Συλλήψεις για τον φονικό εμπρησμό της Marfin στη Σταδίου, το τραγικό γεγονός που σημάδεψε την Ελλάδα της κρίσης και των μνημονίων, πραγματοποιήθηκαν δεκαέξι χρόνια μετά. Δύο άνδρες, ηλικίας 42 ετών, βρίσκονται στα χέρια των Αρχών, ενώ αναζητείται μια γυναίκα 46 ετών, η οποία διαμένει μόνιμα στη Μεγάλη Βρετανία.

Οι τρεις τους φέρονται να συμμετείχαν στον εμπρησμό της τράπεζας στις 5 Μαΐου 2010, όπου βρήκαν μαρτυρικό θάνατο μια έγκυος γυναίκα και δύο ακόμη εργαζόμενοι που εγκλωβίστηκαν στο εσωτερικό του κτιρίου.

Το πρόσωπο – σύμβολο της τραγωδίας, η γυναίκα που είχε καταγραφεί στο μπαλκόνι της τράπεζας να ζητά απεγνωσμένα βοήθεια, περιγράφει τις εφιαλτικές στιγμές και ζητά να αποδοθεί δικαιοσύνη.

«Όποιος δεν το έχει ζήσει αυτό, δεν μπορεί να αντιληφθεί το πόσο έχουμε καταρρακωθεί εμείς. Έχουμε αρρωστήσει και δεν θα επανέλθουμε ποτέ». Αυτά είναι τα πρώτα λόγια της Μαρίας Καραγιάννη στο tanea.gr λίγη ώρα μετά τις συλλήψεις. Η ίδια απεικονίζεται σε φωτογραφία από το 2010 να βρίσκεται στο μπαλκόνι του υποκαταστήματος της τράπεζας και να ζητά βοήθεια ενώ καπνοί έβγαιναν μέσα από το κτίριο.

Η κα Καραγιάννη τόνισε πως της είναι πολύ δύσκολο να διαχειριστεί την είδηση των δύο συλλήψεων, από την στιγμή που την πληροφορήθηκε. «Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν ταραχή. Αντιμετωπίζω με επιφυλακτικότητα την είδηση, καθώς μου έχουν δοθεί αφορμές από το παρελθόν. Ο φάκελος άνοιξε άλλες 2-3 φορές. Δικαίως αισθάνομαι και θυμό, γιατί τόσα χρόνια δεν έχουν αποκαλυφθεί οι δράστες».

Όπως λέει, με τόσες κάμερες στο κέντρο της Αθήνας, της φαίνεται αδιανόητο να μην έχει εξιχνιαστεί ήδη η τραγική υπόθεση. «Πιστεύω ότι τους ξέρανε, τους ξέρουν, και δεν γνωρίζω γιατί δεν τους αποκαλύπτουν. Επιπλέον, μου προκαλεί οργή το ενδεχόμενο, να χρησιμοποιηθεί η τραγωδία για πολιτικούς λόγους. Δεν θα ήθελα να γίνει για ακόμη μία φορά, γιατί έχουν εκμεταλλευθεί πολιτικά τις ψυχές μας και τον πόνο των συγγενών που είναι σε άθλια κατάσταση».

Το ανώνυμο email που άνοιξε ξανά την υπόθεση

Οι δύο συλληφθέντες και η γυναίκα που αναζητείται ανήκαν, σύμφωνα με τις Αρχές, στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Ένα ανώνυμο email και νέες μαρτυρίες ατόμων που έζησαν τα δραματικά γεγονότα έδωσαν νέα τροπή στις έρευνες.

Νωρίς το πρωί, αστυνομικοί πραγματοποίησαν εφόδους σε σπίτια στο Χαλάνδρι, τα Λιόσια και την Κυψέλη, όπου εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν οι δύο 42χρονοι.

Η Μαρία Καραγιάννη πως, σε περίπτωση που όντως οι Αρχές έχουν προχωρήσει στη σύλληψη των δραστών της εμπρηστικής επίθεσης, ζητεί να «υπάρξει μία ηθική αποκατάσταση. Δηλαδή, να δικαστούν και να φυλακιστούν. Γιατί, χωρίς να τους φταίμε, αυτά τα ανθρωποφάγα πλάσματα θέλανε να μας σκοτώσουν όλους. Είχαν πλήρη επίγνωση ότι βρισκόμασταν μέσα, οι συνάδελφοι τους εκλιπαρούσαν να μην ρίξουν φωτιά στο εύφλεκτο υγρό. Αυτό είναι το αδιανόητο στην περίπτωσή μας, ότι ένας άνθρωπος, ήθελε να προκαλέσει τόσο μεγάλο κακό, σε άλλον άνθρωπο».

Η 46χρονη γυναίκα φέρεται να έφυγε από την Ελλάδα πριν από έξι χρόνια και να εγκαταστάθηκε στη Βρετανία. Αν και στο παρελθόν είχε συνδεθεί με τον αντιεξουσιαστικό χώρο, μετά τον εμπρησμό δεν είχε απασχολήσει ξανά τις Αρχές.

Το ζήτημα για την ίδια, είναι να αποδίδεται Δικαιοσύνη, «για να υφίσταται κανείς, έστω και λίγο, το κακό που έχει προκαλέσει. Θέλω να δω αυτούς τους ανθρώπους να δικάζονται και να φυλακίζονται. Γιατί να ζουν ελεύθεροι; Έχουμε τρεις νεκρούς, ενώ εμείς καταστραφήκαμε τόσο ψυχικά, όσο και σωματικά. Επιθυμώ ηθικά, να τακτοποιηθεί το ζήτημα. Υποτίθεται πως ζούμε σε μία ευνομούμενη κοινωνία. Εγώ θέλω την τιμωρία τους. Να υποστούν ό,τι προβλέπει ο νόμος. Μακάρι να είναι οι πραγματικοί δράστες».

Μαρτυρίες που συγκλονίζουν

«Οι συνάδελφοί μου φώναζαν “μην το ρίξεις, είμαστε άνθρωποι μέσα”. Τους άκουγαν να ουρλιάζουν αλλά παρόλα αυτά τα πράγματα πήραν την εξέλιξη που όλοι γνωρίζουμε. Ήμασταν 23 μέσα στην τράπεζα, εγώ ήμουν στο υπόγειο. Όταν άκουσα τζάμια να σπάνε κάλεσα αμέσως την αστυνομία. Μετά προσπάθησα να καλέσω το 166 αλλά είχε τεθεί εκτός λειτουργίας η τηλεφωνική συσκευή του υπογείου. Επειδή είχαμε ζήσει και άλλες επιθέσεις, έψαχνα σαν τρελή να πάω ψηλά για να σωθώ. Δεν έβλεπα τίποτα από τον καπνό. Για μία εβδομάδα ξέρναγε το σώμα αποκαΐδια», μιλώντας στο Mega.

Τα στοιχεία που οδήγησαν στις συλλήψεις

Οι εικόνες από το μεσημέρι της 5ης Μαΐου 2010 έκαναν τον γύρο του κόσμου. Οι απεγνωσμένες προσπάθειες διαφυγής, οι κραυγές και τα δάκρυα των ανθρώπων που γλίτωσαν, προκάλεσαν παγκόσμια συγκίνηση και βαθύ προβληματισμό.

Η αντίστροφη μέτρηση για τις πρώτες συλλήψεις ξεκίνησε το 2021, όταν οι Αρχές ανέλυσαν εκ νέου το οπτικοακουστικό υλικό και επικεντρώθηκαν σε τέσσερα πρόσωπα. Ο φάκελος διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και οι έρευνες συνεχίστηκαν.

Το χρονικό της τραγωδίας

Το έγκλημα σημειώθηκε στη διάρκεια πορείας ενάντια στο Μνημόνιο. Η τράπεζα στη Σταδίου λειτουργούσε κανονικά, όταν κουκουλοφόροι πέταξαν βόμβες μολότοφ και επιτέθηκαν φραστικά στους εργαζόμενους, υπογράφοντας ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα της σύγχρονης Ελλάδας.

Η έγκυος Αγγελική Παπαθανασοπούλου, ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης και η Παρασκευή Ζούλια έχασαν τη ζωή τους, μαζί με το αγέννητο παιδί που θα ερχόταν στον κόσμο λίγους μήνες αργότερα.

«Είναι δολοφόνοι, είναι εγκληματίες. Δε… δεν μπορώ να τους χαρακτηρίσω κάτι άλλο, ούτε κάτι λιγότερο. Και θέλω να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Δηλαδή να αποδοθεί δικαιοσύνη. Ό,τι λέει ο νόμος. Να δικαστούν και να φυλακιστούν. Για να μην απολαμβάνουν τη ζωή τους. Γιατί στέρησαν τη ζωή σε τρεις ανθρώπους με τον πιο απαίσιο, τον πιο απάνθρωπο τρόπο».

Το 2016, ο μοναδικός τότε κατηγορούμενος αθωώθηκε ομόφωνα. Δέκα χρόνια αργότερα, οι Αρχές φαίνεται να πλησιάζουν στην πλήρη εξιχνίαση μιας υπόθεσης που συγκλόνισε τη χώρα.