Το υπουργείο Δικαιοσύνης δίνει για πρώτη φορά στις κρατικές Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες αρμοδιότητα διερεύνησης περιστατικών κακοποίησης ζώων. Η διάταξη απαντά σε μια χρόνια ανάγκη, χωρίς όμως να αποσαφηνίζει ακόμη ποιοι θα πραγματοποιούν τις εξετάσεις, ποιοι θα τους εκπαιδεύσουν και με ποια προσόντα.
Η νέα αρμοδιότητα
Το υπουργείο Δικαιοσύνης επιχειρεί να καλύψει για πρώτη φορά το θεσμικό κενό που επί χρόνια δυσχέραινε τη διερεύνηση σοβαρών περιστατικών κακοποίησης και θανάτωσης ζώων. Με το άρθρο 60 σχεδίου νόμου που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση, οι Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες του Κράτους αποκτούν αρμοδιότητα να διενεργούν κτηνιατροδικαστικές πράξεις ύστερα από παραγγελία εισαγγελικών, ανακριτικών, προανακριτικών ή δικαστικών αρχών.
Η ρύθμιση δεν έχει ακόμη κατατεθεί στη Βουλή και μπορεί να τροποποιηθεί πριν από την κοινοβουλευτική της κατάθεση. Προβλέπει επίσης τη δυνατότητα σύναψης μνημονίων συνεργασίας με Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, τα οποία θα διαθέτουν επιστημονικό προσωπικό στις Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες.
Γιατί κρίθηκε αναγκαία
Η ίδια η Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης αναγνωρίζει ότι μέχρι σήμερα δεν υπήρχε δημόσιος φορέας με ρητή αρμοδιότητα για κτηνιατροδικαστικές πράξεις. Στην πράξη, οι κτηνιατρικές υπηρεσίες δήλωναν ότι δεν αποτελούν κτηνιατροδικαστικές αρχές, οι κρατικές Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες είχαν ως αντικείμενο τον άνθρωπο και τα πανεπιστήμια δεν είχαν ενιαία θεσμική υποχρέωση να αναλαμβάνουν περιστατικά.
Το κενό γινόταν εντονότερο όσο αυξάνονταν οι καταγγελίες για βασανισμούς, δηλητηριάσεις, πυροβολισμούς, εγκατάλειψη και θανάτωση ζώων. Αστυνομικοί και εισαγγελικές αρχές καλούνταν να σχηματίσουν δικογραφίες χωρίς οργανωμένο δημόσιο μηχανισμό νεκροψίας, νεκροτομής, τοξικολογικών εξετάσεων και ασφαλούς συλλογής πειστηρίων. Ακόμη και σοβαρές υποθέσεις μπορούσαν έτσι να αποδυναμωθούν από αμφισβητήσεις για την αιτία θανάτου, τον χρόνο και τον μηχανισμό πρόκλησης των κακώσεων ή την αλυσίδα φύλαξης των δειγμάτων.
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΚ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ
Το βασικό ερώτημα αφορά τα προσόντα όσων θα αναλάβουν τον νέο μηχανισμό. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η κτηνιατροδικαστική παθολογία δεν αντιμετωπίζεται ως τίτλος που απονέμεται αυτομάτως σε οποιονδήποτε κτηνίατρο ή πανεπιστημιακό. Το European College of Veterinary Pathologists έχει θεσπίσει το Certificate in Forensic Veterinary Pathology – ECVP-CFVP, μια πανευρωπαϊκή πιστοποίηση που αποδεικνύει την επάρκεια του κατόχου στη διερεύνηση περιστατικών με ζώα και στην παραγωγή εκθέσεων κατάλληλων για τις αρχές και τα δικαστήρια.
Η πρόσβαση στην πιστοποίηση προϋποθέτει ήδη αναγνωρισμένη ειδικότητα στην κτηνιατρική παθολογία, τουλάχιστον δύο χρόνια μεταγενέστερης διαγνωστικής εμπειρίας, φάκελο πραγματικών κτηνιατροδικαστικών υποθέσεων, αξιολόγηση εκθέσεων και εξέταση ενώπιον ειδικής επιτροπής. Ελέγχονται, μεταξύ άλλων, η αλυσίδα φύλαξης, η φωτογραφική τεκμηρίωση, η αξιοποίηση τοξικολογίας, DNA, απεικόνισης, εντομολογίας και βαλλιστικής, ενώ η πιστοποίηση απαιτεί επαναξιολόγηση ανά πενταετία.
Ο μοναδικός Έλληνας στον ευρωπαϊκό κατάλογο
Στον επίσημο δημοσιευμένο κατάλογο των πιστοποιημένων του ECVP, ο μοναδικός Έλληνας που περιλαμβάνεται είναι ο Αλέξανδρος Χάρδας, απόφοιτος της Κτηνιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εργάζεται ως λέκτορας Κτηνιατρικής Ανατομικής Παθολογίας στο Royal Veterinary College του Λονδίνου. Διαθέτει την πιστοποίηση ECVP-CFVP και είναι αναγνωρισμένος ειδικός στην Κτηνιατρική Παθολογία.
Το στοιχείο αυτό καθιστά κρίσιμο το ερώτημα εάν η Ελλάδα θα υιοθετήσει αντίστοιχα, δημόσια ελέγξιμα κριτήρια ή εάν ο τίτλος του «κτηνιατροδικαστή» θα συνδεθεί απλώς με μια θέση και μια αρμοδιότητα που θα απονείμει ελληνικό ΦΕΚ.
Οι υποθέσεις που ανέδειξαν το κενό
Η υπόθεση του Ολιβερ στην Αράχωβα ανέδειξε με ένταση τις αντικρουόμενες κτηνιατρικές εκτιμήσεις και την απουσία ενιαίου, εξειδικευμένου κρατικού μηχανισμού. Στη Ζαχάρω, η Νίκη βρέθηκε αλυσοδεμένη και αποστεωμένη, όμως η υπόθεση αρχειοθετήθηκε χωρίς να φτάσει στο ακροατήριο, αφού έγινε δεκτός ο ισχυρισμός ότι η κατάστασή της συνδεόταν με δήγμα φιδιού. Στην Πάτρα, ιδιοκτήτης σκύλου αθωώθηκε παρά το γεγονός ότι η αλυσίδα είχε εισχωρήσει στον λαιμό του ζώου και χρειάστηκε χειρουργική αφαίρεση.
Η Σάμος και η διαφορά ανάμεσα στη γνωμοδότηση και την πραγματογνωμοσύνη
Πιο πρόσφατα, στη Σάμο, η υπόθεση της Μπέμπας έφερε ξανά στο προσκήνιο τη διαφορά ανάμεσα σε μια ιδιωτικά ζητηθείσα επιστημονική γνωμοδότηση και σε μια πραγματογνωμοσύνη που διατάσσεται από αρμόδια αρχή. Ο συντάκτης της γνωμοδότησης δεν είχε εξετάσει το ζώο, ενώ το πλήρες κείμενό της δεν δημοσιοποιήθηκε, παρότι συμπεράσματά της παρουσιάστηκαν δημοσίως ως πανεπιστημιακό πόρισμα.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, το υπουργείο Δικαιοσύνης θέτει σε διαβούλευση τη ρύθμιση που προβλέπει ότι οι κτηνιατροδικαστικές πράξεις θα περνούν πλέον μέσα από τις κρατικές Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες και θα πραγματοποιούνται κατόπιν επίσημης παραγγελίας των αρχών.
Τι ακριβώς προβλέπει
Η νέα διαδικασία δεν θα ενεργοποιείται απευθείας από έναν πολίτη, δήμο ή φιλοζωικό φορέα που επιλέγει τον επιστήμονα στον οποίο θα απευθυνθεί. Θα απαιτείται παραγγελία αρμόδιας αρχής και η υπόθεση θα περνά μέσα από κρατική υπηρεσία.
Το άρθρο 60, ωστόσο, δεν ορίζει ποιος θα πραγματοποιεί τις εξετάσεις, ποιος θα υπογράφει τις εκθέσεις, ποια προσόντα θα απαιτούνται ούτε εάν θα συσταθούν οργανικές θέσεις κτηνιάτρων. Δεν διευκρινίζει επίσης εάν θα υπάρχει κεντρικός επιστημονικός επικεφαλής με αναγνωρισμένη ειδίκευση και πιστοποίηση στην κτηνιατροδικαστική παθολογία.
Ποιος θα είναι επικεφαλής
Ανοιχτό παραμένει ποιος θα έχει την επιστημονική ευθύνη του νέου μηχανισμού. Θα πρόκειται για κτηνίατρο με αναγνωρισμένη ειδικότητα στην παθολογική ανατομική και πιστοποίηση στην κτηνιατροδικαστική παθολογία; Θα απαιτείται αποδεδειγμένη εμπειρία σε πραγματικές ποινικές υποθέσεις και στη σύνταξη εκθέσεων που μπορούν να υποστηριχθούν στο ακροατήριο;
Ή ο επικεφαλής και τα στελέχη θα επιλεγούν με βάση ακαδημαϊκές ή διοικητικές ιδιότητες, χωρίς συγκεκριμένη και διεθνώς ελέγξιμη κτηνιατροδικαστική πιστοποίηση;
Ποιοι θα εκπαιδεύσουν το νέο προσωπικό
Δεν έχει ανακοινωθεί ποιοι θα εκπαιδεύσουν τους κτηνιάτρους, τους αστυνομικούς και το προσωπικό που θα συμμετέχει στη συλλογή και διαχείριση των πειστηρίων ούτε εάν οι εκπαιδευτές θα διαθέτουν αναγνωρισμένη πιστοποίηση και πραγματική δικαστηριακή εμπειρία.
Η κτηνιατροδικαστική διερεύνηση δεν περιορίζεται στη νεκροτομή. Περιλαμβάνει την αυτοψία, τη φωτογραφική τεκμηρίωση, την ασφαλή συλλογή και συσκευασία των πειστηρίων, τις απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις και τη σύνταξη έκθεσης που πρέπει να μπορεί να υποστηριχθεί επιστημονικά στο δικαστήριο.
Οι υποδομές και τα νησιά
Ανοιχτά παραμένουν και τα επιχειρησιακά ζητήματα: οι ειδικοί χώροι νεκροτομών, τα ψυγεία και ο εξοπλισμός, η μεταφορά σορών από νησιά και απομακρυσμένες περιοχές, το κόστος των ιστολογικών και τοξικολογικών εξετάσεων, η τήρηση της αλυσίδας φύλαξης και οι προθεσμίες παράδοσης των εκθέσεων.
Δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί εάν οι πράξεις θα αφορούν μόνο ζώα συντροφιάς ή και παραγωγικά ζώα, ιπποειδή και άγρια πανίδα, ούτε εάν θα καλύπτονται τόσο νεκρά όσο και ζωντανά ζώα.
Το στοίχημα της εφαρμογής
Η νομοθετική πρωτοβουλία δημιουργεί για πρώτη φορά θεσμική βάση για δημόσια κτηνιατροδικαστική διερεύνηση. Η αποτελεσματικότητά της θα κριθεί από το τελικό κείμενο που θα κατατεθεί στη Βουλή, τις θέσεις που θα συσταθούν, τα επιστημονικά προσόντα που θα απαιτηθούν, τους ανθρώπους που θα αναλάβουν την εκπαίδευση και τα ενιαία πρωτόκολλα που θα συνοδεύσουν την εφαρμογή της.







