Η Μαρζάν Σατραπί, η γυναίκα πίσω από το εμβληματικό «Περσέπολις», έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 56 ετών, στο Παρίσι. Ο θάνατός της, έναν χρόνο μετά την απώλεια του συζύγου της, Ματίας Ρίπα, προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο, καθώς έκλεισε ένας κύκλος για μία από τις σημαντικότερες φωνές της σύγχρονης εικονογραφημένης λογοτεχνίας και του πολιτικού κινηματογράφου.

Η Γαλλοϊρανή καλλιτέχνης κατάφερε μέσα από το έργο της να αφηγηθεί τι σημαίνει να μεγαλώνεις ανάμεσα στην επανάσταση, την εξορία και τη διαρκή αναζήτηση της ελευθερίας. Σύμφωνα με ανακοίνωση του στενού της κύκλου, «πέθανε από θλίψη», καθώς δεν ξεπέρασε ποτέ την απώλεια του ανθρώπου που υπήρξε συνοδοιπόρος στη ζωή και την τέχνη της.

Ο Σουηδός παραγωγός, ηθοποιός και σεναριογράφος Ματίας Ρίπα βρισκόταν στο πλευρό της από τα πρώτα της βήματα. Ο θάνατός του, τον Απρίλιο του προηγούμενου έτους, φαίνεται πως σημάδεψε ανεπανόρθωτα την ψυχολογική της κατάσταση. Σε αναρτήσεις της στο Instagram, η ίδια είχε γράψει ότι «έχασε τον έρωτα της ζωής της».

Από την Τεχεράνη στη Βιέννη και το Παρίσι

Η Μαρζάν Σατραπί γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1969 στην πόλη Ραστ, κοντά στην Κασπία Θάλασσα, και μεγάλωσε στην Τεχεράνη. Φοίτησε στο Lycée Français, όπου φοιτούσαν παιδιά της ιρανικής ελίτ. Ο πατέρας της ήταν μηχανικός και η μητέρα της σχεδιάστρια μόδας, σε μια οικογένεια μαρξιστών-λενινιστών που συνδύαζε την πολιτική ιδεολογία με τη δυτική κουλτούρα και την αγάπη για την πολυτέλεια.

Όπως έχει δηλώσει η ίδια, από μικρή την έμαθαν ότι «δεν έχει σημασία αν είσαι κορίτσι ή αγόρι – σημασία έχει ότι είσαι άνθρωπος». Από νωρίς βρέθηκε ανάμεσα σε κόσμους που συγκρούονταν: την παράδοση και τη μοντέρνα σκέψη, την πολιτική στράτευση και την προσωπική ελευθερία.

Η παιδική της ηλικία σημαδεύτηκε από τις διαδηλώσεις και την Ισλαμική Επανάσταση, γεγονότα που άλλαξαν τη ζωή της και την οδήγησαν στην εξορία. Έφηβη, οι γονείς της την έστειλαν σε οικοτροφείο στη Βιέννη, όπου βίωσε την αποξένωση και τον ρατσισμό. Όπως έχει πει, «δεν ένιωσε ποτέ πως ανήκε κάπου – ούτε στο Ιράν ούτε στην Ευρώπη».

Το 1994 εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα και ξεκίνησε μια νέα ζωή στο Παρίσι. Από παιδί συμμετείχε στις διαδηλώσεις κατά του Σάχη, ενώ καθοριστική μορφή στη ζωή της υπήρξε ο θείος της, Anoosh, πολιτικός κρατούμενος που εκτελέστηκε και της ζήτησε να μη ξεχάσει ποτέ. Αυτή η φράση έγινε η βάση του «Περσέπολις».

Το «Persepolis» και η διεθνής αναγνώριση

Το μεγάλο της έργο γεννήθηκε μέσα από την εμπειρία της εξορίας και της μνήμης. Η αυτοβιογραφική σειρά ασπρόμαυρων κόμικς Persepolis, που εκδόθηκε μεταξύ 2000 και 2003, αφηγείται την παιδική και εφηβική της ηλικία στο Ιράν και την πορεία της προς την Ευρώπη.

Το 2007 το έργο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, σε σκηνοθεσία της ίδιας και του Βενσάν Παρονό, αποσπώντας το Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών. Η επιτυχία υπήρξε τεράστια: το βιβλίο μεταφράστηκε σε δεκάδες γλώσσες και πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Η ίδια είχε πει ότι περίμενε να πουλήσει λίγες εκατοντάδες – τελικά έγινε παγκόσμιο φαινόμενο.

Μέσα από το «Περσέπολις», η Σατραπί έδωσε φωνή σε μια γυναίκα προνομιούχο αλλά εγκλωβισμένη, μετατρέποντας την προσωπική της ιστορία σε σύμβολο εξορίας και αντίστασης. Ο διεθνής Τύπος την αποκάλεσε «αληθινή πριγκίπισσα».

Η τέχνη ως προσωπική λύτρωση

Η ζωή της δεν υπήρξε ποτέ εύκολη ή γραμμική. Πριν από τη συγγραφή του «Περσέπολις», πέρασε περιόδους έντονης ψυχολογικής πίεσης και κατάθλιψης. Ένα επεισόδιο κρίσης, όπως έχει περιγράψει, την οδήγησε να στραφεί στη δημιουργία και να βρει μέσα από την τέχνη τη λύτρωση.

Μετά την επιτυχία του «Περσέπολις», ακολούθησαν τα έργα «Κοτόπουλο με Δαμάσκηνα» και «Κεντήματα», ενώ ασχολήθηκε και με τον κινηματογράφο, σκηνοθετώντας ταινίες όπως το «Gang of the Jotas» και το «The Voices». Με το ιδιαίτερο βλέμμα και τη θαρραλέα φωνή της, η Μαρζάν Σατραπί άφησε πίσω της μια παρακαταθήκη ελευθερίας, ανθρωπιάς και καλλιτεχνικής αλήθειας.