Το μακροσκελές βιογραφικό του νέου επικεφαλής του SSM Αντρέα Eνρια υποδηλώνει ότι πρόκειται για ένα στέλεχος που αναμφισβήτητα έχει την εποπτεία των τραπεζών στο αίμα του. Γεννημένος στη Λα Σπέτσια, μια πόλη της Βόρειας Ιταλίας, στην περιφέρεια της Λιγουρίας, στις 3 Ιουλίου του 1961, ο νέος επικεφαλής του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού πρεσβεύει ότι, παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν ένα πρόβλημα της ΕΕ και χρειάζονται ευρωπαϊκή λύση. Μάλιστα όσοι τον υποστήριξαν λέγεται ότι το έκαναν ακριβώς για αυτό, δηλαδή επειδή δεν θέλησαν να ακολουθηθεί μία ακόμη πιο επιθετική πολιτική που θεωρούνταν ότι πρέσβευε η Ιρλανδή Σάρον Ντόνερι. Για πολλούς η αναμενόμενη τοποθέτησή του ως επικεφαλής του SSM αποτελεί σημαντική εξέλιξη για την Ιταλία, σε μια κρίσιμη χρονικά στιγμή, που οι τράπεζες της χώρας αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις λόγω των πολλών κόκκινων δανείων που δεν έχουν καταφέρει ακόμη να διώξουν από τους ισολογισμούς τους. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters τον περασμένο Νοέμβριο, θεωρείται ουδέτερος πολιτικά και είχε προκαλέσει αρκετές αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας του, της Ιταλίας, όταν κράτησε αυστηρή στάση αναφορικά με το θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων και των χρηματοδοτικών πιστώσεων σε μικρές επιχειρήσεις.

Πλέον ο 58χρονος Ενρια διαδέχτηκε την Ντανιέλ Νουί στο τιμόνι του Εποπτικού Συμβουλίου των τραπεζών, του επονομαζόμενου SSM, αναλαμβάνοντας τα νέα του καθήκοντα στις 4 Ιανουαρίου.

Ως επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής από το 2011 μέχρι σήμερα, ο Αντρέα Ενρια έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των νέων κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μετά το ξέσπασμα της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης πριν από μία περίπου δεκαετία.

Ο Ενρια κατόρθωσε να επικρατήσει έπειτα από σκληρή μάχη με την επίσης ισχυρή συνυποψήφια για τη θέση, την αντιπρόεδρο της κεντρικής τράπεζας της Ιρλανδίας Σάρον Ντόνερι. Αν και η ψηφοφορία στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ήταν μυστική, η υποψηφιότητά του θεωρείται ότι στηρίχτηκε από τις κεντρικές τράπεζες της Ιταλίας και άλλων χωρών της Νότιας Ευρώπης, όπως ανέφεραν δημοσιογραφικές πηγές.

Ωστόσο, δεν λείπουν και εκείνες οι φωνές που θεωρούν ότι ο «Ιταλός» και ο νέος επικεφαλής του SSM θα είναι πιο «σκληρός» από την προκάτοχό του.

Πολύ έμπειρο στέλεχος εποπτικών μηχανισμών, έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των νέων κανόνων για τον τραπεζικό τομέα μετά την κρίση στις αρχές της δεκαετίας. Ομως οι προκλήσεις που τον περιμένουν είναι μεγάλες και το έργο του δύσκολο, μιας και ο ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος εξακολουθεί να μην έχει ξεπεράσει τα προβλήματα του παρελθόντος, με βασικό αυτό των κόκκινων δανείων αλλά και της ασθενικής κερδοφορίας. Ενα ακόμα ζητούμενο είναι να καταφέρει να αντιμετωπίσει το κρίσιμο ζήτημα του ξεπλύματος «μαύρου» χρήματος, το οποίο τελευταία δείχνει να λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις.

Με πτυχίο στις Οικονομικές Επιστήμες από το Πανεπιστήμιο Università Bocconi του Μιλάνου το 1987 και στη συνέχεια μεταπτυχιακό δίπλωμα (Μ. Phil) στις Οικονομικές Επιστήμες, University of Cambridge. Ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία το 1988 ως οικονομολόγος στο Τμήμα Τραπεζικής Ερευνας και στη συνέχεια στο Τμήμα Πολιτικής Ανταγωνισμού, στο Τμήμα Κανονισμών και Γενικών Υποθέσεων, στη Γενική Διεύθυνση Τραπεζικής και Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας, Banca d' Italia, θέση την οποία άφησε το 1996 αναλαμβάνοντας ως ανώτερος οικονομολόγος στη Μονάδα Χρηματοπιστωτικών Δομών, Διεύθυνση Νομισματικού και Χρηματοπιστωτικού Τομέα, Γενική Διεύθυνση Ερευνας, Banca d' Italia μέχρι το 1999. Στη συνέχεια και για μία διετία υπήρξε εμπειρογνώμονας και στη συνέχεια ανώτερος εμπειρογνώμονας στη Μακροπροληπτική Ανάλυση στη Μονάδα Τραπεζικών και Χρηματοπιστωτικών Θεμάτων, Τμήμα Προληπτικής Εποπτείας, ΕΚΤ, για να αναβαθμιστεί σε κύριο εμπειρογνώμονα και γραμματέα της Επιτροπής Τραπεζικής Εποπτείας του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, Διεύθυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και Εποπτείας, ΕΚΤ, από το 2001 έως και το 2004, όταν ανέλαβε γραμματέας της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας (Committee of European Banking Supervisors - CEBS) και εταιρικός γραμματέας της CEBS Secretariat Limited. Το 2008 έγινε προϊστάμενος του Τμήματος Εποπτικών Κανονισμών και Πολιτικών, Banca d' Italia, και στη συνέχεια πρόεδρος στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) έως το 2018, όποτε εξελέγη μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Στην πολυετή σταδιοδρομία του έχει υπάρξει σύμβουλος του ιταλού πρωθυπουργού Lamberto Dini το 1995.

Για όσους έχουν συνεργαστεί μαζί του θεωρείται «ισορροπημένος και αμερόληπτος τραπεζίτης», ενώ μάλλον δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στη χώρα του καθώς έχουν διατυπωθεί επικρίσεις ότι αντιμετώπισε με ουδετερότητα τα θέματα που αφορούσαν τις ιταλικές τράπεζες. Ο Αντρέα Ενρια θα συνυπάρξει έστω και για μικρό διάστημα στην ηγεσία μιας ακόμα κεντρικής τράπεζας με τον επίσης Ιταλό Μάριο Ντράγκι, με τον οποίο είχε βρεθεί τη διετία 2008-2010 στην κορυφή της Banca d' Italia όταν ο ίδιος ήταν επικεφαλής τραπεζικής εποπτείας και ο Μάριο Ντράγκι διοικητής.

Η θητεία στην κορυφή του SSM είναι 5ετής και μάλλον θα είναι μια δύσκολη θητεία αφού εκτός του προβλήματος των κόκκινων δανείων σε όλη την ευρωζώνη, θα κληθεί να διαχειριστεί και τις εύθραυστες πολιτικές ισορροπίες στην Ιταλία, αλλά και να αντιμετωπίσει το Brexit, αφού θα είναι εκείνος που θα δώσει το πράσινο φως για την αδειοδότηση των βρετανικών και αμερικανικών τραπεζών που θα μετακομίσουν από το Λονδίνο σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Για την Ελλάδα η σημασία της έλευσης του Ενρια αλλά και της γραμμής που θα ακολουθήσει είναι καθοριστική καθώς ο SSM είναι αυτός που εποπτεύει απευθείας τις τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας και έχει λόγο σε μια σειρά από σημαντικά θέματα αναφορικά με τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ανάμεσά τους και η επίτευξη των φιλόδοξων στόχων που έχουν θέσει οι ελληνικές διοικήσεις έως το 2021 για την απομόνωση των μη εξυπηρετουμένων δανείων.