Οι πόλεις, τα χωριά, οι υποδομές έχουν κτιστεί σε συγκεκριμένο κλιματικό καθεστώς και αντανακλούν συνθήκες που δεν ισχύουν πια. Αν και φυσικές καταστροφές δεν έλειψαν ποτέ –σεισμοί στο Ιόνιο (1953), σεισμός και παλιρροϊκό κύμα στην Αμοργό και στη Σαντορίνη (1956), πλημμύρα στον Βόλο (1955), πλημμύρες στην Αθήνα (1961, 1977), παλιρροϊκό κύμα στον Κορινθιακό (1963), πλημμύρα στη Μάνδρα (2017)– θα συμφωνήσουμε όλοι ότι η συχνότητα και η έντασή τους αυξάνονται. Οι θεομηνίες (η αναφορά στην οργή του θεού συντελεί στην αδράνεια), συμπεριλαμβανομένων των ανθρωπογενών πυρκαγιών, οφείλονται εν πολλοίς στο γεγονός ότι η χωροταξία, η διαχείριση γαιών, η δόμηση και η οίκηση, όπως και οι μηχανισμοί πρόληψης και διάσωσης αντιστοιχούν σ’ ένα χαμένο παρελθόν. Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά αυτού του παρελθόντος ήταν η πίστη στην καλοκαιρία –στην τοπική μας θεότητα– και η δυσπιστία έναντι του κράτους. Το δεύτερο χαρακτηριστικό συνεπαγόταν από τη μία πλευρά έλλειψη ελέγχου, με αποτέλεσμα τη γενικευμένη αυθαιρεσία που βόλευε τους Έλληνες, κι από την άλλη κρατική αδιαφορία, που, αν και δεν τους βόλευε, την αποδέχονταν εκόντες, άκοντες. Σήμερα, οι τεράστιες οικονομικές ζημιές πρέπει να αναγκάσουν το περιβόητα φαντασματικό «κράτος» να εφαρμόσει τους νόμους με αντάλλαγμα την προάσπιση της ζωής και των περιουσιών των πολιτών. Προς το παρόν, εκτός του ότι, όπως είπα, ένα μέρος της συνολικής ζημίας οφείλεται στην απουσία επικαιροποιημένων υποδομών και προσαρμογής στην καινούργια πραγματικότητα, ο κρατικός μηχανισμός, εξαιτίας της χρόνιας υπολειτουργίας και δυσλειτουργίας του, δείχνει να στηρίζεται υπερβολικά στις πρωτοβουλίες κοινοτικής αλληλεγγύης. Νομίζω ότι αυτό που πρέπει να γίνει χωρίς καθυστέρηση είναι ο όσο το δυνατόν πιο εκτεταμένος και σχολαστικός φορολογικός έλεγχος (ποιος πιστεύει πραγματικά ότι οι μισοί Έλληνες ζουν με 5.000 τον χρόνο κι ότι μόνο το 5% ημών έχει εισοδήματα πάνω από 100.000 ευρώ;) χωρίς τις πολυθρύλητες δωροδοκίες, και να επιβληθούν, εκτός από πρόστιμα στο πλήθος των φοροφυγάδων, έκτακτοι φόροι για την αποκατάσταση των ζημιών και την ανακούφιση των πληγέντων.

Στον ευρωπαϊκό Νότο υφιστάμεθα υψηλό κλιματικό κίνδυνο χωρίς να παίζουμε πρωτεύοντα ρόλο στην κλιματική κρίση και χωρίς να μπορούμε να τη διαχειριστούμε. Ωστόσο, ίσως επιτύχουμε κάτι επικαλούμενοι την αλληλεγγύη: χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ την ευρωπαϊκή βοήθεια –μολονότι το απλωμένο μας χέρι καταντά εξευτελισμός– αλλά προπάντων χρειαζόμαστε βοήθεια εκ των ενόντων, μέσω της φορολογίας και της ενθάρρυνσης της ανάπτυξης. Τα δεινοπαθήματά μας μπορεί να γίνουν το λάκτισμα για να προχωρήσουμε σε εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις.

Στο μεταξύ, πρέπει να καταλάβουμε ότι, σε ολόκληρο τον πλανήτη, τα «εφιαλτικά σενάρια» τα γράφουμε μόνοι μας: η κατολίσθηση λάσπης στην Κολομβία, ο κατακλυσμός στο Περού, ο τυφώνας Matthew στην Αϊτή προκάλεσαν τις απώλειες που προκάλεσαν διότι είχε προηγηθεί αποδάσωση, αυθαίρετη δόμηση και περιορισμένη θεσμική ικανότητα διαχείρισης κινδύνων. Ο τυφώνας Κατρίνα, που έπληξε τη Νέα Ορλεάνη τον Αύγουστο του 2005, απέδειξε ότι τα μέτρα που είχαν εφαρμοστεί μετά τον τυφώνα Betsy του 1965 ήταν αναποτελεσματικά: το 80% της πόλης πλημμύρισε –σε μερικές συνοικίες το νερό έφτασε τα 4,5 μέτρα ύψος– ενώ διεκόπη η παραγωγή και διύλιση πετρελαίου. Εξάλλου, αν και είχε διαταχθεί εκκένωση προτού χτυπήσει ο τυφώνας, όσοι κάτοικοι δεν είχαν ΙΧ ή δεν άκουγαν ειδήσεις έχασαν τη ζωή τους· απολογισμός 1.833 νεκροί. Μάλιστα, πολλοί «πλούσιοι» που πίστευαν ότι οι επαύλεις τους θα άντεχαν στους θυελλώδεις ανέμους πετάχτηκαν στον δρόμο· κι από τα παράθυρα του πολυτελούς ξενοδοχείου Hyatt Regency εκσφενδονίζονταν κρεβάτια.

Τα δικά μας προβλήματα είναι παρόμοια: εκτός του ότι απαιτείται η αναγνώριση της προστατευτικής αξίας των οικοσυστημάτων και η επιβολή των νόμων που απαγορεύουν την υπερεκμετάλλευση για ξυλεία και καλλιέργειες, χρειάζονται έργα κατά της υπερχείλισης υδάτων και ενίσχυση των κτιρίων ώστε να ανθίστανται στα στοιχεία της φύσης. Σε χώρες με ελλειμματικό σύστημα διατάξεων σαν τη δική μας, έχει χτιστεί υπερβολικά μεγάλος αριθμών κατοικιών και υποδομών σε επικίνδυνες ζώνες, όπως κοιλάδες ή πρόποδες εδαφικά εύθραυστων υψωμάτων –με αποτέλεσμα τα τελευταία χρόνια να σπεύδουμε να νομιμοποιήσουμε αυθαίρετες κατασκευές. Λες και η «νομιμοποίηση» θα τις καταστήσει ασφαλείς.

Η βελτίωση των χωροταξικών και οικιστικών συνθηκών είναι δύσκολα εγχειρήματα. Ευκολότερα είναι η αξιόπιστη πληροφόρηση, οι σωστές προβλέψεις και οι έγκαιρες προειδοποιήσεις, ιδιαίτερα στους καύσωνες, στους τυφώνες και στις πλημμύρες. Η ορθή ενημέρωση μπορεί πράγματι να συμβάλει σε μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και θεσμών –η οποία εξαρτάται επίσης από τον χωροταξικό σχεδιασμό κι από την εκπόνηση σχεδίων έκτακτης ανάγκης για την ελαχιστοποίηση των απωλειών σε περιπτώσεις «ακραίων φυσικών φαινομένων». Προπάντων, εξαρτάται από τη διαπαιδαγώγηση γύρω από τις προκλήσεις του ζοφερού μας παρόντος και πιθανότατα του ακόμα ζοφερότερου μέλλοντος: ξέρουμε τι μας περιμένει με την άνοδο της στάθμης της θάλασσας ή με την αύξηση της θερμοκρασίας κατά έναν ακόμα βαθμό; Έχουμε κατανοήσει ότι ο κλιματικός κίνδυνος είναι υπαρκτός κι ότι συνεπιφέρει αδιαλόγιστες οικονομικές απώλειες;

Αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται η Νεϊόμι Κλάιν στο «Δόγμα του σοκ: η άνοδος του καπιταλισμού των καταστροφών», οι καταστροφές δεν χρησιμεύουν ούτε ως αντιπερισπασμός για να εγκατασταθούν αυταρχικές διοικήσεις, ούτε ως αφορμές για γενοκτονική εκκαθάριση των φτωχών –ούτε τις ευνοούν διεφθαρμένοι ηγέτες με στόχο την κερδοσκοπία των μεγάλων επιχειρήσεων ανοικοδόμησης. Οι εργολάβοι έχουν σίγουρα όφελος, σπανίως όμως καταστρώνουν τέτοια σατανικά σχέδια· απλούστατα, οι καταστροφές πέφτουν στην αγκαλιά τους. Η Νεϊόμι Κλάιν έχει δίκιο σε δύο σημεία σχετικά με τον «καπιταλισμό των καταστροφών»: πρώτον, ότι πολλές αμερικανικές πολιτείες, όπως η προαναφερθείσα Λουιζιάνα, έχουν ανεπαρκή χρηματοδότηση για κατάλληλο εξοπλισμό και σχεδιασμό σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης –τα χρήματα διοχετεύονται σε άλλες τσέπες– δεύτερον, οι φυσικές καταστροφές, αν και μας αφορούν όλους, πλήττουν περισσότερο τους φτωχότερους από όσο τους πιο εύπορους. Εξυπακούεται: στην πλανητική μακροκλίμακα, εμείς εδώ, στην άκρη του ευρωπαϊκού Νότου είμαστε οι «φτωχοί» –και βεβαίως, οι φοροφυγάδες.