Μετά τον σχηματισμό της δεύτερης δικογραφίας σε βάρος του, ο κατηγορούμενος για τον θάνατο δύο γυναικών στο τροχαίο δυστύχημα στη Ρόδο εμφανίστηκε εκ νέου ενώπιον των αρχών, αυτή τη φορά όχι για το ίδιο το δυστύχημα, αλλά για όσα φέρεται να ακολούθησαν στις ώρες μετά την αποφυλάκισή του.

Ο 44χρονος έδωσε εξηγήσεις στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργεί η Τροχαία και αρνήθηκε στο σύνολό τους τα όσα του αποδίδονται, όπως αναφέρει η «Δημοκρατική» της Ρόδου. Παρουσίασε τη δική του εκδοχή των γεγονότων, η οποία –αν γίνει δεκτή– ανατρέπει τον πυρήνα της καταγγελίας εις βάρος του.

Η εκδοχή του κατηγορουμένου

Στην απολογητική του γραμμή, ο 44χρονος παραδέχθηκε ότι επιδίωξε επικοινωνία με οδηγό εταιρείας οδικής βοήθειας σχετικά με το όχημα του, όμως υποστήριξε πως ο σκοπός του δεν ήταν να αφαιρέσει το καταγραφικό ή να αλλοιώσει στοιχεία. Όπως είπε, ήθελε να διασφαλίσει, ότι δεν θα καταστραφεί.

Κεντρικό σημείο της επιχειρηματολογίας του αποτελεί ο ισχυρισμός, ότι το όχημα βρισκόταν σε κίνδυνο ανάφλεξης. Ο κατηγορούμενος ανέφερε, πως λάμβανε στο κινητό του τηλέφωνο ειδοποιήσεις από την εφαρμογή ελέγχου του αυτοκινήτου, οι οποίες περιείχαν προειδοποιήσεις για την κατάσταση του οχήματος μετά τη σφοδρή σύγκρουση. Με βάση αυτές τις ενδείξεις, υποστηρίζει ότι ανησύχησε, μήπως το BMW πάρει φωτιά εκεί όπου φυλασσόταν, με αποτέλεσμα να καταστραφεί και ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος που κρατά τα κρίσιμα δεδομένα.

Ο 44χρονος επέμεινε ιδιαίτερα στο περιεχόμενο της συνομιλίας του με τον οδηγό της επιχείρησης που έχει στην ευθύνη της το όχημα. Υποστήριξε ότι ουδέποτε ζήτησε να του παραδοθεί ο εγκέφαλος του αυτοκινήτου ή να καταστραφεί. Αντίθετα, όπως κατέθεσε, ζήτησε να μετακινηθεί ο εγκέφαλος σε ασφαλέστερο σημείο εντός του ίδιου χώρου, μακριά από το επικίνδυνο όχημα, ώστε να μην υποστεί ζημιά σε περίπτωση ανάφλεξης.

Με άλλα λόγια, ο κατηγορούμενος επιχειρεί να αναστρέψει πλήρως την εικόνα που έχει σχηματιστεί μετά από σχετική καταγγελία και από ενέργεια που φέρεται να αποσκοπούσε στην εξαφάνιση αποδεικτικών στοιχείων, την παρουσιάζει ως προσπάθεια διαφύλαξης του εγκεφάλου και των δεδομένων του.

Η καταγγελία που προκάλεσε τη νέα δικογραφία

Η νέα φάση της υπόθεσης άνοιξε λίγες ώρες μετά την αποφυλάκισή του. Στις 20 Μαΐου ο 44χρονος αποχώρησε από το Δικαστικό Μέγαρο, καθώς διάταξη του Δεύτερου Τακτικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών τον άφηνε ελεύθερο υπό έξι αυστηρούς περιοριστικούς όρους. Είχε προηγηθεί η απολογία του για τον θάνατο των δύο γυναικών στη σύγκρουση της 17ης Μαΐου επί εθνικής οδού, με τον ίδιο να αρνείται τις κατηγορίες της επικίνδυνης οδήγησης και της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά συρροή.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Δημοκρατικής», το ίδιο απόγευμα ο κατηγορούμενος φέρεται να επικοινώνησε με οδηγό εταιρείας οδικής βοήθειας, στη μάντρα της οποίας φυλάσσεται το BMW, εκκρεμούσης της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Η καταγγελία αναφέρει, ότι ζήτησε ενέργειες που θα κατέστρεφαν στοιχεία στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο του οχήματος, από τον οποίο μπορεί να αντληθεί η ταχύτητα πριν τη σύγκρουση. Ο οδηγός, σύμφωνα με την ίδια καταγγελία, αρνήθηκε.

Ακολούθως, ο κατηγορούμενος φέρεται να προσπάθησε να προσεγγίσει και δεύτερο οδηγό της ίδιας εταιρείας, μέσω τρίτου προσώπου, προβάλλοντας ως αιτιολογία την επιθυμία να φωτογραφηθεί το όχημα. Η καταγγελία θεωρεί τον λόγο αυτό πρόσχημα, με στόχο την πρόσβαση στο κατασχεθέν αυτοκίνητο.

Η αίτηση των συνηγόρων και τα αποδιδόμενα αδικήματα

Στις 22 Μαΐου οι συνήγοροι της οικογένειας των θυμάτων, Δημήτρης Βερβέρης και Τηλέμαχος Καμπούρης, υπέβαλαν αίτηση στην Τροχαία για την άμεση εξέταση των δύο οδηγών. Επικαλέστηκαν κίνδυνο αλλοίωσης αποδεικτικών στοιχείων, εστιάζοντας στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο του BMW, από τον οποίο θα εξαχθεί η ταχύτητα του οχήματος.

Παράλληλα, επισήμαναν ότι η φερόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου παραβιάζει τον έκτο περιοριστικό όρο που του επιβλήθηκε, ο οποίος απαγορεύει κάθε ενασχόληση με μηχανοκίνητα μέσα. Οι μάρτυρες κατέθεσαν ενόρκως και ακολούθησε η παραγγελία σχηματισμού δεύτερης δικογραφίας, στην οποία ο 44χρονος εμφανίζεται πλέον ως καταγγελλόμενος. Στις εξηγήσεις του ενώπιον της Τροχαίας απέρριψε όλα όσα του αποδίδονται, προβάλλοντας τη δική του εκδοχή για τις προθέσεις του.

Η κύρια υπόθεση και οι εκκρεμότητες

Η πραγματογνωμοσύνη για τα αίτια της σύγκρουσης δεν έχει ολοκληρωθεί, ενώ εκκρεμούν τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων. Το βιντεοληπτικό υλικό από κάμερες ασφαλείας παρακείμενου καταστήματος δεν έχει αξιοποιηθεί πλήρως, παρότι αποτελεί βασικό επιχείρημα της υπεράσπισης.

Η υπεράσπιση στηρίζει μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας της στη βλάβη σηματοδότη νησίδας, όπου δεν λειτουργούσε η κόκκινη ένδειξη κατά την άφιξη των αρχών. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, ότι το όχημα των δύο γυναικών κινήθηκε αντίθετα στην πορεία του ύστερα από ελιγμό αναστροφής, λόγω σύγχυσης από τον ελαττωματικό σηματοδότη.

Απέναντι σε αυτή την εκδοχή, δύο αυτόπτες μάρτυρες γερμανικής υπηκοότητας υποστηρίζουν, ότι ο ερυθρός σηματοδότης παραβιάστηκε από τον οδηγό του BMW. Η βλάβη στον σηματοδότη δεν έχει ακόμη ερμηνευθεί δικαστικά ως προς τη χρονική της συνάφεια με τη σύγκρουση.

Ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος του οχήματος αποκτά καθοριστική σημασία. Αν τα δεδομένα δείξουν υψηλότερη ταχύτητα από εκείνη που δήλωσε ο κατηγορούμενος, η υπερασπιστική γραμμή αποδυναμώνεται. Αντίθετα, αν επιβεβαιωθούν οι ισχυρισμοί του, ενδέχεται να αλλάξει ο επιμερισμός ευθυνών. Η εμμονή της καταγγελίας στο ότι αναζήτησε πρόσβαση σε αυτό το σημείο, αποτελεί τον πυρήνα της νέας υπόθεσης, την οποία ο ίδιος επιχειρεί να αποδομήσει με την εκδοχή του «φόβου της ανάφλεξης».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail