Η στεγαστική κρίση εξελίσσεται σε ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της Ευρώπης. Η εκτίναξη των ενοικίων μετά την πανδημία, σε συνδυασμό με την αδυναμία των μισθών να ακολουθήσουν τον ίδιο ρυθμό, έχει δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα, ιδιαίτερα στις χώρες της Νότιας Ευρώπης.
Σύμφωνα με νέα πανευρωπαϊκή έρευνα της Tradingpedia, η οποία συνέκρινε το μέσο ενοίκιο ενός διαμερίσματος ενός υπνοδωματίου στα κέντρα 127 ευρωπαϊκών πόλεων με τον μέσο καθαρό μισθό, η προσιτή στέγαση αποτελεί πλέον εξαίρεση και όχι κανόνα σε πολλές περιοχές της ηπείρου.
Η πιο ακραία περίπτωση είναι η Λισαβόνα. Στην πορτογαλική πρωτεύουσα, ένας εργαζόμενος με μέσο καθαρό μισθό 1.343 ευρώ χρειάζεται σχεδόν ολόκληρο τον μισθό του για να πληρώσει το ενοίκιο ενός μικρού διαμερίσματος στο κέντρο της πόλης. Το κόστος στέγασης απορροφά το 99,15% του εισοδήματος, αφήνοντας μόλις 11 ευρώ διαθέσιμα για όλες τις υπόλοιπες ανάγκες.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται τα Τίρανα, ενώ το Κίεβο, παρά τα χαμηλότερα ενοίκια σε απόλυτους αριθμούς, εμφανίζει επίσης εξαιρετικά δυσμενή αναλογία μεταξύ μισθών και στεγαστικού κόστους.
Η εικόνα είναι ιδιαίτερα ανησυχητική στον ευρωπαϊκό Νότο. Το Πόρτο, το Μιλάνο και η Μάλαγα συγκαταλέγονται στις λιγότερο προσιτές πόλεις της Ευρώπης. Στη Μάλαγα, οι κάτοικοι δαπανούν περίπου το 76% του καθαρού εισοδήματός τους μόνο για το ενοίκιο, ενώ σε Βαλένθια και Βαρκελώνη το ποσοστό ξεπερνά το 70%.
Οι συντάκτες της μελέτης αποδίδουν το φαινόμενο στην έκρηξη του τουρισμού, την εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και την αυξανόμενη ζήτηση από ξένους εργαζόμενους και ψηφιακούς νομάδες, οι οποίοι διαθέτουν πολύ υψηλότερα εισοδήματα από τους τοπικούς κατοίκους.
Αντίθετα, σε χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη. Στη Γερμανία, πόλεις όπως το Έσσεν, η Νυρεμβέργη, η Δρέσδη και το Μάνχαϊμ επιτρέπουν στους κατοίκους να διατηρούν έως και το 80% του μισθού τους μετά την πληρωμή του ενοικίου. Το Έσσεν αναδεικνύεται ως η πιο προσιτή πόλη της Ευρώπης, με το ενοίκιο να αντιστοιχεί μόλις στο 18,9% του μέσου εισοδήματος.
Η ελληνική πραγματικότητα
Αν και η Αθήνα δεν περιλαμβάνεται στις ακραίες περιπτώσεις της μελέτης, η ελληνική πρωτεύουσα ακολουθεί την ίδια ανησυχητική πορεία που παρατηρείται σε πολλές πόλεις της Νότιας Ευρώπης. Τα τελευταία χρόνια, η έντονη τουριστική ανάπτυξη, η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, η αυξημένη ζήτηση από ξένους επενδυτές και η περιορισμένη προσφορά διαθέσιμων κατοικιών έχουν οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των ενοικίων.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο αν ληφθεί υπόψη ότι οι ελληνικοί μισθοί παραμένουν αισθητά χαμηλότεροι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Για χιλιάδες νέους εργαζόμενους και οικογένειες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, το κόστος στέγασης απορροφά πλέον πάνω από το 40% ή ακόμη και το 50% του διαθέσιμου εισοδήματος, ποσοστό που θεωρείται διεθνώς ιδιαίτερα προβληματικό.
Η κατάσταση επιβαρύνει κυρίως τους νέους, οι οποίοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν οικονομική ανεξαρτησία, αλλά και τα νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος που βλέπουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού τους να κατευθύνεται στη στέγαση.
Η μελέτη καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα: στις περισσότερες πόλεις της Νότιας Ευρώπης, οι τιμές των ενοικίων δεν καθορίζονται πλέον από τις οικονομικές δυνατότητες των μόνιμων κατοίκων, αλλά από το ποσό που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν επισκέπτες, επενδυτές και εργαζόμενοι με εισοδήματα από το εξωτερικό. Και αυτή ακριβώς η τάση απειλεί να μετατρέψει τη στεγαστική κρίση σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας.








