Η Ρωσία χρησιμοποίησε τον λεγόμενο «σκιώδη στόλο» των δεξαμενόπλοιων και εμπορικών πλοίων της ως κινητές πλατφόρμες εκτόξευσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), πραγματοποιώντας επί 19 μήνες μια συντονισμένη επιχείρηση συλλογής πληροφοριών και δοκιμής των ευρωπαϊκών αμυντικών αντανακλαστικών.
Σύμφωνα με νέα έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (IISS) με έδρα το Λονδίνο, σχεδόν 150 παραβιάσεις του εναέριου χώρου σε περισσότερες από δώδεκα χώρες του ΝΑΤΟ και την Ιρλανδία επέτρεψαν στη Μόσχα να χαρτογραφήσει κρίσιμα κενά στην αντιαεροπορική άμυνα της Συμμαχίας, ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αδυνατούσαν να διαμορφώσουν κοινή αντίδραση.
Σύμφωνα με στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, η εκστρατεία στόχευσε πυρηνικές εγκαταστάσεις, στρατιωτικές βάσεις, αεροδρόμια και ενεργειακές υποδομές, με τις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών να επιχειρούν επί μακρόν, εκμεταλλευόμενες τόσο τις επιχειρησιακές αδυναμίες της ευρωπαϊκής αεράμυνας όσο και τα κενά των κανόνων εμπλοκής και της σχετικής νομοθεσίας.
Την ίδια στιγμή, η Μόσχα κλιμακώνει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της στην Ουκρανία, εξαπολύοντας μία από τις σφοδρότερες αεροπορικές επιθέσεις κατά του Κιέβου από την έναρξη του πολέμου, ενώ στο πολιτικό παρασκήνιο της χώρας αναδύονται νέα δεδομένα, καθώς ο πρώην αρχηγός των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, Βαλέρι Ζαλούζνι, εμφανίζεται αποφασισμένος να διεκδικήσει την προεδρία, εφόσον προκηρυχθούν εκλογές.
Οπως επισημαίνει η έκθεση του IISS, οι στόχοι δεν ήταν τυχαίοι. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονται η βρετανική αεροπορική βάση RAF Λέικενχιθ στο Σάφολκ, η οποία προετοιμαζόταν να φιλοξενήσει αμερικανικά πυρηνικά όπλα, η γαλλική βάση πυρηνικών υποβρυχίων στη Βρετάνη, καθώς και στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες και τη Γερμανία. Παράλληλα, καταγράφηκαν πτήσεις πάνω από αεροδρόμια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, λιμάνια και κρίσιμες υποδομές, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η παρουσία ρωσικών πλοίων κοντά στα σημεία των παραβιάσεων ενίσχυσε την εκτίμηση ότι χρησιμοποιήθηκαν ως κινητές βάσεις εκτόξευσης, ανάκτησης ή αναμετάδοσης σημάτων των drones.
Η ανάλυση του IISS καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επιχείρηση είχε πολλαπλούς σκοπούς: τη χαρτογράφηση των συστημάτων αεράμυνας του ΝΑΤΟ, την παρακολούθηση της πυρηνικής αποτρεπτικής δύναμης της Συμμαχίας, την καταγραφή στρατιωτικών γραμμών ανεφοδιασμού και την άσκηση οικονομικής και ψυχολογικής πίεσης στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η Ρωσία δοκίμασε στην πράξη τους χρόνους αντίδρασης των ευρωπαϊκών κρατών, τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι κανόνες εμπλοκής, διαπιστώνοντας ότι τα περισσότερα κράτη αντιμετώπιζαν τα περιστατικά ως μεμονωμένα συμβάντα και όχι ως μέρος μιας ενιαίας υβριδικής εκστρατείας. Οπως επεσήμανε ο συντάκτης της έκθεσης Τσάρλι Εντουαρντς, «το μοτίβο γίνεται εμφανές όταν τα περιστατικά εξετάζονται συλλογικά».
Δημοσίευμα των «Financial Times» επισημαίνει ότι σε πολλές περιπτώσεις τα drones δεν καταρρίφθηκαν επειδή πετούσαν πάνω από κατοικημένες περιοχές ή επειδή οι ισχύοντες κανόνες εμπλοκής δεν επέτρεπαν την ανάληψη στρατιωτικής δράσης.
Η Ρωσία έχει αρνηθεί και στο παρελθόν οποιαδήποτε εμπλοκή στα συγκεκριμένα περιστατικά. Ερωτηθείς σχετικά με την έκθεση του IISS και τα συμπεράσματά της, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ απάντησε: «Τι σχέση έχουμε εμείς με όλα αυτά;».
Οπως αναφέρει δημοσίευμα της «Guardian», επικαλούμενο την έκθεση, τα drones εκτοξεύονταν από πλοία που έπλεαν με απενεργοποιημένους τούς αναμεταδότες εντοπισμού (AIS) στα ανοικτά ακτών των χωρών-στόχων. Αλλα πλοία εκτιμάται ότι λειτουργούσαν ως μέσα περισυλλογής των drones ή ως αναμεταδότες σήματος, αξιοποιώντας τεχνικές ελέγχου μη επανδρωμένων αεροσκαφών που αναπτύχθηκαν αρχικά στον πόλεμο της Ουκρανίας.








