Η πρόσφατη δημοσίευση του Δείκτη Φιλελεύθερης Δημοκρατίας του Πανεπιστημίου του Gothenburg επαναφέρει τη συζήτηση για τη λειτουργία των θεσμών στην Ελλάδα. Για το 2025, η χώρα κατατάσσεται 52η παγκοσμίως, χάνοντας τρεις θέσεις σε σχέση με το 2024.
Ο δείκτης χωρίζεται σε δύο πυλώνες: τον δημοκρατικό, που αφορά τις εκλογικές διαδικασίες όπου η Ελλάδα βρίσκεται στην 43η θέση, και τον φιλελεύθερο, που σχετίζεται με το κράτος δικαίου και τα θεσμικά αντίβαρα, όπου πέφτει στην 75η θέση. Η επιδείνωση σε αυτόν τον δεύτερο πυλώνα συνδέεται με αδυναμίες στον κοινοβουλευτικό και δικαστικό έλεγχο, με μια σειρά (ενδεικτικών) γεγονότων, ανάμεσα σε άλλα, να εξηγούν τη θέση της Ελλάδας στον δείκτη και την ανησυχία για τη λειτουργία των θεσμών.
Ξεκινώντας από τη σημαντικότερη θεσμική πρόκληση, η μη συμμόρφωση της διοίκησης σε αποφάσεις δικαστηρίων, όπως στην υπόθεση των υποκλοπών, υπονομεύει την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου. Η ΕΥΠ αρνείται ουσιαστικά να συμμορφωθεί με την απόφαση του ΣτΕ σχετικά με την πρόσβαση του θιγόμενου στα στοιχεία του φακέλου που τον αφορούν.
Παράλληλα, η παρεμπόδιση της λειτουργίας της ΑΔΑΕ στο ζήτημα των υποκλοπών, σε συνδυασμό με τη σχετική γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που προέβλεπε ακόμη και ποινικές συνέπειες για όσους δεν συμμορφώνονται, δημιουργεί μια εικόνα ασύμμετρης πολιτικής κλίσης των θεσμών, αντί για έναν μηχανισμό ισορροπίας. Αντίστοιχα, η διαδικασία διορισμού μελών Ανεξάρτητων Αρχών χωρίς την απαιτούμενη συνταγματική πλειοψηφία τον Σεπτέμβριο του 2023 (με την περίφημη στρογγυλοποίηση προς τα κάτω) αποδυνάμωσε θεσμούς που ακριβώς έχουν σχεδιαστεί για να λειτουργούν ως αντίβαρα.
Σημαντικές ενδείξεις θεσμικής φθοράς καταγράφονται και στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων. Ο αποκλεισμός κομμάτων από εκλογικές διαδικασίες, όπως στην περίπτωση του λεγόμενου «κόμματος Κασιδιάρη» και των «Σπαρτιατών», ανεξάρτητα από την πολιτική αξιολόγηση των ίδιων των κομμάτων, εγείρει ζητήματα ως προς τον τρόπο με τον οποίο θεσπίζονται και εφαρμόζονται τέτοιοι περιορισμοί.
Οι σχετικές ρυθμίσεις αφενός στερούνται θεσμικής αιτιολογικής θωράκισης και αφετέρου εισήχθησαν με διαδικασίες (άσχετες και εκπρόθεσμες τροπολογίες) που παρακάμπτουν την επιβεβλημένα ορθή κοινοβουλευτική πρακτική. Αντίστοιχα, η πρόσφατη απόφαση του Εκλογοδικείου περί μη αναπλήρωσης των εκπεσόντων βουλευτών των «Σπαρτιατών» με την διενέργεια αναπληρωματικών εκλογών παραβιάζει τη συνταγματική λογική (άρθ. 52, 53 § 2, 58, 100). Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και ζητήματα ισότητας στην ψήφο, όπως οι περιορισμοί στη συμμετοχή των Ελλήνων του εξωτερικού (ν. 4648/2019), καθώς και περιστατικά παραβίασης προσωπικών δεδομένων που συνδέονται με εκλογικές διαδικασίες (βλ. υπόθεση Ασημακοπούλου). Αυτές οι εξελίξεις δεν αφορούν απλώς τεχνικά ζητήματα, αλλά αγγίζουν τον πυρήνα της δημοκρατικής συμμετοχής και της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η οποία βρίσκεται ήδη πολύ χαμηλά. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου η Ελλάδα βρίσκεται στην 26η, και προτελευταία, θέση στην ΕΕ ως προς την εμπιστοσύνη των πολιτών στην κυβέρνηση.
Η ελληνική περίπτωση εντάσσεται σε μια ευρύτερη παγκόσμια στροφή προς τον αυταρχισμό, με υποχώρηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας ακόμη και σε χώρες όπως οι ΗΠΑ. Η ενίσχυση των θεσμών με ανεξάρτητη δικαιοσύνη και πραγματικά αντίβαρα ελέγχου αποτελεί απόλυτη θεσμική προτεραιότητα, τόσο στη σημερινή συγκυρία, όσο και ως μία τυπική παρακαταθήκη για την ενίσχυση των θεσμών του κράτους δικαίου και στο, πολύ αβέβαιο, μέλλον.
Ο Κωνσταντίνος Σαραβάκος είναι επικεφαλής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών και υποψήφιος διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.






