Γεννήθηκε ως Ευγενία Καρπούζη, αλλά στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού το όνομά της έμεινε γραμμένο με χρυσά γράμματα ως Τζένη Καρέζη. Τα εκφραστικότερα μάτια του ελληνικού κινηματογράφου, η ακτινοβολία των οποίων ξεπέρασε ακόμη και τους περιορισμούς της ασπρόμαυρης εικόνας, έκλεισαν για πάντα σαν σήμερα πριν 34 χρόνια, στις 26 Ιουλίου 1992.
Μια πολυσχιδής ερμηνεύτρια που ξεσήκωσε τον κόσμο όποιο είδος κι αν υπηρετούσε. Ενδεικτικό του υποκριτικού της εύρους ήταν το γεγονός ότι μπορούσε με την ίδια άνεση να ερμηνεύσει ρόλους σαν τη «Λίλα Βασιλείου» («Δεσποινίς Διευθυντής») ή τη «Μίκα» («Μια τρελλή τρελλή οικογένεια»), αλλά και σαν την «Ελένη» («Κόκκινα Φανάρια») ή την «Άννα Κωλέττη» («Μια γυναίκα στην αντίσταση»).
Στο θέατρο κορυφαία έχει χαρακτηριστεί η σεμιναριακά πολυεπίπεδη ερμηνεία της στην ιστορική παράσταση «Το μεγάλο μας τσίρκο» στο πλευρό του συζύγου της Κώστα Καζάκου: Ξεκινάει δίπλα στον «σοβαρό» αφηγητή ως αδαές παιδάκι («Ε άντε να αποκτήσουμε κι εμείς ένα βασιλιά, να μην περιμένουμε όλο από τους ξένους βασιλιάδες») και καταλήγει να προκαλεί ανατριχίλα στο κοινό, πρώτα τραγουδώντας το ομώνυμο τραγούδι της παράστασης και εν τέλει ερμηνεύοντας μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη τον «Ξεριζωμό».

Κι όμως η πορεία της Τζένης Καρέζη στο χώρο στον οποίο μεγαλούργησε δεν ξεκίνησε με τις καλύτερες των προϋποθέσεων. Ο πατέρας της, ένας αυστηρών ηθών γυμνασιάρχης, αποδέχθηκε την επιλογή της να σπουδάσει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου μόνο όταν η 19χρονη κόρη του έμεινε νηστική για εννέα ημέρες (!), αλλά η κόντρα αυτή τραυμάτισε για πάντα τη σχέση τους. Το χάσμα μεταξύ τους φαίνεται και από το γεγονός ότι ο πατέρας της ήταν φίλος και υποστηρικτής του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, ενώ η ίδια έγινε μέλος του ΚΚΕ και επί δικτατορίας είχε συλληφθεί από τις χουντικές αρχές – όπως και ο σύζυγός της.
Η Τζένη Καρέζη εισήχθη στη Δραματική Σχολή το 1954 ως Ευγενία Καρπούζη και αποφοίτησε ως Τζένη Καρέζη, ένα όνομα που της έδωσε ο πρώτος της μεγάλος έρωτας, ο δάσκαλός της Άγγελος Τερζάκης. Ανέβηκε στο σανίδι για πρώτη φορά στο πλευρό της Μελίνας Μερκούρη στο έργο του Αντρέ Ρουσέν «Ωραία Ελένη». Η δεύτερη παρουσία της καταγράφεται αμέσως μετά δίπλα στην Κατίνα Παξινού, ερμηνεύοντας την Αντέλα στο «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Αλέξη Μινωτή. Από το 1960 και μετά συγκρότησε δικούς της θιάσους και το 1968 ερμήνευσε αρχαίο δράμα με εξαιρετική επιτυχία σε Επίδαυρο και Ηρώδειο, παίζοντας στη «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Μίνωα Βολανάκη. Ντεμπούτο στον κινηματογράφο έκανε το 1955 στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο» και μάλιστα ερμηνεύοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο της «Καίτης Μπεναρδή».
Πριν παντρευτεί τον Κώστα Καζάκο, η Τζένη Καρέζη είχε παντρευτεί τον Ζάχο Χατζηφωτίου το 1962. Ο γάμος τους διήρκεσε μόλις δύο χρόνια και το 1968 η Καρέζη παντρεύτηκε τον Κώστα Καζάκο, με τον οποίο έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της. Ωστόσο ο ίδιος ο Χατζηφωτίου πάντα μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για την πρώην σύζυγό του, ακόμη κι αν στην αυτοβιογραφία του περιγράφει το σκηνικό στο οποίο ένας γνωστός του σερβιτόρος τον είχε αποκαλέσει «κύριο Καρέζη». Με τον Κώστα Καζάκο η Καρέζη έκανε έναν γιο, τον επίσης ηθοποιό Κωνσταντίνο, για τον οποίο είχε αποφασίσει με τον σύζυγό της να αποκρύψουν το γεγονός της γέννησής του! Ο λόγος ήταν ότι ο Κωνσταντίνος Καζάκος ήταν πολύ πιθανό να γεννηθεί την 21η Απριλίου 1969 και στη διάρκεια της επταετίας συνηθιζόταν τα παιδιά που γεννιούνταν την 21η Απριλίου να τα βαπτίζει ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος. Ωστόσο ο Κωνσταντίνος Καζάκος γεννήθηκε στις 25 Απριλίου και το σενάριο αυτό αποτράπηκε για το αριστερών πεποιθήσεων ζεύγος Καζάκου-Καρέζη.
Η Τζένη Καρέζη ανέβηκε για τελευταία φορά στο σανίδι το 1990, παίζοντας στο «Διαμάντια και μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη. Ο θάνατός της από καρκίνο αργά το βράδυ της 26ης Ιουλίου 1992 σκόρπισε θλίψη και άφησε φτωχότερο το ελληνικό θέατρο. H σορός εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα και η κηδεία της έγινε στις 29 Ιουλίου στη Μητρόπολη της Αθήνας. Στη μνήμη της ιδρύθηκε τη χρονιά του θανάτου της το ίδρυμα «Τζένη Καρέζη» με σκοπό την παρηγορητική αγωγή ασθενών που πάσχουν από καρκίνο και χρόνιες καταληκτικές νόσους.