Κάποιες θεσμικές αποτυχίες δεν εκδηλώνονται μέσα από σκάνδαλα αλλά από διοικητικές διαδικασίες, με πράξεις δολιοφθοράς που ενδύονται τον μανδύα της καλοπροαίρετης έρευνας και της λογοδοσίας. Μέχρι να αντιληφθεί κανείς τι ακριβώς συμβαίνει, η ζημιά έχει γίνει.

Φοβάμαι ότι αυτό ακριβώς παρακολουθούμε με τις επιθέσεις εναντίον του Καρίμ Χαν, του γενικού εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου της Χάγης. Οι πρόσφατες εξελίξεις μοιάζει να εξυπηρετούν στόχους για τους οποίους οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εργάζονται εδώ και μήνες.

Η υπόθεση ξεκινά τον Απρίλιο του 2024, όταν μια ομάδα αμερικανών γερουσιαστών προειδοποίησε – για την ακρίβεια, απείλησε – τον Χαν ότι, αν τολμούσε να ζητήσει ένταλμα σύλληψης σε βάρος του ισραηλινού πρωθυπουργού Νετανιάχου για εγκλήματα πολέμου, θα στοχοποιούνταν και ο ίδιος. Ανένδοτος, ο Χαν έπραξε ακριβώς αυτό, καταθέτοντας αιτήματα για την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης σε βάρος του Νετανιάχου, του πρώην υπουργού Αμυνας του Ισραήλ Γιοάβ Γκάλαντ και ενός διοικητή της Χαμάς – όπως ακριβώς είχε πράξει στο παρελθόν ζητώντας τη σύλληψη του ρώσου προέδρου Πούτιν, του πρώην προέδρου των Φιλιππίνων Ντουτέρτε και της ηγεσίας των Ταλιμπάν.

Αυτή τη φορά, όμως, οι επικριτές του Χαν κατάφεραν να ανοίξουν μια συζήτηση περί πιθανής απομάκρυνσής του, με τις κατηγορίες για σεξουαλικά ανάρμοστη συμπεριφορά να αποτελούν την αιχμή του δόρατος. Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση όπου ένας θεσμός αποτυγχάνει να υποβάλει ένα εσωτερικό του ζήτημα στις Αρχές (συγκεκριμένα, στο κράτος δικαίου) που υποτίθεται ότι προασπίζεται σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αν και μια εσωτερική δικαστική επιτροπή εξέτασε τις καταγγελίες και έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται παράπτωμα, όσοι πιέζουν για την απομάκρυνση του Χαν δεν έχουν καταθέσει τα όπλα. Τα κράτη-μέλη του ΔΠΔ ετοιμάζονται τώρα να συγχωνεύσουν σε μία ενιαία ψηφοφορία δύο διαφορετικά ερωτήματα: αν υπήρξε σοβαρό παράπτωμα και αν ο εισαγγελέας πρέπει να απομακρυνθεί από τη θέση του.

Καθώς η υπόθεση Χαν αποτελεί προφανώς μέρος μιας ευρύτερης επίθεσης κατά του ΔΠΔ, αξίζει να στρέψουμε την προσοχή μας στην ταυτότητα των επικριτών του Δικαστηρίου και στις επιδιώξεις τους. Στις 13 Ιουλίου, ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δημοσίευσε άρθρο στη «Wall Street Journal» με τίτλο που δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας: «Γιατί αποδομούμε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο». Ο Ρούμπιο παρουσίασε αυτή την προσπάθεια ως πολιτισμική σταυροφορία.

Το ΔΠΔ πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητο και σίγουρα δεν πρέπει να υποχωρήσει μπροστά σε όσους θέλουν να το διαλύσουν «κομμάτι-κομμάτι». Ο Χαν επέδειξε το θάρρος και το σθένος να ζητήσει εντάλματα σύλληψης για υπόπτους που τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Δικαστηρίου θα θεωρούνταν ότι κανείς δεν μπορεί να ακουμπήσει. Σε μια εποχή κατά την οποία η Διεθνής ποινική δικαιοσύνη και το κράτος δικαίου δέχονται μια καθολική, κατά μέτωπο επίθεση, κυρίως από κατηγορούμενους για εγκλήματα πολέμου, ο ίδιος δικαιούται αναγνώριση και στήριξη.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail