Η μαζική αποχώρηση αλλοδαπών εργαζομένων επιτείνει τις ελλείψεις προσωπικού στην Ελληνική αγορά εργασίας και αναδεικνύει ένα σύνθετο πρόβλημα για την οικονομία.

Από τη μία πλευρά, δημιουργούνται συνεχώς νέες θέσεις απασχόλησης· από την άλλη, η δεξαμενή των διαθέσιμων εργαζομένων συρρικνώνεται, λόγω δημογραφικής γήρανσης αλλά και της φυγής αλλοδαπών που επί δεκαετίες στήριζαν κρίσιμους κλάδους.

Οι κενές θέσεις αυξάνονται, ενώ οι εργαζόμενοι λιγοστεύουν

Σύμφωνα με τη μελέτη του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), στο τέλος του 2025 οι κενές θέσεις εργασίας ξεπέρασαν τις 31.000, αυξημένες κατά περίπου 2.700 μέσα σε έναν χρόνο. Το εύρημα αυτό ενδέχεται να σηματοδοτεί μια νέα ανοδική τάση στις ελλείψεις προσωπικού.

Τα μεγαλύτερα προβλήματα καταγράφονται στην εκπαίδευση, όπου λείπουν σχεδόν 6.900 εργαζόμενοι. Ακολουθούν η υγεία και η κοινωνική μέριμνα, η μεταποίηση και το εμπόριο, τομείς που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομικής δραστηριότητας.

Η μεγάλη φυγή των αλλοδαπών εργαζομένων

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο της μελέτης αφορά τη ραγδαία μείωση των αλλοδαπών που ζουν και εργάζονται στη χώρα. Μέσα σε έναν χρόνο, ο αριθμός τους υποχώρησε κατά 140.500 άτομα – περισσότερο από 51% – με τη μεγαλύτερη πτώση να αφορά τις γυναίκες.

Ως αποτέλεσμα, ο συνολικός πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 12.700 άτομα, παρά τη μικρή αύξηση των Ελλήνων πολιτών. Το 2008 οι αλλοδαποί αντιστοιχούσαν στο 6% του πληθυσμού και στο 8,2% του εργατικού δυναμικού, ενώ σήμερα τα ποσοστά αυτά έχουν περιοριστεί περίπου στο ένα τρίτο.

Η αύξηση της απασχόλησης στηρίζεται αποκλειστικά στους Έλληνες

Παρά τη μείωση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, η απασχόληση συνέχισε να αυξάνεται το 2025. Οι συνολικές θέσεις εργασίας ενισχύθηκαν κατά 73.700, ωστόσο η αύξηση αυτή προήλθε αποκλειστικά από τους Έλληνες εργαζόμενους, που αυξήθηκαν κατά 126.600 άτομα.

Αντίθετα, οι νόμιμα απασχολούμενοι αλλοδαποί μειώθηκαν κατά 53.000 ή 37,1%. Η συνολική αύξηση του εργατικού δυναμικού κατά 19.500 άτομα οφείλεται αποκλειστικά στη μεγαλύτερη συμμετοχή των ημεδαπών, κυρίως των γυναικών.

Η ελληνική αγορά εξακολουθεί να αντλεί εφεδρείες από τον εγχώριο πληθυσμό, όμως αυτές οι δυνατότητες δεν είναι ανεξάντλητες.

Οι αλλοδαποί εργάζονται περισσότερο, αλλά δεν μένουν

Η μελέτη δείχνει ότι όσοι αλλοδαποί παραμένουν στην Ελλάδα συμμετέχουν ενεργά στην αγορά εργασίας. Πάνω από το 88% των ανδρών άνω των 15 ετών ανήκει στο εργατικό δυναμικό, έναντι 60% των ημεδαπών, ενώ το 84% εργάζεται – ποσοστό σχεδόν 30 μονάδες υψηλότερο από εκείνο των Ελλήνων.

Η ανεργία των αλλοδαπών διαμορφώνεται στο 7,6%, έναντι 8,3% των ημεδαπών, και μόλις 4,9% στους αλλοδαπούς άνδρες. Παρά την έντονη εργασιακή συμμετοχή, αυτό δεν αρκεί για να τους κρατήσει στη χώρα.

Οι χαμηλοί μισθοί και οι συνθήκες απασχόλησης ως ανασταλτικοί παράγοντες

Το ΚΕΠΕ επισημαίνει ότι οι αποφάσεις των αλλοδαπών να εγκαταλείψουν την Ελλάδα δεν σχετίζονται μόνο με τη διαθεσιμότητα θέσεων. Οι χαμηλές αμοιβές, οι δύσκολες συνθήκες εργασίας, η ποιότητα των θέσεων και οι γεωγραφικές ανισορροπίες ωθούν πολλούς να αναζητήσουν καλύτερες ευκαιρίες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με περίοδο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Από το 2014 έως το τέλος του 2025 δημιουργήθηκαν περισσότερες από 803.000 νέες θέσεις εργασίας, κυρίως στο εμπόριο, τις επαγγελματικές και επιστημονικές δραστηριότητες, καθώς και στη φιλοξενία και την εστίαση.

Η νέα πρόκληση: έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού

Η ελληνική αγορά εργασίας αλλάζει προφίλ. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον η μείωση της ανεργίας, αλλά η κάλυψη των νέων θέσεων που δημιουργούνται. Η δημογραφική συρρίκνωση, η γήρανση και η αποχώρηση αλλοδαπών εργαζομένων διαμορφώνουν ένα περιβάλλον όπου η έλλειψη προσωπικού εξελίσσεται σε βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξη.

Αν η τάση συνεχιστεί, η Ελλάδα θα χρειαστεί όχι μόνο επενδύσεις και νέες θέσεις, αλλά κυρίως μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τη διατήρηση και προσέλκυση εργαζομένων, ώστε η ανάπτυξη να μη σκοντάψει στην απουσία ανθρώπων που θα τη στηρίξουν.