Η πρώτη Μπιενάλε Δυτικών Βαλκανίων, που θα σηκώσει αυλαία από αύριο στα Ιωάννινα, αποκαλύπτει τον στόχο της μέσα από τον τίτλο: «Η παράδοση εκ νέου». Επιχειρώντας δηλαδή να δώσει νέο περιεχόμενο στη σύγχρονη τέχνη, εκείνη που ενσωματώνει και διερευνά πτυχές της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς και που στήνει συνομιλία με νέα μέσα και καινούργια πεδία συνεργασίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και με δημιουργίες που αντανακλούν τη σημασία της κοινότητας και τη συλλογική δημιουργία και φωτίζουν ακριβά στοιχεία για τη διάσωση της ιστορίας των πολιτισμών, όπως η παράδοση, η ανώνυμη δημιουργία, η αντιγραφική πρακτική. Ο,τι μπορεί να εξελιχθεί στο πέρασμα του χρόνου παρουσιάζεται εκ νέου στο παρόν δίνοντας έμπνευση για το μέλλον. Αυτά ως προς το θεωρητικό σκέλος της νέας Μπιενάλε που μέσα από εκθέσεις, ομιλίες και εργαστήρια θα αποκαλύψει το «σώμα» της. Ο κοινός παρανομαστής όμως παραμένει η διάδοση της σύγχρονης σκέψης και έρευνας στα Δυτικά Βαλκάνια, δίνοντας έμφαση σε έργα συλλογικά, ανώνυμα, σε γυναίκες, σε ανεξερεύτητες συλλογές και εγχειρήματα που διασυνδέουν μεγάλες και μικρές σκηνές της τέχνης. Ενα τέτοιο εχγείρημα είναι και η περιπατητική ηχητική έκθεση «Ηχέτης Νους και Μνήμης Πόλος». Οπως λέει η επιμελήτρια της έκθεσης Λία Δήμου, πρόκειται για μια μη-υλική έκθεση που καλεί σε έναν βιωματικό περίπατο ηχητικής περιπλάνησης με τη χρήση κινητών συσκευών. «H έκθεση εξερευνά τη σχέση του ήχου και της μνήμης ως συλλογικής και πολιτιστικής έκφρασης μέσα από την ηχητική τέχνη και την προφορική ιστορία. Ο ήχος εκφράζεται ως ενοποιητικό στοιχείο μεταξύ παρελθόντος – παρόντος και ταυτόχρονα αποτελεί μια γέφυρα που συνδέει τη νόηση με τα συναισθήματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα γράμματα της λέξης “Νόηση” εμπεριέχονται στη λέξη “Μνημοσύνη”».
ΥΦΑΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ. Αλλο ένα ενδιαφέρον σημείο που φωτίζει το σημείο εκκίνησης αυτής της Μπιενάλε – με τη συμμετοχή Αλβανίας, Βουλγαρίας, Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, Γερμανίας, Ελλάδας, ΗΠΑ, Ιταλίας, Κύπρου, Μαυροβουνίου, ΠΓΔΜ, Σερβίας – είναι η έκθεση υπό τον τίτλο «Υφαίνοντας την Ευρώπη, υφαίνοντας τα Βαλκάνια», η οποία προσεγγίζει την υφαντική ως μια πρακτική άρρηκτα δεμένη με την ιστορία της Ηπείρου και των Βαλκανίων. Η έκθεση, λέει η επιμελήτρια Εφη Κυπριανίδου, «γίνεται στο Μέκειο, το οποίο λειτούργησε ως οικοτροφείο θηλέων με τμήματα υφαντικής και κεντημάτων, και ερευνά τους συσχετισμούς ανάμεσα στην ιστορικά διαμορφωμένη γλώσσα της υφαντικής και στις σύγχρονες εικαστικές πρακτικές που βασιζονται στην ψηφιακή τεχνολογία».
Στο πλαίσιο της συνομιλίας τού χθες με το αύριο εντάσσεται και το «Un-co-nference», το οποίο σύμφωνα με τον επιμελητή Βασίλη Ντούρο δεν ειναι συνέδριο (conference). «Οι ομιλητές δεν ακολουθούν κάποια συγκεκριμένη φόρμα για το στήσιμο των ομιλιών τους. Δεν θα μιλήσουν για 15 λεπτά με το χρονόμετρο και δεν θα μιλήσουν για κάτι επιστημονικά εξειδικευμένο. Η μόνη οδηγία που τους δόθηκε είναι η συμβατότητα των αρχείων τους με το ελεύθερο και ανοιχτό λογισμικό (Linux). Δεν θα μπορούσε να είναι άλλωστε διαφορετικά όταν μιλάμε για κοινά (Commons), ελεύθερα και ανοιχτά σχέδια, νέα μοντέλα παραγωγής, νέες μορφές χρήσης του κοινού χώρου».