Πρώτα, πρέπει να συνεννοηθούμε και να συμφωνήσουμε ότι το πολίτευμα που προτιμάμε και στο οποίο θέλουμε να ζήσουμε εμείς και τα παιδιά μας είναι η Δημοκρατία.
Κατά δεύτερο λόγο, οφείλουμε να ενημερωθούμε για τις βασικές αρχές και αξίες της Δημοκρατίας και να «ορκιστούμε» ότι θα τις τηρήσουμε.
Κατά τρίτον, πρέπει να σεβόμαστε τους θεσμούς της Δημοκρατίας, ακόμα κι αν οι φορείς και οι θεματοφύλακες τούς παραβιάζουν και τους απαξιώνουν.
Κατά τέταρτον, οφείλουμε να εκπαιδευτούμε στις υποχρεώσεις – και όχι μόνο στα δικαιώματα – του δημοκρατικού πολίτη. Κατά πέμπτον, πρέπει να είμαστε κάθε στιγμή έτοιμοι κι αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε τη Δημοκρατία, απ’ όπου (βία, τρομοκρατία) κι απ’ όποιον (αυταρχισμός, καταστολή από εξουσίες), κι αν κινδυνεύει.
Μόνον αν συντρέχουν κι αν έχουμε αποδεχτεί τα παραπάνω αξίζει τον κόπο να συζητήσουμε για τις ελλείψεις και τις παθογένειες στη λειτουργία του πολιτεύματος. Αν κάποια από αυτές τις προϋποθέσεις δεν ισχύει, τότε κάθε προσπάθεια διαλόγου θα είναι σισύφεια. Προφανώς η Δημοκρατία, ως περιεχόμενο κι ως έκφραση, μετεξελίσσεται με τον καιρό, όμως η φύση, το νόημα και οι αξίες της παραμένουν αναλλοίωτες.
Προφανώς μία στατική και μη δυναμική Δημοκρατία θα καταλήγει σε κόπωση. Μία όμως δημοκρατική λειτουργία, χωρίς ασφαλή «συστατική θεμελίωση», δηλαδή δίχως την επαρκή συναίνεση των πολιτών, θα είναι συνεχώς μετέωρη. Πάντοτε θα υπάρχει προβληματισμός για το αν η Δημοκρατία των σοφών, των ειδικών επιστημόνων, των «κουμπιών» θα είναι καλύτερη. Πάντοτε οι συνθήκες ανισότητας, αδικίας, φτώχειας, αποκλεισμού θα θέτουν σε αμφισβήτηση τη δημοκρατική νομιμοποίηση.
Υπάρχει, όμως, κάποιος εχέφρων και μη φανατικός, ο οποίος να ισχυρίζεται, μετά λόγου γνώσεως ότι η δημοκρατία (;) των κουκουλοφόρων, των αναρχικών – των πάσης φύσεως ακραίων φονταμενταλιστών – , θα παρέχει περισσότερες εγγυήσεις για τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των υπολοίπων; Η Δημοκρατία είναι το πολίτευμα της αισιοδοξίας κι όχι του μοιρολατρικού φόβου, της ήπιας διαχείρισης των συγκρούσεων κι όχι της εκδικητικότητας, του λαού κι όχι του όχλου, των πολλών κι όχι των ελίτ. Δεν φταίνε, όμως, πάντοτε οι θεσμοί για τις παρεκκλίσεις. Την ίδια φθορά επιτελούν κι οι πολίτες, που αδιαφορούν για τους νόμους και λοιδορούν τους νομοταγείς.
Οι εχθροί της Δημοκρατίας δεν είναι πάντοτε αόρατοι. Κυκλοφορούν δίπλα μας, επικαλούνται το κράτος δικαίου, ενώ δεν τηρούν κανένα όριο και κανόνα της δημοκρατικής συμβίωσης. Τάσσομαι κατά της Δημοκρατορίας (Ρούντι Ρινάλντι), δηλαδή της προσχηματικής και μόνον κατ’ όνομα «δημοκρατίας», αλλά έχω μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους ορατούς – αν και συχνά θολωμένους – θεσμούς της Δημοκρατίας από τους «γνωστούς αγνώστους», οι οποίοι θέλουν με τη βία να επιβάλουν ένα μοντέλο διακυβέρνησης, που ούτε οι ίδιοι γνωρίζουν ούτε ο λαός τούς έχει εξουσιοδοτήσει για κάτι τέτοιο.
ΥΓ. Το τεκμήριον αθωότητας ή ισχύει για όλους – κι όχι μόνο για τους «δικούς μας» – ή καλό θα ήταν να μετονομαζόταν σε «τεκμήριον ενοχής» – και ο κάθε ύποπτος να είχε το βάρος απόδειξης της αθωότητάς του. Δυστυχώς προς τα εκεί οδεύομεν.
ΥΓ. 2 Ούτε το κάθε κράτος δικαίου είναι «κοινωνικά δίκαιο κράτος», ούτε η à la carte επίκληση των αρχών του κράτους δικαίου από ένα κόμμα ή έναν ηγέτη –συνήθως σε συνάρτηση από το ποιος τις παραβιάζει – καθιστά τους ίδιους αυτομάτως «δίκαιους».
ΥΓ. 3 Ο νόμος του Τζον Γουέιν, δηλαδή επιβάλλει τον νόμο του όποιος τραβήξει πρώτος πιστόλι και πυροβολήσει τον αντίπαλο, δεν ισχύει ούτε για τους αστυνομικούς – πολλώ μάλλον που έχουν ως καθήκον να μας προστατεύουν – ούτε για τους «τρομοκράτες» – πολλώ μάλλον που ουδείς έχει νομιμοποιήσει πολιτικά ή ηθικά τις πράξεις/εγκλήματά τους.








