είναι ίδια κάθε λεπτό, τα αισθήματα σου το ίδιο, δεν είμαστε εμείς οι κυρίαρχοι της γλώσσας, η γλώσσα κάνει κουμάντο σε εμάς.
Σε διαίρεση Αριστεράς και Δεξιάς πιστεύετε;
Οχι. Δεν πιστεύω πως είναι από διαφορετικό πατέρα και μάνα αριστεροί και δεξιοί.
Σε διαίρεση ποιοτικού και εμπορικού;
Εχω εργαστεί από βιντεοκασέτα μέχρι επιθεώρηση. Τώρα τραγουδώ όποτε μπορώ με τους Εν Καρδιά, έχω πλούσια ζωή. Δεν διαχώρισα ποτέ τα είδη. Η ανάγκη προηγείται της τέχνης σύμφωνα με τον Αισχύλο. Η βιντεοκασέτες ας πούμε ήταν σωτήριες: ζήσαμε χωρίς να πεινάσουμε!
Νέο ελληνικό κινηματογράφο δεν παίξατε πολύ ε;
Δεν έπαιξα πολύ. Δεν παραπονιέμαι, απλώς έπρεπε να έχω μεγαλύτερη συμμετοχή. Η τελευταία μου συμμετοχή στην ταινία «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» του Λάκη Παπαστάθη με καθόρισε. Με επηρέασε πολύ ο Βιζυηνός, έχει τα ίδια στοιχεία με μένα. Δεν αμφισβήτησε ποτέ την αυθεντία της μάνας κι έχει μια θλίψη συμπυκνωμένη. Εγώ δεν κατόρθωσα να είμαι τραγουδιστής όπερας. Και είμαι απόλυτα ερωτευμένος. Υπάρχουν, ξέρετε, και συμφεροντολόγοι ερωτευμένοι, μισοερωτευμένοι. Εγώ είμαι παιδί του αφανισμού στον έρωτα.
Τι είναι έρωτας;
Ανεξήγητο πράγμα. Νομίζω φαντασιακό. Η αγάπη από την άλλη, είναι η έγνοια της φροντίδας του άλλου. Ο έρωτας είναι μυθολογικό τέρας το οποίο πολεμάς συνέχεια και πάντα σε νικάει. Σε έχει στα δεσμά του. Είναι η ένδεια που έχεις στην προσπάθειά σου να ταυτιστείς με τον άλλο. Ανήκει στο σπήλαιο των ιδεών. 

ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ
«Ο Κάρολος Κουν δεν με διόρθωσε ούτε μια στιγμή»

Μιλήστε μας λίγο για τον μεγάλο συνθέτη Γιάννη Χρήστου.
Ο,τι είμαστε το οφείλουμε στους δασκάλους μας. Η μεγάλη στιγμή για μένα είναι ο Χρήστου. Μυθικό πρόσωπο. Δεν ξέρουμε αν επιδίωξε ο ίδιος τον θάνατό του. Οταν τον πρωτοείδα στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης ένιωσα σαν να δέχθηκα στο μέτωπο ένα τεράστιο φορτίο κεραυνού.
Πώς τον θυμάστε;
Το ‘68 το Τέχνης υποτάσσεται πλήρως στον Χρήστου. Ο δάσκαλός μας – ο Κουν – με το ένστικτό του κατάλαβε με τι είχε να κάνει και δόθηκε απόλυτα. Ημουν υπεύθυνος για τις μελωδίες των «Περσών», έπαιζα κιόλας. 
Πώς ήταν;
Εμπειρία ζωής, θεϊκή μουσική, σαν να έδειξε τον δρόμο που πρέπει να παίζονται οι «Πέρσες». Σαν να γράφτηκε για αυτό το έργο και μόνον. Τα αριστουργήματα βάζουν κάποια όρια. Ο Σολωμός είναι ένα όριο. 
Οι «Πέρσες» είναι παγκόσμιο όριο. Ενα άλλο, είναι η χορογραφία των «Ορνίθων» του Κουν, ενέπνευσε την παγκόσμια χορογραφία. Δεν ήθελα να κάνω κάτι άλλο έπειτα από αυτές τις παραστάσεις. Ημουν και στους «Ορνιθες» από το ‘60 και μετά. Δεν υπήρχε λόγος να παίζω.
Κορυφαία σας επίσης στιγμή η «Νεκρή Ζώνη» του Πίντερ λένε.
Για μένα είναι αυτό που ο Πίντερ με ρώτησε: Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό; Ως μεσογειακός έβαλα λίγο συγκίνηση, του είπα. Η παράσταση ανέβηκε στο Απλό Θέατρο του Αντύπα. Εκείνο το βράδυ που ήλθε ο Πίντερ με τη γυναίκα του ήταν η μεγαλύτερη ευτυχία μου. Εκανα τον ρόλο του Σπούνερ. Ημουν ο εισβολέας στο σπίτι. Για πρώτη φορά, παρουσιάστηκε ανάγλυφα ο εισβολέας. Είναι το καταλυτικό πρόσωπο που θέλει να υποκαταστήσει τα αφεντικό του σπιτιού. 
Αλλη παράσταση που θυμάστε πάντα;
«Το τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ. Κάναμε πρόβες με τον Κουν στη Σόλωνος 12. Ο Κάρολος δεν ήθελε να δει κανείς τις πρόβες. Ηταν η ίδια η ζωή του Κουν.  Οταν καταρρέει η δύναμη, καταρρέει και ο υπηρέτης της δύναμης, δούλος και αφέντης καταρρέουν ταυτόχρονα, αυτό λέει το έργο. Ο Κουν δεν με διόρθωσε ούτε μια στιγμή. Ο ηθοποιός δεν ποιεί ήθος, μεταφέρει το πολύτιμο εμπόρευμα με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες. Η τέχνη είναι η μεγαλύτερη ψυχαγωγία. Οταν τα κανόνια βροντούν, οι Μούσες σωπαίνουν.
Αλλους που θυμάστε πάντα;
Τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και τον Θόδωρο Τερζόπουλο. Χρησιμοποιούν τον χρόνο σαν ιεροτελεστία. Θαυμάζω την παγκοσμιότητα του Τερζόπουλου. Με τον Αγγελόπουλο συνεργαστήκαμε στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού» και στο «Τοπίο στην ομίχλη». Θυμάμαι και κρατώ τη μανία του για το αργό πλάνο, δηλαδή για τη διόγκωση του χρόνου.
Θα πάτε διακοπές;
Ποτέ. Ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη ξεκούρασης όταν ζει.