Οπως και στην ταινία του Γιώργου Λάνθιμου «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού» δεν μαθαίνουμε ποτέ τι ήταν εκείνο που προκάλεσε την «αρρώστια» του νεαρού που παρενοχλεί την οικογένεια του γιατρού, έτσι και στη γερμανική ταινία «Οσα ξέρει η Μαριέλ» (Was Marielle Weiss, Γερμανία, 2025) δεν μαθαίνουμε ποτέ πώς γίνεται και ένα δυνατό χαστούκι έφερε το ένα από τα τρία κεντρικά πρόσωπα της ταινίας, τη 12χρονη Μαριέλ (Λαένι Γκάιζελερ), στο σημείο να αντιλαμβάνεται καθετί που σκέφτονται αλλά και τα όσα έχουν πράξει οι γονείς της (Τζούλια Τζεντς, Φέλιξ Κράμερ), χωρίς να τους βλέπει.

Σε αντίθεση όμως με την ταινία του έλληνα σκηνοθέτη, η ταινία «Οσα ξέρει η Μαριέλ» δεν σε αφήνει παγωμένο μπροστά στο παγωμένο θέαμα, αλλά σου προκαλεί μια ποικιλία συναισθημάτων για τους τρεις ανθρώπους που παρακολουθείς. Η αρχική αμηχανία που προκύπτει από μια «μεταφυσική» και σεναριακώς ανεξήγητη, αν όχι παράλογη, κατάσταση μετατρέπεται σιγά σιγά σε αποδοχή κινώντας ουσιαστικά το ενδιαφέρον σου για τους τρεις ήρωες και τις μεταξύ τους σχέσεις.

Ο σκηνοθέτης Φρέντερικ Χάμπαλεκ φλερτάρει αρκετά με το χιούμορ, όχι όμως καταγράφοντας καταστάσεις που στόχο έχουν να προκαλέσουν εύκολο γέλιο, έτσι όπως είχε συμβεί με την κωμωδία φαντασίας «Αυτό που θέλουν οι γυναίκες» (ύστερα από ένα ατύχημα ο Μελ Γκίμπσον «ακούει» τις σκέψεις των γυναικών), αλλά επειδή νιώθεις ότι θέλει πραγματικά κάτι να πει για αυτές τις σχέσεις μέσα από τη διαχείριση της κατάστασης από τους γονείς. Πώς αλήθεια θα τη διαχειριστούν; Προφανώς, η δυσπιστία είναι η πρώτη αντίδραση (θα συνέβαινε με τον καθένα μας στη θέση τους). Για παράδειγμα, ο καχύποπτος πατέρας είναι σίγουρος ότι η κόρη του κάτι έχει κάνει με το κινητό της και τους παρακολουθεί.

Τι γίνεται όμως όταν το κορίτσι αναφέρει χαρτί με καλαμάρι κάθε λεπτομέρεια των πράξεων των γονιών του – λεπτομέρειες που θα ήταν αδύνατον να ξέρει αν δεν ήταν παρούσα; Γιατί αυτή η μεταφυσική διάσταση της ταινίας, εδώ, είναι απλώς το πρόσχημα για ένα καίριο σχόλιο γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις μα και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης. Ισως, τελικά, αυτό που η ταινία «Οσα ξέρει η Μαριέλ» θέλει να πει είναι ότι η αγάπη δεν έχει όρια. Αν αγαπάμε κάποιον αληθινά, οφείλουμε να τον δεχτούμε σε όλες τις εκφάνσεις του, με όλα τα καλά αλλά και όλα τα στραβά του.

Δείπνο για ζευγάρια

Τα θεμέλια της ταινίας «Η πρόσκληση» (The invite, ΗΠΑ, 2026) που σκηνοθέτησε η ηθοποιός Ολίβια Γουάιλντ, κρατώντας για τον εαυτό της έναν από τους τέσσερις κεντρικούς ρόλους, βρίσκονται σε μια ισπανική παραγωγή του 2020, τους «Γείτονες από πάνω» του Τσεσκ Γκάι, που αναφέρεται στις συνέπειες της επίσκεψης ενός ζευγαριού στο σπίτι των γειτόνων του, στην ίδια πολυκατοικία.

Το αμερικανικό μοντέλο είναι αρκετά διαφορετικό και το πλαίσιο στο οποίο η ταινία κινείται ξεφεύγει από την καθαρά κωμική διάσταση της πρωτότυπης που μάλλον έχει ξεχαστεί. Στην ταινία της Γουάιλντ νιώθεις ότι παρακολουθείς κάτι βαθύτερο, ουσιαστικότερο και σίγουρα πιο δραματικό. Ολα αρχίζουν και τελειώνουν από μια έννοια, και αυτή είναι η ειλικρίνεια (κάτι που με έναν άλλο τρόπο ισχύει και στην ταινία «Οσα ξέρει η Μαριέλ» που επίσης προβάλλεται αυτή την εβδομάδα). Η Γουάιλντ υποδύεται την Αντζελα, σύζυγο του Τζο (Σεθ Ρόγκεν), αποτυχημένου μουσικού που κάποτε είχε ένα hit αλλά τώρα διδάσκει μουσική σε μια σχολή της πλάκας και σε παιδιά που βαριούνται. Η σκιά του ανεκπλήρωτου ονείρου βαραίνει καθημερινά την ατμόσφαιρα στο σπίτι και ο αρχικός έρωτας, από τον οποίο έχει προκύψει ένα παιδί, έχει μετατραπεί σε ρουτίνα.

Στην αντίθετη όχθη βρίσκεται το ζευγάρι των επισκεπτών. Πιο cool δεν θα μπορούσε να είναι. Η Πενέλοπε Κρουζ είναι η Πίνα, που επαγγέλλεται ψυχαναλύτρια και σεξολόγος, ενώ ο σύζυγός της Χοκ (Εντουαρντ Νόρτον) είναι συνταξιούχος «πυρομαχητής» – που σημαίνει πυροσβέστης αλλά… όχι ακριβώς. Οπότε κατά τη διάρκεια ενός δείπνου που ο Τζο δεν θέλει και η Αντζελα – με την οποία τσακώνεται συνέχεια – επιδιώκει, η ταινία εξελίσσεται σε απολαυστική αρένα λεκτικών «συγκρούσεων», ανταγωνισμών και νοοτροπιών, όχι μόνο ανάμεσα στα δύο ζευγάρια αλλά και ανάμεσα στα μέλη του κάθε ζευγαριού.

Η ιστορία κρύβει πολλές εκπλήξεις ενδιαμέσως, τις οποίες η Γουάιλντ χειρίζεται χωρίς υπερβολές και όποτε χρειάζεται με χιούμορ, κυρίως από την πλευρά του Τζο, ο οποίος, κατά κάποιο τρόπο και χάρη στην ανεπιτήδευτη ερμηνεία του Ρόγκεν, είναι το κέντρο βάρους της ιστορίας. Δάνεια υπάρχουν από παντού – το πρώτο που έρχεται στο μυαλό είναι το αριστούργημα του Ινγκμαρ Μπέργκμαν «Σκηνές από έναν γάμο», και δεν είναι το μόνο –, όμως η Γουάιλντ είναι πολύ προσεκτική στην αφήγηση και κυρίως καταφέρνει να ξεφύγει από τη θεατρική κατά βάση δομή του έργου και να το κάνει μια απολύτως κινηματογραφική εμπειρία.

Ο Νταφόε… Ωνάσης

Αν γνωρίζεις λίγα πράγματα για πρόσωπα που έχουν αφήσει το δικό τους σημάδι στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, δεν θα χρειαστεί πολύ για να αντιληφθείς ότι ο Μάρκος Τιμολέων, ο πάμπλουτος κεντρικός ήρωας της ταινίας «Πάρτι γενεθλίων» (The birthday party, Ελλάδα / Ισπανία / Αγγλία / Ολλανδία, 2025) του Μιγέλ Ανχελ Χιμένεθ είναι το alter ego του εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση – παρότι αυτό το ονοματεπώνυμο ποτέ δεν αναφέρεται. Εμπνευσμένο από το μπεστ σέλερ, ομότιτλο μυθιστόρημα του Πάνου Καρνέζη (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα), το έργο του Χιμένεθ είναι ένα διάρκειας μιάμισης μέρας κομμάτι της ζωής του Τιμολέοντος, ενός σκληρού, αδίστακτου επιχειρηματία αλλοτινών εποχών που αποδεικνύεται ακόμα σκληρότερος με την ίδια την οικογένειά του – και κυρίως την κόρη του (Βικ Κάρμεν Σόνε).

Από την αρχή ξέρουμε όμως ότι μέσα στην ευγενή αλαζονεία του τούτος ο σύγχρονος Ιούλιος Καίσαρας είναι επίσης ένας πληγωμένος άνθρωπος. Μια ανομολόγητη απώλεια τον έχει φυλακίσει σε έναν κόσμο ψευδαισθήσεων, από όπου μπορεί και ορίζει το μέλλον των άλλων χωρίς να έχει ιδέα για το τι ακριβώς συμβαίνει γύρω του. Το πρόβλημα είναι ότι ενώ όλα τα παραπάνω ακούγονται συναρπαστικά, τα δρώμενα στο ιδιόκτητο νησί κατά τη διάρκεια του πάρτι γενεθλίων της κόρης του Τιμολέοντος κάθε άλλο παρά συναρπαστικά είναι.

Για την ακρίβεια, αγγίζουν τα όρια της πλήξης γιατί ενώ έχεις την αίσθηση ότι η ταινία θέλει να αποκτήσει την εικόνα ενός σοβαρού ψυχοδράματος για την παρακμή και την (αυτο)τιμωρία ενός πάμπλουτου ανθρώπου, νιώθεις επίσης ότι είναι φτιαγμένη από τη μαγιά μιας σαπουνόπερας τύπου «Δυναστεία», με το πρόσωπο του Γουίλεμ Νταφόε να «ξεχειλίζει» σχεδόν… απειλητικά από την οθόνη. Το «Πάρτι γενεθλίων» δεν είναι φυσικά ο ορισμός του κιτς όπως είναι ο «Ελληνας μεγιστάνας» (1976) με τον Αντονι Κουίν, επίσης σε ρόλο alter ego Ωνάση, αλλά σίγουρα έχει την ανάγκη μιας νότας σαρκαστικού χιούμορ που θα μπορούσε προσθέσει λίγο αλατοπίπερο σε ένα άνοστο πιάτο. Ομως δεν είναι όλοι Πάολο Σορεντίνο, σωστά;

Η σκοτεινή πλευρά των παιδιών

Παιδιά βρίσκονται σε πρώτο πλάνο στην «Πανούκλα» (The plague, ΗΠΑ, 2026), μία ακόμη ταινία που αναζητεί τρόπους για να εισχωρήσει στον μυστηριώδη παιδικό ψυχισμό που, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, τόσο από τη ζωή όσο και από τον κινηματογράφο, συχνά επιφυλάσσει δυσάρεστες εκπλήξεις (στο σινεμά τα παραδείγματα βρίθουν με ταινίες όπως το «Child’s play» του Σίντνεϊ Λουμέτ ή το «Δείπνο» του Αρι Φόρμαν, όπου δύο ζευγάρια γονέων προσπαθούν να καταλάβουν τι οδήγησε τα παιδιά τους να κάψουν ζωντανή μια άστεγη).

Εδώ, το ομαδικό πλαίσιο, της «αγέλης», δίνει τον τόνο της ταινίας, στην οποία παρακολουθούμε αγόρια που βρίσκονται συγκεντρωμένα στον ίδιο χώρο (κατασκήνωση water polo) να έχουν βάλει στόχο ένα άλλο αγόρι που πάσχει από μια σπάνια (και μεταδοτική) δερματική πάθηση. Το γεγονός αυτό θα γίνει αφορμή για την καταγραφή μιας σειράς επεισοδίων που ενδιαφέρονται κυρίως για τη θρίλερ διάσταση του θέματος με την εικονογράφηση φρικαλέων στιγμιοτύπων, όπως το κόψιμο ενός δαχτύλου με ψαλίδι. Πολλές σκηνές διαδραματίζονται στην πισίνα, με τα μικρά σώματα να περιφέρονται γυμνά και ευάλωτα σε όλους τους κινδύνους – κάτι που σε αναγκάζει να κοιτάζεις την οθόνη με επιφύλαξη, μπας και συμβεί κάτι που δεν το περιμένεις.

Και αυτό είναι λίγο κρίμα γιατί η ταινία του Τσάρλι Πόλινγκερ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μια καλά στημένη αλληγορία σχολιάζοντας τον «πόλεμο» προς τη διαφορετικότητα και την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει σε μια «κοινωνία» απορρίπτοντας όσους δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο (παίζουν: Εβερετ Μπλανκ, Τζόελ Ετζερτον κ.ά.).

Αποδόμηση του Ρομπέν

Δεν ξέρω αν είναι ιδέα μου, αλλά εδώ και μερικά χρόνια διακρίνεις στον κινηματογράφο μια τάση αποδόμησης ηρώων που έχουν καταγραφεί στη μνήμη ως μύθοι και «Ο θάνατος του Robin Hood» (The death of Robin Hood, ΗΠΑ, 2026) ανήκει σε αυτές τις ταινίες. Ο σκηνοθέτης Μάικλ Σαρνόσκι μάς ζητάει να ξεχάσουμε καθετί ρομαντικό σε σχέση με τον προστάτη των φτωχών και πολέμιο της αδικίας και να τον δεχτούμε ως στυγνό εγκληματία, ως κακοποιό του αισχίστου είδους, έτοιμο να αποκεφαλίσει καθετί που κινείται.

Για την ακρίβεια, αυτός ο τύπος εδώ που φέρει τη μορφή ενός παντελώς αγνώριστου Χιου Τζάκμαν, θυμίζει αυτό που υποτίθεται ότι ήταν ο Γουίλ Μάνι του Κλιντ Ιστγουντ στους «Ασυγχώρητους» πριν τον σώσει η γυναίκα του. Εντάξει, ο Ρομπέν των Δασών είναι ένας ήρωας παραμυθιού, οπότε ο καθένας μπορεί να τον «διαβάσει» και να τον φανταστεί όπως θέλει, ή και να τον απομυθοποιήσει ακόμα. Ωστόσο, προσωπικά, προτιμώ την απομυθοποίηση του Σον Κόνερι στην ταινία «Το ρόδον και το βέλος» (1976) του Ρίτσαρντ Λέστερ, από αυτό εδώ το φρικαλέο splatter movie (μέχρι τη μέση) που κάτω από την ομπρέλα του «ρεαλισμού», μόνο κανίβαλο δεν δείχνει τον Ρομπέν των Δασών.

«Αλβανός» Ράσελ Κρόου

Η ταινία «Το τελευταίο ρίσκο» (The get out, ΗΠΑ, 2026) του Ντέρικ Μπόρτε ξεκινά λάθος και αυτό το λάθος δυστυχώς συνεχίζεται μέχρι τους τίτλους τέλους της. Γιατί ήταν λάθος να δοθεί στον Ράσελ Κρόου ο ρόλος ενός αλβανού μετανάστη στην Αμερική, ο οποίος επαγγέλλεται ιδιοκτήτης νάιτ κλαμπ στο Λος Αντζελες και είναι αποφασισμένος να πουλήσει την επιχείρησή του, πριν πέσει θύμα ληστείας και ο κόσμος του καταρρεύσει. Η προσπάθεια του Νεοζηλανδού Κρόου να μιλήσει με «σπασμένα» αγγλικά ως αλβανός μετανάστης ενοχλεί περισσότερο ακόμα και από τις δεκάδες «τρύπες» του σεναρίου, σε μια περιπέτεια αστυνομικού ύφους με πολλούς χαρακτήρες και αρκετές «υποϊστορίες», οι οποίες διασταυρώνονται πρόχειρα, επιπόλαια, απαίδευτα και με κρύο χιούμορ. Η ταινία σε κάνει να νιώθεις σαν να παρακολουθείς το έργο κάποιου που θέλει να γίνει Κουέντιν Ταραντίνο, αλλά πολύ απλά δεν μπορεί (συμπρωταγωνιστούν οι Ααρον Πολ, Λιουκ Εβανς κ.ά.).

Επίσης στις αίθουσες

Προβάλλεται, τέλος, και η ιρανική ταινία του Αλιρέζα Σαμαντί «Η ημιτελής ιστορία της Σιμά» (Sima’s Unfinished Narration, 2024) που, σύμφωνα με το δελτίο Τύπου, «εξερευνά τη δύναμη και την επικινδυνότητα της σύγχρονης πληροφορίας, τοποθετώντας στο επίκεντρο έναν άνθρωπο που βλέπει την προσωπική του ταυτότητα να διαλύεται μέσα από μια ψηφιακή αφήγηση που δεν ελέγχει». Παίζουν: Μεχράν Αχμαντί, Αλί Ασμάντ κ.ά.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000