Τι σημαίνει να δίνεις φωνή σε μια μορφή που έχει ταυτιστεί με την αδυναμία της να εισακουστεί; Και πώς μπορεί ένα από τα πιο πυκνά και απαιτητικά έργα της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας να μετατραπεί σε μια βαθιά σωματική εμπειρία; Η ιταλοσουηδή ηθοποιός και σκηνοθέτις Τζέμα Χάνσον Καρμπόνε – που έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με τον Θόδωρο Τερζόπουλο, τον Μιχαήλ Μαρμαρινό και την Ελλη Παπακωνσταντίνου και υπέγραψε τις δράσεις αφηγηματικής αρχαιολογίας στην Ελευσίνα (2024) – μετά τη σκηνική της συνομιλία με το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη επιστρέφει στο έργο του συγγραφέα επιλέγοντας αυτή τη φορά τον «Ευαγγελισμό της Κασσάνδρας».

Η Κασσάνδρα της δικής σας παράστασης δεν είναι πια «η καταραμένη προφήτισσα», αλλά η φωνή ενός κόσμου όπου τα αντίθετα συμφιλιώνονται. Είναι ζητούμενο της εποχής μας η ριζική αναθεώρηση του μύθου; Και πρακτικά, πώς αλλάζει τον τρόπο που η Κασσάνδρα παρουσιάζεται επί σκηνής;

Η παραδοσιακή Κασσάνδρα διαλύεται. Είναι διχασμένη ανάμεσα στην αλήθεια που βλέπει και στην αδυναμία να τη μεταδώσει. Το σώμα της βρίσκεται σε κρίση. Η δική μου Κασσάνδρα δεν πολεμά αυτή τη διάσπαση. Κατοικεί ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές. Αυτό αλλάζει τα πάντα. Η κίνησή της δεν προέρχεται από σπασμωδικότητα αλλά από μια μορφή ενσωμάτωσης. Αναπνέει βαθιά, όχι με την κοφτή αναπνοή του πανικού, αλλά τη μακριά, συνειδητή αναπνοή εκείνου που έχει αποδεχθεί το βάρος όσων φέρει. Τα δίπολα που κρατά – γένεση και καταστροφή, ναι και όχι, ανθρώπινο και θείο – δεν συγκρούονται μέσα της. Συνυπάρχουν. Και αυτό είναι, παράδοξα, πολύ πιο ανησυχητικό για το κοινό από οποιαδήποτε ένταση.

Ο μυθικός χαρακτήρας της Κασσάνδρας τιμωρείται διότι κανείς δεν την πιστεύει. Η δική σας, όπως λέτε, ξαναβρίσκει τη φωνή της «όχι για να την πιστέψουν, αλλά για να την ακούσουν». Στην εποχή μας, είναι τελικά πιο δύσκολο να ακουστεί κανείς παρά να γίνει πιστευτός;

Νομίζω πως ναι. Ζούμε σε μια εποχή εξαιρετικού θορύβου: όλοι μιλούν, παράγουν, εκπέμπουν. Το δύσκολο δεν είναι πια να βρεις την πληροφορία αλλά να την ακούσεις πραγματικά. Πρόκειται για μια ρωγμή που γίνεται μέσα μας, αφορά τον ίδιο τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα. Και φυσικά είναι και εργαλείο ελέγχου, περισσότερο καταστροφικό από την απλή δυσπιστία: να σου λένε «σε ακούω» και να αισθάνεσαι ότι τίποτα δεν έφτασε στον ακροατή, τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Οταν λοιπόν λέω ότι η Κασσάνδρα δεν θέλει να την πιστέψουν αλλά να την ακούσουν, εννοώ κάτι πολύ συγκεκριμένο: θέλει να δημιουργήσει ένα γεγονός μέσα στο σώμα του ακροατή. Μια δόνηση. Κάτι που δεν μπορεί εύκολα να αρχειοθετηθεί ή να χαθεί μέσα στην αδιάκοπη κύλιση της οθόνης. Αυτό είναι που ζητώ από κάθε παράσταση: όχι συμφωνία, αλλά πραγματική συνάντηση. Οταν συναντιόμαστε, κάτι ήδη έχει συμβεί – κάτι απρόβλεπτο και ανεξέλεγκτο. Και ήδη έχουμε αλλάξει οριστικά.

Μια Κασσάνδρα που δεν αγωνίζεται πια να την πιστέψουν, που δεν τιμωρείται για το «όχι» της προς έναν θεό, φέρνει στον νου τη σημερινή συζήτηση γύρω από τις γυναικοκτονίες, όπου τόσες γυναίκες τιμωρούνται ακριβώς επειδή είπαν «όχι». Τι έχει να προσφέρει αυτή η νέα Κασσάνδρα σε αυτή τη συζήτηση;

Είναι ένα ερώτημα που κατανοώ και σέβομαι, αλλά πρέπει να είμαι ειλικρινής: το να σταθούμε μόνο σε αυτό θα ένιωθα ότι προδίδει το κείμενο και τη δική μου ανάγνωσή του. Οχι επειδή η βία κατά των γυναικών δεν είναι πραγματική, επείγουσα και καταστροφική. Είναι. Αλλά αν περιορίσουμε αυτή την Κασσάνδρα σε μια μορφή σύγκρουσης μεταξύ άνδρα και γυναίκας, κινδυνεύουμε να φυλακίσουμε ακριβώς αυτό που το έργο προσπαθεί να απελευθερώσει. Οταν πρωτοδιάβασα τον «Ευαγγελισμό της Κασσάνδρας», ένιωσα ότι ο Δημητριάδης δεν γράφει για το φύλο· γράφει για μια οντολογική συνάντηση και, σε βάθος, για μια πιθανή απάντηση στην πολιτική και ανθρώπινη αποσύνθεση της εποχής μας. Βεβαίως, ο λόγος ενσαρκώνεται μέσα από τη συνάντηση άνδρα και γυναίκας, μέσα από τη συνάντηση δύο εραστών. Αλλά η Κασσάνδρα δεν συγκρούεται με τον Απόλλωνα επειδή είναι γυναίκα απέναντι σε έναν άνδρα. Συγκρούεται με το Αλλο στην πιο απόλυτη μορφή του: το ακατανόητο, το αρνητικό, το μυστήριο, το θείο. Το «όχι» της δεν είναι πράξη ταυτότητας ή αντίστασης· είναι μυσταγωγικό πέρασμα. Και έτσι προαναγγέλλει τον «Κόσμο του Ναι», τον «Κόσμο της Επιθυμίας»: τη στιγμή που μια ανθρώπινη ύπαρξη έρχεται αντιμέτωπη με κάτι που την υπερβαίνει και δεν επιλέγει την άρνηση αλλά τη μεταμόρφωση.

Χρησιμοποιείτε τη φωνή σας «ως δύναμη που υπερβαίνει τα σωματικά όρια». Τι ρίσκο εμπεριέχει αυτή η προσέγγιση; Εχει υπάρξει στιγμή που η φωνή σας έχει πραγματικά εξαντλήσει το σώμα σας σε μια παράσταση;

Αυτό το σημείο είναι όπου ζει η παράσταση. Θα έλεγα μάλιστα ότι αν δεν φτάσω εκεί, έχω αποτύχει ως καλλιτέχνις. Το να μπορώ να προσφέρω «έναν χορό σε αυτό το όριο», όπως έλεγε ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν, σημαίνει να προσφέρω μια συλλογική εμπειρία του ανθρώπινου και του θείου. Μόνο εκεί, «σε αυτό το όριο», συμβαίνει το θέατρο.

Info: Ο Ευαγγελισμός της Κασσάνδρας» του Δημήτρη Δημητριάδη από και με την Τζέμα Χάνσον Καρμπόνε στον χώρο Ε της Πειραιώς 260 το Σάββατο στις 22.00 και την Κυριακή στις 21.00 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000