Ήταν όλες φοιτήτριες. Γνώρισαν τον δράστη σε ένα μπαρ ή σε κάποιο κέντρο διασκέδασης. Ήπιαν μαζί του ένα ποτό και λίγο μετά άρχισαν να νιώθουν έντονη ζάλη. Έχασαν τον έλεγχο του σώματός τους, δεν μπορούσαν να αντιδράσουν και όταν συνήλθαν, διαπίστωσαν ότι είχαν πέσει θύματα βιασμού.
Δεν πρόκειται για συμπτώσεις· το νήμα που τις ενώνει είναι το λεγόμενο «χάπι του βιασμού» για το οποίο έχει σημάνει συναγερμός το τελευταίο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με διεθνή στοιχεία, τα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης έπειτα από χορήγηση τέτοιων ουσιών έχουν αυξηθεί κατά 300% την τελευταία τριετία, ενώ στην Ελλάδα οι καταγγελίες πληθαίνουν.
Μόλις πριν από λίγες ημέρες, σε νησί του Ιονίου αναφέρθηκε περιστατικό στο οποίο τουλάχιστον πέντε τουρίστριες από τη Σουηδία εμφάνισαν συμπτώματα που ήγειραν υποψίες για χορήγηση χαπιού του βιασμού, ενώ ακολούθησε και δεύτερη καταγγελία γυναίκας η οποία ανέφερε ότι της χορηγήθηκε ενέσιμη ουσία.
Η έκταση του προβλήματος έγινε αντιληπτή πριν από λίγους μήνες, όταν κατά τη διάρκεια επίσκεψης της υφυπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Ελενας Ράπτη, σε Δομή του Δικτύου Προστασίας για γυναίκες-θύματα έμφυλης βίας, στο κέντρο της Αθήνας, στέλεχος της Δομής ανέφερε ότι από τα 15 περιστατικά βιασμού που είχαν αντιμετωπίσει το προηγούμενο διάστημα, τα 11 παρέπεμπαν στη χρήση χαπιού του βιασμού.
Η αναφορά προκάλεσε προβληματισμό. Η υφυπουργός ζήτησε να διερευνηθεί αν αντίστοιχη εικόνα υπήρχε και στα υπόλοιπα συμβουλευτικά κέντρα της χώρας. «Αρχικά δεν προέκυπτε κάτι τέτοιο», λέει σήμερα στα «ΝΕΑ». «Λίγο αργότερα βρέθηκα σε άλλη Δομή, στη Βόρειο Ελλάδα, και ρώτησα αν είχαν περιστατικά με χάπια του βιασμού. Η απάντηση ήταν αρνητική. Όταν όμως η ερώτηση τέθηκε διαφορετικά, αν δηλαδή είχαν γυναίκες που περιέγραφαν τα χαρακτηριστικά συμπτώματα τέτοιων ουσιών, τότε διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις».
Τα «αόρατα» περιστατικά
Το στοιχείο αυτό ανέδειξε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που συνοδεύουν τις συγκεκριμένες υποθέσεις: πολλά περιστατικά παραμένουν αόρατα, όχι επειδή δεν υπάρχουν, αλλά επειδή δεν αναγνωρίζονται εγκαίρως. «Η εκπαίδευση των επαγγελματιών που έρχονται πρώτοι σε επαφή με τα θύματα είναι καθοριστικής σημασίας», τονίζει η υφυπουργός.
«Στο υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας αναπτύσσουμε συνεργασίες με τα υπουργεία Υγείας, Παιδείας και Δικαιοσύνης, τον ΕΟΠΑΕ και το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Armadillo, με στόχο την πρόληψη, την έγκαιρη αναγνώριση και την αποτελεσματική αντιμετώπιση των περιστατικών». Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Armadillo ξεκίνησε πριν από ενάμιση χρόνο, με τη συμμετοχή 17 οργανισμών από 11 χώρες και συντονίστρια την Ελλάδα μέσω του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος».
Το σχέδιο δράσης περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την εκπαίδευση περίπου 200 στελεχών των συμβουλευτικών κέντρων, των ξενώνων φιλοξενίας και της τηλεφωνικής γραμμής 15900, ενώ από το φθινόπωρο, σε συνεργασία με το πρόγραμμα Armadillo, θα υλοποιηθεί εκστρατεία ενημέρωσης σε λύκεια και πανεπιστήμια – με έμφαση στις ηλικίες 15 έως 25 ετών.
Τη νέα ακαδημαϊκή χρονιά θα προκηρυχθεί διαγωνισμός, ώστε οι ίδιοι οι μαθητές να δημιουργήσουν την αφίσα και το οπτικοακουστικό υλικό της καμπάνιας, ενώ στα μέσα Ιουλίου η Ελενα Ράπτη θα συναντηθεί με τους πρυτάνεις και τις επιτροπές ισότητας των ΑΕΙ. Παράλληλα, σχεδιάζονται δράσεις ενημέρωσης σε χώρους εστίασης και διασκέδασης, ώστε εργαζόμενοι και επαγγελματίες να μπορούν να αναγνωρίζουν εγκαίρως ύποπτα περιστατικά και να καθοδηγούν τα πιθανά θύματα.
«Υποπτη» παρουσία
Οι ειδικοί εξηγούν ότι ένας βιαστής συνήθως εξαφανίζεται. Εκείνος που έχει χορηγήσει ύποπτη ουσία κάνει το αντίθετο: την επόμενη ημέρα επικοινωνεί με το θύμα, της στέλνει μήνυμα και επιδιώκει να τη συναντήσει ξανά, επιχειρώντας να παρουσιάσει τον βιασμό, ως μια συναινετική σεξουαλική επαφή.
Το θύμα δεν μπορεί να ανακαλέσει με σαφήνεια τι συνέβη. Θυμάται μόνο ότι έχασε τον έλεγχο του σώματός του και ότι αδυνατούσε να αντιδράσει. Έτσι, η αμφιβολία που δημιουργείται λειτουργεί συχνά υπέρ του δράστη.
Η GHB είναι η πιο γνωστή από τις ουσίες που χρησιμοποιούνται, ωστόσο δεν είναι η μοναδική. Οι ουσίες αυτές είναι άοσμες και άγευστες, προκαλούν ταχεία καταστολή του νευρικού συστήματος, έντονη υπνηλία, σύγχυση, απώλεια ελέγχου, αδυναμία αντίδρασης – όλα αυτά μέσα σε μόλις 15 λεπτά – και συνήθως αφήνουν κατακερματισμένη τη μνήμη των θυμάτων.
Επειδή το θύμα βρίσκεται σε καταστολή, δεν φέρει εμφανή σημάδια βίας, γεγονός που δυσχεραίνει, τόσο την αναγνώριση όσο και τη διερεύνηση των υποθέσεων, ενώ πολλές από τις ουσίες αυτές αποβάλλονται σχετικά γρήγορα από τον οργανισμό, με αποτέλεσμα η έγκαιρη καταγγελία για πιθανά περιστατικά να θεωρείται κρίσιμη.








