Η ολοκλήρωση του τουρνουά Roland Garros στο Παρίσι ανέδειξε, πέρα από το υψηλό αγωνιστικό επίπεδο, και τους σοβαρούς κινδύνους που εγκυμονεί η άσκηση σε συνθήκες ακραίας ζέστης. Η κατάρρευση του τενίστα Γιανίκ Σίνερ κατά τη διάρκεια του αγώνα του με συναθλητη του όταν η θερμοκρασία άγγιζε τους 33°C και η υγρασία ήταν ιδιαίτερα υψηλή, υπενθύμισε ότι οι ακραίες καιρικές συνθήκες μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο ακόμη και τους κορυφαίους αθλητές.
Κατά την έντονη σωματική δραστηριότητα οι μύες παράγουν μεγάλες ποσότητες θερμότητας. Οταν αυτή συνδυάζεται με υψηλή θερμοκρασία περιβάλλοντος, ο οργανισμός ενεργοποιεί μηχανισμούς αποβολής της θερμότητας, όπως η εφίδρωση και η αύξηση της αιματικής ροής προς το δέρμα. Ωστόσο, σε συνθήκες υπερβολικής ζέστης, υγρασίας ή παρατεταμένης άσκησης, οι μηχανισμοί αυτοί μπορεί να μην επαρκούν.
Οταν η θερμοκρασία του σώματος υπερβεί τους 39°C, εμφανίζεται υπερθερμία, η οποία επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα και το καρδιαγγειακό σύστημα. Η μεγάλη απώλεια υγρών μέσω του ιδρώτα μειώνει τον όγκο του αίματος και δυσκολεύει την καρδιά να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να προκληθεί θερμοπληξία ή κατάρρευση, καταστάσεις που απαιτούν άμεση ψύξη του σώματος και ταχεία αναπλήρωση υγρών. Η αντοχή στη ζέστη διαφέρει σημαντικά από άτομο σε άτομο. Η καλή φυσική κατάσταση, η σταδιακή προσαρμογή σε θερμό περιβάλλον και η σωστή ενυδάτωση πριν από την άσκηση αυξάνουν την ανθεκτικότητα του οργανισμού. Παράλληλα, γενετικοί παράγοντες, η σύσταση του σώματος, η ηλικία και το φύλο επηρεάζουν την ικανότητα θερμορρύθμισης. Τα άτομα με αυξημένο ποσοστό σωματικού λίπους, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο υπερθέρμανσης.
Επιπλέον, ορισμένα νοσήματα, όπως η καρδιακή ανεπάρκεια, ο διαβήτης, η παχυσαρκία και οι νεφρικές ή νευρολογικές παθήσεις, καθώς και φάρμακα όπως τα διουρητικά, οι β-αναστολείς και ορισμένα αντικαταθλιπτικά, αυξάνουν την ευπάθεια στη θερμική καταπόνηση. Η κατανάλωση αλκοόλ επιδεινώνει τον κίνδυνο λόγω αφυδάτωσης.
Οι ειδικοί συνιστούν προσαρμογή του οργανισμού στη ζέστη για μία έως δύο εβδομάδες, επαρκή ενυδάτωση με αναπλήρωση ηλεκτρολυτών, χρήση τεχνικών ψύξης πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την άσκηση, καθώς και ελαφρύ, ανοιχτόχρωμο και διαπνέον ρουχισμό. Εξίσου σημαντική είναι η αποφυγή προπόνησης τις θερμότερες ώρες της ημέρας και η έγκαιρη αναγνώριση συμπτωμάτων όπως ζάλη, αποπροσανατολισμός, έντονη αδυναμία και πτώση της απόδοσης, ώστε να προληφθούν σοβαρές επιπλοκές.
Ο Κώστας Τσιούφης είναι καθηγητής Καρδιολογίας ΕΚΠΑ – Α’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών








