«Το πρωί της 20ής Ιουλίου, αμέσως μας φόρτωσαν σε φορτηγά απ’ το στρατόπεδό μας που ήτανε ανατολικά της Αμμοχώστου και μας πήγαν σ’ ένα εντελώς άγνωστο σημείο. κάπου νότια της Κερύνειας, δηλαδή πίσω από τον Πενταδάκτυλο, προς Λευκωσία. Αλλά σε μια περιοχή πολύ μακριά από εκεί που ήμασταν. δεν είχαμε ξαναπάει εκεί». Ο Δημήτρης (Κάκης) Τουμαζής γεννήθηκε στην Αμμόχωστο το 1954, όπου και έζησε τα πρώτα 19 του χρόνια. Η τουρκική εισβολή τον βρήκε να υπηρετήσει στον Στρατό. Πολέμησε στον πρώτο γύρο του πολέμου με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού στο 399 Τάγμα πεζικού, και στον δεύτερο γύρο, 14 Αυγούστου 1974, αιχμαλωτίστηκε από τον τουρκικό Στρατό.

Μετά την απελευθέρωση του από τις φυλακές της Αμάσειας στην Τουρκία, έφυγε, πρόσφυγας πια, για την Αγγλία. Τα λόγια του προέρχονται από μία συγκλονιστική συνέντευξή του τον Σεπτέμβριο του 2022 (μπορείτε να την βρείτε εδώ απομαγνητοφωνημένη). Σε αποσπάσματα εκείνης της συνέντευξης, αλλά και σε χειρόγραφα σημειώματα του Τουμαζή από την περίοδο 1976 – 1980, βασίστηκε η Βίβιαν Αβρααμίδου-Πλούμπη για να συνθέσει ένα φανταστικό ημερολόγιο, όπου «συνομιλεί» με τον αιχμάλωτο συμπολίτη της, κάνει αυτοκριτική για λογαριασμό πολλών, εκθέτει ενοχές, φόβους και διαψευσμένες προσδοκίες.

«Βρίσκομαι απομονωμένη σ’ ένα σπίτι κάπου στο Πήλιο, και συνθέτω το δικό μου ταξίδι προς την Ασία και πίσω στην ελεύθερη Κύπρο, σε έναν διάλογο με τον Τάκη. Τα δικά του λόγια, τα οποία παραθέτω με πλάγια γράμματα στο κείμενο, είναι ακριβώς οι δικές του μαρτυρίες. Φαντάζομαι να τις έχω εντοπίσει σε πολλά κομμάτια χαρτιού χωμένα σε μια μαύρη τσάντα» γράφει η ίδια στην εισαγωγή. Από το βιβλίο «Η σιωπή μιας αιχμαλωσίας», που κυκλοφόρησε στις εκδ. Μελάνι το 2024, παραθέτουμε επιλεγμένα αποσπάσματα.

Βίβιαν: «Έκανα μια προσπάθεια να βάλω τα χαρτιά σου στη σειρά. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα. Η πορεία σας τις πρώτες μέρες της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο μοιάζει τυχαία. Χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο. Κι όπως ελάχιστες φορές αναφέρεσαι σε συγκεκριμένη ημερομηνία, μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω. Η 20ή Ιουλίου, πάντως, είναι σίγουρα η αρχή του Γολγοθά. Κι αυτή η πρώτη μέρα, τι ειρωνεία, συνέπεσε με την ημέρα που κανονικά θα απολυόσουν από τον στρατό. το πολυαναμενόμενο τέλος της στρατιωτικής σου θητείας. Αναρωτιέμαι αν εκείνο το πρωί, όταν σας φόρτωσαν στα φορτηγά παίρνοντας τον αντίστροφο δρόμο από εκείνον που εσύ κανονικά θα έπαιρνες, το μέσα σου πλήγωνε πιο πολύ ο θυμός ή ο φόβος; Μπορούσες ήδη από εκείνες τις στιγμές να μετρήσεις τη σοβαρότητα της κατάστασης; Γιατί εμείς εκεί πιο πίσω δεν είχαμε την ωριμότητα να αντιληφθούμε την επερχόμενη καταστροφή. Όπως ήρθε θα περάσει και θα γίνουν όλα όπως ήτανε πριν, σκεφτόμασταν. Λες και το πριν, αυτό που σφαγιάστηκε τόσο άγρια από ένα πραξικόπημα και μια προδοσία, ήταν ο παράδεισος. Λες και όλα έγιναν ξαφνικά, αναπάντεχα, χωρίς αφορμές και χωρίς προειδοποιήσεις».

Τουμαζής: «Παραλύσαν τα κύτταρά μου και σβήνει η ζωή από μέσα μου. Είναι άραγε η ψυχή μου ή το σώμα μου; Έφτασα στο σημείο τούτο που δεν ξεχωρίζω. Νιώθω να καταλύομαι. Δεν αντιλαμβάνομαι ακόμα τον καταλύτη. Διάβαζα για για ενέργεια. Τόσων ειδών ενέργεια που δεν καταλύεται. Κι εγώ νιώθω να χάνω ένα είδος ενέργειας από το σώμα μου. Αναρωτιέμαι μήπως αποθηκεύεται σαν άλλο είδος; Κι αν έτσι γίνεται τι να ‘ναι ετούτο; Έχει κάποια αξία η νέα μορφή; Πάντως δε νιώθω το ίδιο. Δεν νιώθω τη δύναμή μου. Δεν νιώθω το σώμα μου. Χάνω τον έλεγχο του κορμιού μου. Χάνω την ουσία του εαυτού μου».

Βίβιαν: Αν δεν είναι έγκλημα που δε ρώτησα να μάθω για τις πολεμικές εκστρατείες σας, είναι ασυγχώρητο που δεν ρώτησα να μάθω τι σας άφησε αυτός ο εφιάλτης της προδοσίας που ζήσατε. Ειδικά εσένα, που αυτό το ξεπούλημα σε πήγε μέχρι τον θάνατο. κι ας σε γύρισε πίσω. Τι έμεινε μέσα σου; Τι από αυτό θέλεις να ξεχάσεις; Πώς βλέπεις εμάς τους άλλους μετά την αιχμαλωσία; Εμείς είμαστε έτσι κι εσύ αλλιώς;

Τουμαζής: Μας φόρτωσαν ξανά στα φορτηγά και μας πήγαν σ’ ένα μέρος στην Λευκωσία, ένα δάσος που λέγεται “Αθαλάσσα”. Θυμάμαι… ένα βράδυ; Δύο βράδια μείναμε εκεί; Και μετά μας τοποθέτησαν πάλι στην πρώτη γραμμή. Βόρεια απ’ το δρόμο που ενώνει τη Λευκωσία με την Αμμόχωστο τοποθετήθηκε το πεζικό μας – όλα τα τάγματα, όλοι οι λόγοι του πεζικού. Πίσω απ’ το δρόμο υπήρχε μια βιομηχανική περιοχή, και πίσω από τα εργοστάσια πήραμε θέση εμείς σαν λόχος υποστηρίξεως. Χωρίς καμία οπτική επαφή. Απολύτως καμία. Ούτε οπτική ούτε ακουστική. Μας είπαν μετά ότι δεν λειτουργούσαν οι ασύρματοι, άρα δεν είχαμε καμία επαφή με τους υπόλοιπους του τάγματος μας. Μείναμε, όμως, εκεί αρκετές μέρες μέχρι τις 14 Αυγούστου που ξεκίνησε η δεύτερη εισβολή.

Βίβιαν: Καινούργιος μήνας ξεκινάει σήμερα. Χθες το βράδυ πήρα τη μεγάλη απόφαση. Θα συνεχίσω αυτό που ξεκίνησα και θα το φέρω μέχρι το τέλος. Μόνο εκεί πια θα μπορέσουμε να πούμε και οι δυο μας, αν ήταν ένα χρέος ή μια ανάγκη. Αυτό το ταξίδι πρέπει να γίνει και θα το κάνουμε μαζί. Ποτέ δεν σκέφτηκα τι σημαίνει ανακωχή για έναν φαντάρο. Τι σημαίνει να παραμένει σε ένα άγνωστο σημείο, αποκομμένος από τον υπόλοιπο κόσμο, αποκομμένος ακόμα και από τους ανθρώπους τους δικούς σου, σε μια κατάπαυση του πυρός. Πόσα κιλά υπομονής πρέπει να έχεις περιμένοντας τι; Το καλό ή το κακό;

Τουμαζής: Οι νύχτες ήταν πολύ πολύ δύσκολες, διότι δεν μπορούσα να δω, διότι ήταν ένα παράθυρο πολύ ψηλά, ένα μικρό παραθυράκι, αλλά άκουγα κλάματα, φωνές από όλους -από γυναίκες, παιδιά, φαντάζομαι και άντρες, αλλά περισσότερο ακούγονταν γυναικείες φωνές- που ήταν όλοι, που τους είχαν μαζέψει από διάφορα μέρη και τους έφερναν εκεί…. Δεν ήταν αιχμάλωτοι όλοι. Νομίζω σε κάποια φάση θα άφησαν τις γυναίκες και τα παιδιά, αλλά εγώ απλώς έχω αυτό το ηχητικό. Αυτές τις φωνές, αυτά τα κλάματα.

Βίβιαν: Αναρωτιέμαι πώς να σκέφτεσαι κάθε φορά που ξυπνάς πριν ακόμα χαράξει το φως. Ξυπνάνε, άραγε, μαζί και οι μνήμες εκείνων των σκοτεινών ημερών; Είκοσι πέντε μέρες πόλεμος, εβδομήντα πέντε μέρες αιχμαλωσίας. Πώς τα μετράς άραγε μέσα σου; Με τις μέρες, τις ώρες, τα λεπτά ή τις ανάσες; Δικές σου ή των άλλων γύρω σου; Ειδικά οι φωνές μικρών παιδιών πως μετριόνται; Πώς αντέχονται; Πώς μπορεί κανείς να σκεφτεί θετικά, να μην τρελαθεί, να μην τον πάρει από κάτω; Πώς μετά από αυτές τις σκηνές που έχεις ζήσει μπορείς να ανοιχτείς τον άνθρωπο, Κάκη;

Τουμαζής: Το πρώτο βράδυ ακούγαμε άλλους (αιχμαλώτους) να φωνάζουν από διπλανά παράθυρα τα ονόματα τους. Δεν τους βλέπαμε. Και έτυχε ένας από τα παιδιά που ήταν εκεί να είναι συμμαθητής μου. Οπότε είχαμε μια επικοινωνία -ακουστικά απλώς. Δεν μπορούσα να τον δω, γιατί τα παράθυρά μας που έβλεπαν σε μια εσωτερική αυλή δεν ήταν απέναντι. Με προειδοποίησε να μην τους πω ότι είμαι αξιωματικός διότι θα έχω πολύ άσχημη ανάκριση και θα δυσκολευτώ πολύ. Κι εγώ ρίσκαρα να μην το πω, παρότι στην Κύπρο το ήξεραν. Φαίνεται όμως ότι, τελικά, δεν διασταύρωσαν τις πληροφορίες από Κύπρο στην Τουρκία κι έτσι τη γλίτωσα. Αν με ανακαλύπταν θα την είχα άσχημα.

Η απελευθέρωση

Μετά την Άγκυρα γυρίσαμε στην Μερσίνα, μας φόρτωσαν στα πλοία και μας γύρισαν πάλι στην Κερύνεια. Από εκεί, με λεωφορεία φτάσαμε στον τουρκικό τομέα στη Λευκωσία σε κάτι αποθήκες –«Αποθήκες Παυλίδη» λέγονται. Ήταν 26 Οκτωβρίου, ημέρα της γιορτής μου, κι έτσι ο παππούς μου που λεγόταν Δημήτρης πίστεψε στον Άγιο Δημήτριο ενώ ήταν εντελώς άθρησκος, και έκανε κι ένα τάμα σε μια εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Στις αποθήκες ήταν και οι φύλακες πιο χαλαροί, μας έδωσαν τσιγάρα, μας έδωσαν νερό. Δεν θυμάμαι αν μας έδωσαν και φαγητό, δεν είμαι σίγουρος. Εκεί νιώσαμε μια απελευθέρωση.

Βίβιαν: Υπήρξε πένθος μέσα σου όλες αυτές τις 75 μέρες. Και αναλογίζομαι τη λαχτάρα για την ανάσταση που φτεροκοπούσε μέσα σου εκείνο το τελευταίο βράδυ στο βρώμικο πάτωμα της αποθήκης Παυλίδη. Της τελευταίας σου φυλακής.

Νιώσαμε ανακούφιση την ημέρα που γυρίσαμε στην Κύπρο, αλλά οι αμφιβολίες ήταν συνέχεια εκεί. Δεν ξέραμε ακριβώς τι γινόταν. Αυτό το πάγωμα συνέχιζε μέχρι τη στιγμή που πράγματι βγήκαμε έξω απ’ τον τουρκικό τομέα και βρεθήκαμε στα λεωφορεία για την επιστροφή μας. Τη χαρά μου την εξέφρασα τότε, εκεί, στο Λήδρα Πάλας. Τον πρώτο γνωστό που είδα ήταν το αγαπημένο φίλο Παύλο Ατταλίδη την ώρα που μας αντάλλαζαν στα λεωφορεία με τους Τουρκοκύπριους αιχμαλώτους -όλοι καλοντυμένοι και υγιείς. Τον είδα για πολύ λίγο, ένιωσα ότι με έψαχνε μέσα στους πολλούς.