Σε αναδιατύπωση της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 720 του σχεδίου νόμου για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης προχωρά το Υπουργείο Εσωτερικών, με πρωτοβουλία του υπουργού Εσωτερικών Θοδωρή Λιβάνιου, προκειμένου να αποσαφηνιστεί πλήρως το πεδίο εφαρμογής της και να μην υπάρχει κανένα περιθώριο παρερμηνείας.
Η διάταξη είχε προκαλέσει συζητήσεις στον φιλοζωικό χώρο, καθώς εκφράστηκαν ανησυχίες ότι θα μπορούσε να παρερμηνευθεί ως απαλλαγή αιρετών και δημοτικών υπαλλήλων από ποινικές ευθύνες που σχετίζονται με τη διαχείριση των αδέσποτων ζώων.
Με ανακοίνωσή της, η Ειδική Γραμματεία για την Προστασία των Ζώων Συντροφιάς διευκρίνισε ότι η συγκεκριμένη ερμηνεία δεν ανταποκρίνεται στον σκοπό της διάταξης. Όπως επισημαίνεται, ουδέποτε υπήρξε πρόθεση δημιουργίας πλαισίου ατιμωρησίας για πράξεις ή παραλείψεις που αφορούν την προστασία και την ευζωία των ζώων συντροφιάς, ούτε απαλλαγής από ποινικές ευθύνες σε περιπτώσεις κακοποίησης ή παραβίασης της σχετικής νομοθεσίας.
Σύμφωνα με την Ειδική Γραμματεία, η ανάγκη για τη συγκεκριμένη πρόβλεψη προέκυψε μέσα από την εφαρμογή του Ν. 4830/2021. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο φόβος ενδεχόμενης ποινικής δίωξης για περιστατικά σωματικής βλάβης ή φθοράς ξένης περιουσίας από αδέσποτα ζώα συντροφιάς λειτούργησε αποτρεπτικά για την ορθή εφαρμογή των προβλεπόμενων διαδικασιών διαχείρισής τους, ενώ δυσχέραινε και τη στελέχωση των αρμόδιων δημοτικών υπηρεσιών.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι θεωρητική. Για χρόνια, ο κίνδυνος ενός δαγκώματος ή μιας πιθανής φθοράς ξένης περιουσίας αποτελούσε ένα από τα συνηθέστερα επιχειρήματα που επικαλούνταν ορισμένοι αιρετοί και υπηρεσιακοί παράγοντες προκειμένου να δικαιολογήσουν αμφιλεγόμενες πρακτικές διαχείρισης αδέσποτων ζώων. Από μαζικές και καταχρηστικές περισυλλογές μέχρι επανεντάξεις σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές, μεταφορές ζώων μακριά από το φυσικό τους περιβάλλον και τη δημιουργία δημοτικών εγκαταστάσεων που κατά καιρούς καταγγέλθηκαν ως «κυνοκομεία-κολαστήρια», το επιχείρημα ήταν συχνά το ίδιο: ότι η παρουσία των ζώων εντός του αστικού ιστού μπορούσε να δημιουργήσει νομικούς κινδύνους για τον δήμο και τους υπαλλήλους του. Χαρακτηριστικές υποθέσεις, όπως οι καταγγελίες για τις συνθήκες στο κυνοκομείο της Σπάρτης προ σχεδόν πενταετίας ή οι μαζικές μετακινήσεις αδέσποτων ζώων εκτός Βόλου όπως τα Χάνια, ανέδειξαν ακριβώς αυτή τη διαχρονική σύγκρουση ανάμεσα στην προστασία των ζώων και στην αντίληψη ότι η «απομάκρυνσή» τους αποτελεί ευκολότερη λύση για την αποφυγή πιθανών ευθυνών.
Υπό το πρίσμα αυτό, ο υπουργός Εσωτερικών επέλεξε να προχωρήσει σε αναδιατύπωση της διάταξης, ώστε να αποτυπώνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια ότι η προστασία αφορά αποκλειστικά αδικήματα που τελούνται διά παραλείψεως και σχετίζονται με σωματικές βλάβες ή φθορές ξένης περιουσίας από αδέσποτα ζώα συντροφιάς και όχι ζητήματα που αφορούν την προστασία και την ευζωία των ίδιων των ζώων.
Η νέα διατύπωση της παραγράφου προβλέπει:
«Ο δήμαρχος, τα πρόσωπα του άρθρου 40 του ν. 4830/2021 (Α’ 169), το πάσης φύσης προσωπικό των δήμων, τα μέλη των φιλοζωικών οργανώσεων της παρ. 2 του άρθρου 10 και τα μέλη των πενταμελών επιτροπών της παρ. 10 του άρθρου 8 του ίδιου νόμου, δεν διώκονται ποινικά για αδικήματα που τελούνται δια παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σχετικά με την πρόκληση σωματικής βλάβης ή φθοράς ξένης περιουσίας από αδέσποτα ζώα συντροφιάς».
Στην ανακοίνωση επισημαίνεται επίσης ότι η διάταξη δεν θίγει σε καμία περίπτωση την εφαρμογή των διοικητικών, αστικών και ποινικών κυρώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία για την προστασία των ζώων, ούτε την ενδεχόμενη αστική ευθύνη των δήμων, η οποία εξακολουθεί να κρίνεται κατά περίπτωση από τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια.
Η νέα διατύπωση αναμένεται να ενσωματωθεί στο τελικό κείμενο του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης πριν από την ψήφισή του από τη Βουλή.







